Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2451 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πολιτική αγωγή, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Ανώνυμη εταιρία.




Περίληψη:
Έκδοση ακαλύπτων επιταγών. 1) Η εγκαλούσα ΑΤΕ είχε το δικαίωμα εγκλήσεως γιατί ήταν τελευταία από οπισθογράφηση κομίστρια των ακάλυπτων επιταγών και δη κομίστρια δικαιούχος προς είσπραξη, ως ενεχυρούχος δανείστρια και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (ΟλΑΠ 23, 24/2007, ΑΠ 119/08, 822, 1249, 1254, 1620/07). 2) Η έγκληση της παθούσας ΑΤΕ, ως ανώνυμης εταιρείας, από το Διευθυντή του κεντρικού της καταστήματος, κατά τα άρθρα 18, 22 του Ν. 2190/1920 και το καταστατικό της, είναι νόμιμη, γιατί ενεργεί ο εν λόγω ως υποκατάστατος του ΔΣ της ΑΕ, ως όργανο εκπροσώπησης της εταιρείας και με βάση πρόβλεψη του καταστατικού, όχι ως τρίτος εντολοδόχος του ΔΣ και επομένως δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως του ΔΣ και βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ της ΑΤΕ. Άρα είναι νόμιμη και νομότυπα έγινε υπό του άνω Διευθυντού η υποβολή εγκλήσεως ως και η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής της ΑΤΕ στο ποινικό δικαστήριο και απορριπτέοι οι λόγοι αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου (ΑΠ 1460/07). 3) Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τόσο για τη συνδρομή του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών, όσο και για την απόρριψη από το Δικαστήριο των ως παραπάνω υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2451/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Γιαλαόγλου, περί αναιρέσεως της 52/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαρτίου 2007 αίτησή τους αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τον από 5 Σεπτεμβρίου 2008 πρόσθετο λόγο, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 512/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και ο επ' αυτής πρόσθετος λόγος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, "εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικώς, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής που συντελείται με τη συμπλήρωση των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων και τη θέση της υπογραφής του εκδότη επί του εντύπου και αφετέρου έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής, υποκειμενικώς δε γνώση του εκδότη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, της ελλείψεως αυτής (ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων) και τη θέληση ή την αποδοχή πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παρ.1 του ν. 5960/1933,μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα. Άρα για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα, δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σε αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη, πριν από την τροποποίησή της με το άνω άρθρο 1 του ν.δ.1325/1972. Εξάλλου με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το β.δ. 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου, ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει η εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζει πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/1995, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190/1920, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται [18 παρ. 1] το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο [22 παρ. 1] είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Εξάλλου, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσωπήσεως της Α.Ε. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρίας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν [δικαστικώς ή εξωδίκως] την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Αντίθετα όμως προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας. Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας (Ολ.ΑΠ 5,6/2006). Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρίας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος όμως του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή εγκλήσεως ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής.
Επίσης, η έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ιδίου Κώδικος λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, ή και περί μη νομίμου υποβολής της απαιτουμένης κατά νόμο εγκλήσεως, εφόσον βεβαίως οι ισχυρισμοί αυτοί είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι για έκδοση ακαλύπτων επιταγών, από κοινού και κατ'εξακολούθηση, ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, δια του συνηγόρου τους, αρνήθηκαν τις κατηγορίες και πρόβαλαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αυτοτελείς ισχυρισμούς, περί του ότι α) η εγκαλούσα ΑΤΕ δεν είχε δικαίωμα εγκλήσεως γιατί αυτή ήταν όχι τελευταία, αλλά εξ αναγωγής κομίστρια των επιταγών και τελευταία εξ οπισθογραφήσεως κομίστρια, ήταν η Τράπεζα "EUROBANK ERGASIAS EFG", β) ότι ο υποβαλών την έγκληση ως Διευθυντής του κεντρικού καταστήματος της εγκαλούσας τράπεζας Ψ, κατέθεσε τις εναντίον τους εγκλήσεις, όχι νομότυπα, ενεργήσας ως εντολοδόχος του Δ.Σ. της τράπεζας και όχι ως υποκατάστατος αυτού και ως όργανο εκπροσωπήσεως, ενώ στο προσκομισθέν πρακτικό του Δ.Σ. δεν υπάρχει ειδική εντολή σε αυτόν για υποβολή εγκλήσεως σε βάρος των κατηγορουμένων, στο δε προσαρτηθέν απόσπασμα του πρακτικού του Δ.Σ., ως πληρεξούσιο έγγραφο, δε βεβαιώνεται όπως έπρεπε και η γνησιότητα της υπογραφής των εντολέων μελών του ΔΣ της τράπεζας από δικηγόρο ή δημόσια αρχή.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το αυτοτελές αιτιολογικό αυτής, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που επιτρεπτά κατ' είδος αναφέρει, σε σχέση, με τους προβληθέντες από τους κατηγορουμένους, αυτοτελείς ισχυρισμούς περί του ότι η εγκαλούσα ΑΤΕ δεν είχε από το νόμο δικαίωμα εγκλήσεως και ότι δεν έγινε νομότυπα και εμπρόθεσμα η υποβολή της εγκλήσεως, τα παρακάτω:
"Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 περί επιταγής (όπως αντικαταστάθηκε με το ν.δ. 1325/72), "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. α'του ν. 2408/1996, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, προστέθηκε στο άρθρο 79 του ν. 5960/1933, όπως αυτό ισχύει μετά την παραπάνω αντικατάστασή του, παράγραφος 5, κατά την οποία η ποινική δίωξη (του εκδότη ακάλυπτης επιταγής) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε, ενώ, κατά το εδάφιο γ' αυτής, ορίστηκε ότι, για τις πράξεις έκδοσης ακάλυπτης επιταγής για τις οποίες, κατά τη δημοσίευση του νόμου (4-6-1996), έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται κανονικά και η ποινική δίωξη παύει οριστικά, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δεν δηλώσει ότι επιθυμεί τη συνέχισή της. Η δήλωση γίνεται στις αρχές της παραγράφου 2 του άρθρου 42 ΚΠΔ. Τέλος, με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του ν. 2721/1999, το τελευταίο αυτό εδάφιο γ' του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 2408/1996 αντικαταστάθηκε και ορίστηκε ότι η διαδικασία για τις παραπάνω πράξεις συνεχίζεται, "αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου", ενώ, με εκείνη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, προστέθηκε διάταξη κατά την οποία, αν η πιο πάνω δήλωση δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου (3-6-1999), δηλαδή μέχρι τις 3-12-1999, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά. Η παραπάνω δήλωση και η ανάκληση της έγκλησης γίνονται στις Αρχές της παραγράφου 2 του άρθρου 42 του ΚΠΔ. (Ας σημειωθεί ότι η προαναφερόμενη εξάμηνη προθεσμία παρατάθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 18 του ν. 2743/1999, μέχρι τις 26-12-1999, λόγω των σεισμών της 7-9-1999). Σε σχέση με την υποβολή της έγκλησης, καθόσον αφορά την παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/33, ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ' ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της έγκλησης. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συνολικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια, και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται [18 παρ. 1] το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο [22 παρ. 1] είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Εξάλλου, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν [δικαστικώς ή εξωδίκως] την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Αντίθετα όμως το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας, προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας [Ολ. ΑΠ 1096/76]. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση όμως που το διοικητικό συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασής του, αναθέσει σε τρίτο ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/20 να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ. Τα ίδια ισχύουν και για την κατά το άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 2721/1999, δήλωση του δικαιούμενου σε έγκληση, ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, κατά του οποίου, αρχικά, η δίωξη αυτή είχε ασκηθεί αυτεπαγγέλτως, αφού η εν λόγω δήλωση ισοδυναμεί (προσομοιάζει ουσιαστικά) με την υποβολή έγκλησης (Ολ. ΑΠ 4/2006 και 6/2006 "ΝΟΜΟΣ"). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1251 και 1255 Α.Κ. προκύπτει ότι με την ενεχυρική οπισθογράφηση όλων των τίτλων σε διαταγή, μεταξύ των οποίων και η τραπεζική επιταγή, ο δανειστής - κομιστής του τίτλου, αποκτά ενέχυρο στην απαίτηση που ενσωματώνεται στον τίτλο και στον ίδιο τον τίτλο, ο ενεχυραστής οπισθογράφος παραμένει κύριος του τίτλου και ουσιαστικός δικαιούχος της απαίτησης απ' αυτόν, παρότι δεν κατέχει πλέον τον τίτλο, ο δε ενεχυρούχος δανειστής αποκτά με την οπισθογράφηση αυτοτελή και ανεξάρτητη νομική θέση έναντι του ενεχυραστή οπισθογράφου και ασκεί με βάση το ενέχυρο το δικαίωμα είσπραξης του τίτλου και μάλιστα στο όνομα του. Από τα παραπάνω και σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 1 και 5 ν. 5960/1933, όπως ισχύει, σαφώς προκύπτει ότι ο ενεχυρούχος δανειστής και κομιστής της τραπεζικής επιταγής κατά το χρόνο της εμφάνισης και μη πληρωμής της, δικαιούται σε υποβολή έγκλησης για την από αυτές προβλεπόμενη ως άνω αξιόποινη πράξη (Α.Π. 1054/2004 Ποιν. Δικ. 2004 1108, Α.Π. 2304/2004 "ΝΟΜΟΣ"), αφού ασκεί ίδιον δικαίωμα εκ του τίτλου, διότι κατά το άρθρο 1255 Α.Κ. έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος την επιταγή και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος (Ολ. Α.Π. 18/2004 "ΝΟΜΟΣ").
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η ποινική δίωξη για την έκδοση των επίμαχων ακάλυπτων επιταγών ασκήθηκε κατόπιν των με ημερομηνίες 9-9-2004 και 29-11-2004 εγκλήσεων της "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", νόμιμα εκπροσωπουμένης. Οι επιταγές αυτές είναι οι ακόλουθες επιταγές της "EUROBANK A.E.", που εκδόθηκαν στην ....., εκ μέρους της εταιρίας "ΓΑΙΑ ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε.Β.Ε.", νόμιμα εκπροσωπουμένης, εις διαταγήν της εταιρίας "ΘΡΑΚΗ Α.Ε.": 1) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 8-6-2004, ποσού 35500.00 ευρώ, 2) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 11-6-2004, ποσού 32000.00 ευρώ, 3) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 24-6-2004, ποσού 42500.00 ευρώ, 4) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 29-6-2004, ποσού 32500.00 ευρώ, 5) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 20-8-2004, ποσού 25400.00 ευρώ, 6) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 3-9-2004, ποσού 24800.00 ευρώ, 7) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 8-9-2004, ποσού 24300.00 ευρώ, 8) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 10-9-2004, ποσού 24600.00 ευρώ, 9) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 14-9-2004, ποσού 25500.00 ευρώ, και 10) η με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης 17-9-2004, ποσού 24500.00 ευρώ. Από τα σώματα όλων των άνω επιταγών προκύπτει ότι η λήπτρια αυτών "ΘΡΑΚΗ Α.Ε." τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", η οποία στη συνέχεια ως τελευταία νόμιμη κομίστρια αυτών, ασκώντας το δικαίωμα εισπράξεως τους με βάση το ενέχυρο στο όνομα της, όπως προεκτέθηκε, εμφάνισε προς πληρωμή έκαστη επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα "EUROBANK A.E.", και τούτο βεβαιώνεται αρμοδίως επί του σώματος αυτών από την άνω πληρώτρια τράπεζα. Από τα ίδια σώματα των επιταγών δεν προκύπτει μεταβίβαση αυτών με οπισθογράφηση από την "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." στην τράπεζα "EUROBANK A.E.", και ότι συνεπώς η τελευταία έγινε με τον τρόπο αυτό νόμιμη κομίστρια αυτών, η οποία, μόνη αυτή είχε δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, ενώ το δικαίωμα αυτό δεν είχε η "ΑΤΕ", η οποία ήταν εξ αναγωγής κομίστρια, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι.
Συνεπώς, εφ' όσον η νόμιμη κομίστρια των επιταγών είναι η "ΑΤΕ", ενώ η EUROBANK A.E." δεν έγινε ποτέ νόμιμη κομίστρια αυτών, αλλά ήταν μόνο η πωλήτρια τράπεζα, ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι η "ΑΤΕ" δεν είχε δικαίωμα υποβολής των ένδικων εγκλήσεων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ακολούθως, προέκυψε ότι η εγκαλούσα "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", υπέβαλε τις προαναφερθείσες δύο εγκλήσεις, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον Διευθυντή του Κεντρικού Καταστήματος Ψ, τις οποίες υπέγραψε ο παραπάνω ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, και στη συνέχεια εγχείρισε την μεν με ημερομηνία 9-9-2004 στον Ανθυπαστυνόμο ..... του Α.Τ. Συντάγματος προς διαβίβαση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κομοτηνής, την δε με ημερομηνία 21-11-2004 στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Σε αμφότερες τις άνω εγκλήσεις υποβλήθηκαν συνημμένα: α) αντίγραφο του καταστατικού της Α.Τ.Ε., β) το ΦΕΚ με αριθμό φύλλου ...../1991, γ) το με αριθμό ..../2004 πρακτικό του Δ.Σ. της Α.Τ.Ε., δ) το ΦΕΚ με αριθμό φύλλου ...../2004, ε) το ΦΕΚ με αριθμό φύλλου ...../2004 και στ) το με αριθμό πρωτοκόλλου ...../2004 έγγραφο της ΑΤΕ (πράξη διορισμού του Ψ ως Διευθυντή του καταστήματος της "ΑΤΕ" στο Κεντρικό κατάστημά της). Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του καταστατικού της "ΑΤΕ Α.Ε." "Η τράπεζα διοικείται από το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από εννέα μέχρι 13 συμβούλους", ενώ στο άρθρο 23 αυτού ορίζεται ότι "1. Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη Διοίκηση και εκπροσώπηση της Τράπεζας καθώς και στη διαχείριση της περιουσίας της ... 2. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει την άσκηση του συνόλου ή μέρους των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του σε ένα ή περισσότερα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή σε Διευθυντές ή υπαλλήλους της Τράπεζας ... ". Περαιτέρω, στο άρθρο 24 παρ. 2 του άνω καταστατικού ορίζεται ότι "Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα την τράπεζα και έχει τις αρμοδιότητες που ενδεικτικά ορίζονται στο παρόν καταστατικό, στον οργανισμό προσωπικού και στις λοιπές κείμενες διατάξεις ... Υποβάλλει μηνύσεις και εγκλήσεις για λογαριασμό της Τράπεζας ... ". Από το με αριθμό ...../2004 πρακτικό του Δ.Σ. της εγκαλούσας, που προσαρτήθηκε στις ένδικες δύο εγκλήσεις, σε ακριβές απόσπασμα από το βιβλίο πρακτικών, επικυρωμένο από τη δικηγόρο ....., προκύπτει ότι το Δ.Σ., κατά τη συνεδρίαση της 28-4-2004, στην οποία συμμετείχε ο Πρόεδρος αυτού Α και τα άλλα εννέα αναφερόμενα μέλη, αποφάσισε ομόφωνα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του καταστατικού της, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "1. Εκχωρεί στον Πρόεδρο του Δ.Σ. και σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας αυτού στους Αντιπροέδρους όλες τις αρμοδιότητες του που απορρέουν από το άνω άρθρο 23 του καταστατικού. Ο πρόεδρος του Δ.Σ., με απόφαση του αναθέτει στους Αντιπροέδρους καθώς και στους Προϊσταμένους Υπηρεσιακών Μονάδων της Τράπεζας συγκεκριμένες αρμοδιότητες από τις πιο πάνω εκχωρηθείσες, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 2 του καταστατικού ... 3. Ο πρόεδρος του Δ.Σ. μπορεί να εξουσιοδοτεί δικηγόρους με ειδική πληρεξουσιότητα να εκπροσωπούν την Τράπεζα, ή τρίτους, προκειμένου να διεκπεραιώνουν συγκεκριμένες εργασίες στο όνομα και για λογαριασμό της ΑΤΕ ... 8. Η Τράπεζα εκπροσωπείται δικαστικά και εξώδικα από τον Πρόεδρο και σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του από τους Αντιπροέδρους, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 4 του άρθρου 24 του καταστατικού. Αν επιβάλλεται να γίνει αυτοπρόσωπη εμφάνιση του νομίμου εκπροσώπου της Τράπεζας ενώπιον Δικαστηρίου, ή άλλης Δικαστικής Αρχής, ή προκειμένου περί δόσεως όρκων, κατάθεσης μήνυσης ή έγκλησης και παραίτησης απ' αυτές, δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων στην προδικασία και στα ακροατήρια και παραίτησης απ' αυτήν, άσκησης ενδίκων μέσων κατά ποινικών αποφάσεων και βουλευμάτων και παραίτησης απ' αυτά, καθώς και σε όλες γενικά τις περιπτώσεις που απαιτούν την ενώπιον Δικαστηρίου, Εισαγγελικής ή άλλης Δικαστικής Αρχής προσωπική εμφάνιση, την Τράπεζα εκπροσωπούν νόμιμα, πλην του Προέδρου και των Αντιπροέδρων και κάθε Προϊστάμενος ή Αναπληρωτής Προϊστάμενος Κεντρικής Υπηρεσίας και για τις υποθέσεις των περιφερειακών Καταστημάτων και ο Διευθυντής του καταστήματος ή ο αναπληρωτής του ... ". Το ανωτέρω πρακτικό του Δ.Σ., με θητεία αυτού (Δ.Σ.) μέχρι στις 30-6-2007 δημοσιεύτηκε ολόκληρο στο ΦΕΚ με αριθμό φύλλου ...../2004. Τέλος, από το με αριθμό ...../2004 έγγραφο της "ΑΤΕ" (τμήμα απασχόλησης προσωπικού) προκύπτει ότι ο Ψ με την με αριθμό ...../2004 πράξη του Δ.Σ. τοποθετήθηκε ως Διευθυντής του Κεντρικού Καταστήματος αυτής και ανέλαβε τα ως άνω καθήκοντά του στις 25-5-2004 (βλ. το με την ίδια ημερομηνία έγγραφο του κεντρικού καταστήματος). Από τα προαναφερθέντα προέκυψε ότι ο Ψ, που υπόγραψε και ενεχείρισε αρμοδίως, όπως ειδικότερα προεκτέθηκε, τις δύο ένδικες εγκλήσεις της "ΑΤΕ Α.Ε.", ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, ενήργησε ως υποκατάστατος του Δ.Σ. αυτής, δηλαδή ως όργανο της τελευταίας, αφού του ανατέθηκε, κατά τα ανωτέρω, από το Δ.Σ. της εγκαλούσας η δικαστική εκπροσώπηση αυτής, υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντή του Κεντρικού Καταστήματος, και ως τέτοιος δεν είχε ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας, ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ. και όχι ως εντολοδόχος, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι. Επομένως, οι άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί των κατηγορουμένων περί μη νομότυπης υποβολής των ένδικων εγκλήσεων, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την έρευνα του βασίμου ή μη των, σχετικά με τους πιο πάνω απορριφθέντας αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, προβαλλομένων, για ελλιπή αιτιολογία, υπέρβαση εξουσίας και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, αναιρετικών λόγων, η ποινική δίωξη για την έκδοση των επίμαχων ακάλυπτων επιταγών, ασκήθηκε εναντίον των αναιρεσειόντων κατόπιν των από 9-9-2004 και 29-11-2004 εγκλήσεων της στην Αθήνα εδρεύουσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία " ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", νομίμως εκπροσωπουμένης, εγκλήσεις, οι οποίες υπογράφηκαν και υποβλήθηκαν από τον Ψ, Διευθυντή του κεντρικού της καταστήματος της εγκαλούσας, ως νόμιμο εκπρόσωπο της τράπεζας, ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε προς υποβολή των συγκεκριμένων εγκλήσεων, αλλά και να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, με το με αριθ. 8/28-4-2004 πρακτικό του Δ.Σ. αυτής (εγκαλούσας ΑΤΕ). Ο εν λόγω πληρεξούσιος με τις εγκλήσεις συνυπέβαλε αρμοδίως, εκτός των άλλων, απόσπασμα πρακτικών της από 20-12-1999 συνεδριάσεως του Δ.Σ. της εγκαλούσας ΑΕ, τα υπ' αριθμ. ...../1991 και ...../2004 ΦΕΚ (Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης), όπου καταχωρείται η ανακοίνωση περί της νομίμου εκπροσωπήσεως της εταιρίας, το με αριθ. ...../2004 έγγραφο διορισμού του εν λόγω υπαλλήλου στη θέση του Διευθυντού στο κεντρικό κατάστημα Αθηνών της ΑΤΕ, καθώς και αντίγραφο του κωδικοποιημένου καταστατικού της εταιρίας ΑΤΕ. Από το προαναφερόμενο πρακτικό και το καταστατικό που προσκομίζονται σε ακριβές απόσπασμα και από το βιβλίο των πρακτικών, επικυρωμένο από τη δικηγόρο ......, προκύπτει, ότι το Δ.Σ. της ανωτέρω Α.Ε. κατά τη συνεδρίασή του της 28-4-2004, που συμμετείχε ο πρόεδρος του Δ.Σ. και άλλα εννέα μέλη αυτού, ομοφώνως αποφασίζει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 234 παρ.2 του καταστατικού της τράπεζας, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "εκχωρεί στον πρόεδρο του Δ.Σ. ... και τους αντιπροέδρους τις αρμοδιότητες του άρθρου 23. Αν επιβάλλεται να γίνει αυτοπρόσωπη εμφάνιση του νομίμου εκπροσώπου της τράπεζας ενώπιον Δικαστηρίου, ή άλλης Δικαστικής Αρχής ή προκειμένου περί κατάθεσης μηνύσεως ή εγκλήσεως, δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων κ.λ.π., την τράπεζα εκπροσωπούν, εκτός από τον πρόεδρο και τους αντιπροέδρους και ο Διευθυντής του καταστήματος ή ο αναπληρωτής του ... ". Το ανωτέρω πρακτικό δημοσιεύτηκε ολόκληρο στο με αριθμό ...../2004 ΦΕΚ. Από το με αριθ. ...../2004 έγγραφο της ΑΤΕ, προκύπτει ότι ο Ψ με την ...../2004 πράξη του ΔΣ τοποθετήθηκε ως Διευθυντής του κεντρικού καταστήματος της ΑΤE και ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 25-5-2004. Επομένως, ο ανωτέρω Διευθυντής της ΑΤΕ, που υπέγραψε και εγχείρισε αρμοδίως τις δύο ένδικες εγκλήσεις της ΑΤΕ κατά των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ΑΤΕ και ενήργησε ως υποκατάστατος του ΔΣ αυτής, την εντολή του οποίου και εκτέλεσε κατά τα παραπάνω, ως Διευθυντής του κεντρικού καταστήματος της ΑΤΕ και όχι ως εντολοδόχος του ΔΣ και άρα δεν είχε ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως, ούτε βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ, κατά τα άρθρα 42 παρ.1γ και 46 του ΚΠοινΔ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη ως παραπάνω αιτιολογία, απέρριψε τους περί απαραδέκτου την ποινικής διώξεως αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, λόγω μη νομίμου υποβολής της εγκλήσεως, ορθά έκρινε και το νόμο εφάρμοσε, δεν υπερέβη την εξουσία του και οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, Ε και Η του ΚΠοινΔ, σχετικοί τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1251 του ΑΚ, που έχει τον παράτιτλο "Ενέχυρο τίτλου σε διαταγή", ορίζεται ότι "για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί οπισθογράφησή του σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη έγγραφη συμφωνία, με το άρθρο δε 1255 ΑΚ, που έχει τον παράτιτλο "ενεχύραση τίτλου σε διαταγή", ορίζεται ότι "αν αντικείμενο του ενεχύρου είναι τίτλος σε διαταγή, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι, με την ενεχυρική οπισθογράφηση όλων των τίτλων σε διαταγή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η τραπεζική επιταγή, ο δανειστής-κομιστής του τίτλου αποκτά ενέχυρο στην απαίτηση που ενσωματώνεται στον τίτλο και στον ίδιο τον τίτλο, ενώ ο ενεχυραστής οπισθογράφος παραμένει κύριος του τίτλου και ουσιαστικός δικαιούχος της απαίτησης από αυτόν, παρότι δεν κατέχει πλέον τον τίτλο, ο δε ενεχυρούχος δανειστής αποκτά με την οπισθογράφηση και ασκεί με βάση το ενέχυρο ίδιο εκ του τίτλου δικαίωμα εισπράξεως της ενσωματωμένης στον τίτλο απαιτήσεως και μάλιστα στο όνομά του. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλο παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το παραπάνω άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε. Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία, όχι μόνο του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 και επ. του ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 και επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι, όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεώς της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία ο κομιστής της επιταγής τη μεταβιβάσει σε άλλο λόγω ενεχύρου, οπότε δικαίωμα να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή έχει ο τελευταίος (ενεχυρούχος δανειστής), ασκώντας ίδιο δικαίωμα εκ του τίτλου, σύμφωνα με το άρθρο 1255 ΑΚ. Αν όμως η επιταγή δεν πληρωθεί και την πληρώσει ο ενεχυράσας οφειλέτης, αποκτώντας εκ νέου τον τίτλο, εκείνος που ζημιώνεται και πάλι από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι ο τελευταίος, αφού η απαίτηση του ενεχυρούχου δανειστή δεν θίγεται. Σημειώνεται, ότι το δικαίωμα αναγωγής του (τελευταίου) κομιστή κατά του εκδότη και των προγενεστέρων υπογραφέων της επιταγής, παρέχεται και από τις διατάξεις του Ν. 5960/1933 (άρθρο 44), σε οποιοδήποτε υπογραφέα της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε. Αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή δικαιούχος της αποζημιώσεως από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής αυτής, δεν συνάγεται ούτε από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, που είχε προστεθεί με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, και κατά την οποία η ποινική δίωξη (για την πράξη της παρ. 1) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Τούτο δε, διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής χρησιμοποιείται στην παραπάνω διάταξη μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Κατά συνέπεια, ως "κομιστής θεωρείται κατά τη διάταξη αυτή και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της. (ΟλΑΠ 23,24/2007).
Τέλος, η υποβολή εγκλήσεως προς άσκηση ποινικής διώξεως για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής από μη δικαιούμενο σε αυτή (μη νόμιμο κομιστή), ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, για υπέρβαση εξουσίας, σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, με βάση αυτή, απάγγειλε καταδίκη για το καταγγελλόμενο έγκλημα. Για να κρίνει περί της βασιμότητας του λόγου τούτου της αναιρέσεως, αν δηλαδή υπήρχε έγκυρη έγκληση, ο Άρειος Πάγος επισκοπεί την ένδικη επιταγή και τα νομιμοποιητικά έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επί του αυτοτελούς ισχυρισμού της ελλείψεως δικαιώματος εγκλήσεως της ΑΤΕ και επί της ουσίας της υποθέσεως, δέχθηκε, κατά την ενέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα παρακάτω: "Από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε ένορκα στο ακροατήριο σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων και από την όλη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από το με ημερομηνία 12-9-2003 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΑΙΑ ΘΡΑΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ, ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΓΑΙΑ ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε.Β.Ε.", που δημοσιεύτηκε στο με αριθμό ...../2003 ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), την άνω εταιρία εκπροσωπούν: α) ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος Β, με μόνη την υπογραφή του κάτω από την εταιρική επωνυμία και β) από κοινού ο Αντιπρόεδρος Χ1 (δεύτερος κατηγορούμενος) και το μέλος του Δ.Σ. Χ2 (πρώτος κατηγορούμενος), με θητεία του Δ.Σ. μέχρι 30-6-2008. Σύμφωνα με το από 14-4-2004 πρακτικό του Δ.Σ. της άνω εταιρίας, που δημοσιεύτηκε στο με αριθμό ...../2004 ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.) την εταιρία εκπροσωπούν και δεσμεύουν: α) Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος Γ με μόνη την υπογραφή του κάτω από την εταιρική επωνυμία και από κοινού ο ορισθείς ως γενικός διευθυντής της εταιρίας Χ1 (δεύτερος κατηγορούμενος) και ο Χ2 (πρώτος κατηγορούμενος) με διπλή υπογραφή κάτω από την εταιρική επωνυμία, με θητεία του Δ.Σ. μέχρι 31-12-2008. Στα πλαίσια αυτής της εκπροσώπησης της άνω εταιρίας οι κατηγορούμενοι, εκ των οποίων ο πρώτος Χ2 είναι εμπορικός διευθυντής και ο δεύτερος Χ1, γενικός Διευθυντής της, εξέδωσαν στην ....., από κοινού, με διπλή υπογραφή κάτω από την εταιρική επωνυμία, για λογαριασμό της άνω εταιρίας, κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας με την επωνυμία "ΓΙΑ ΘΡΑΚΗΣ Α.Β.Ε.Ε.", τις παρακάτω επιταγές, ενώ γνώριζαν ότι η άνω εκδότρια εταιρία δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα "EUROBANK A.E." και ειδικότερα στον λογαριασμό από τον οποίο ήταν πληρωτέες, τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως, όσο και κατά το χρόνο πληρωμής αυτών. Ειδικότερα, εξέδωσαν στην ....., υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα τους, από κοινού, τις ακόλουθες επιταγές της "ΕUROBANK A.E.", εις διαταγήν της εταιρίας "ΘΡΑΚΗ Α.Ε.", η οποία στη συνέχεια τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην εγκαλούσα "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", νόμιμα εκπροσωπουμένη: 1) στις 8-6-2004, την με αριθμό ....., ποσού 35500.000 ευρώ, 2) στις 11-6-2004, την με αριθμό ....., ποσού 32000.00 ευρώ, 3) στις 24-6-2004, την με αριθμό ....., ποσού 42500.00 ευρώ, 4) στις 29-6-2004, την με αριθμό ....., ποσού 32500.00 ευρώ, 5) στις 20-8-2004, την με αριθμό ....., ποσού 25400.00 ευρώ, 6) στις 3-9-2004, την με αριθμό ....., ποσού 2480.00 ευρώ, 7) στις 8-9-2004, την με αριθμό ....., ποσού 24300.00 ευρώ, 8) στις 10-9-2004 την με αριθμό ....., ποσού 24600.00 ευρώ, 9) στις 14-9-2004, την με αριθμό ....., ποσού 25500.00 ευρώ, και 10) στις 17-9-2004, την με αριθμό ....., ποσού 24500.00 ευρώ. Τις επιταγές αυτές εμφάνισε η εγκαλούσα, νόμιμα εκπροσωπουμένη, ως νόμιμη κομίστρια, νομότυπα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, στις 9-6-2004, 15-6-2004, 25-6-2004, 30-6-2004, 25-8-2004, 6-9-2004, 13-9-2004, 15-9-2004 και 17-9-2004, πλην όμως δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στο λογαριασμό από όπου ήταν πληρωτέα έκαστη, όπως προκύπτει από τις σχετικές βεβαιώσεις της πληρώτριας τράπεζας στο σώμα έκαστης επιταγής. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αξιόποινης πράξης της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, από κοινού, κατ' εξακολούθηση, να τους αναγνωριστεί, όμως, το ελαφρυντικό του ότι στις άνω πράξεις τους κινήθηκαν από αίτια μη ταπεινά (άρθρο 84 παρ. 2β Π.Κ.), το οποίο ήδη έχει αναγνωριστεί πρωτοδίκως με την με αριθμό 4082/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κομοτηνής, καθόσον η μη αναγνώριση του, αποτελεί κατ' άρθρο 470 Κ.Π.Δ. χειροτέρευση της θέσης αυτών". Στη συνέχεια το ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους του αδικήματος της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών, από κοινού και κατ'εξακολούθηση και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών σε καθένα, ποινή της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε επί τριετία. Με βάση αυτά που αναπτύχθηκαν στην οικεία πιο πάνω νομική σκέψη, την επισκόπηση των ενδίκων επιταγών και τις άνω παραδοχές του δικαστηρίου επί των αυτοτελών ισχυρισμών και επί της ουσίας της υποθέσεως, προκύπτει ότι τις εν λόγω δέκα τραπεζικές επιταγές, εκδοθείσες από κοινού από τους κατηγορουμένους, ως νομίμους εκπροσώπους της εταιρείας " ΓΑΙΑ ΘΡΑΚΗΣ ΑΒΕΕ", σε διαταγή της εταιρείας "ΘΡΑΚΗ ΑΕ", η τελευταία εταιρία ως λήπτρια, τις μεταβίβασε λόγω ενεχύρου στην εγκαλούσα ΑΤΕ, η οποία ασκώντας το δικαίωμα εισπράξεώς τους με βάση το ενέχυρο στο όνομά της, τις παρέδωσε στην πληρώτρια ως άνω τράπεζα προς είσπραξη μόνο και κατάθεση τον ποσών σε τηρούμενο σε αυτή λογαριασμό της, πλην αυτές εμφανισθείσες εμπρόθεσμα εντός του νομίμου οκταημέρου από της εκδόσεως εκάστης, σφραγίστηκαν και δεν πληρώθηκαν, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο εμφάνισης.
Συνεπώς νόμιμη κομίστρια των εν λόγω ακαλύπτων επιταγών και δικαιούχος των εξ αυτών απορρεόντων δικαιωμάτων, ως ενεχυρούχος δανείστρια, είναι η εγκαλούσα εταιρία ΑΤΕ και όχι η πληρώτρια τράπεζα "EUROBANK ΑΕ ", η οποία, ενεργούσε ως εντολοδόχος της εγκαλούσας, ήταν επιφορτισμένη μόνο με την είσπραξη των παραδοθεισών σε αυτή επιταγών και την εν συνεχεία πίστωση του εισπραχθησομένου ποσού στον σε αυτή τηρούμενο λογαριασμό της εγκαλούσας. Επομένως σε υποβολή της εγκλήσεως νομιμοποιείτο να προβεί η ζημιωθείσα εγκαλούσα κομίστρια τράπεζα ΑΤΕ και όχι η " EUROBANK ΑΕ".
Εντεύθεν ο πιο πάνω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως με εκ πλαγίου παράβαση και για υπέρβαση εξουσίας, διότι το δικαστήριο έκρινε και καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υπήρχε η απαιτούμενη κατά νόμο νόμιμη έγκληση, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, με βάση τις παραπάνω παρατεθείσες παραδοχές, τόσο στο αιτιολογικό που απορρίπτει τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, όσο και στο κύριο επί της ουσίας αιτιολογικό του, το δικαστήριο επί της ουσίας, διέλαβε στην απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω, στη νομική σκέψη, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 45, 98 του ΠΚ και 79 παρ.1 του ν.5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 ν.δ. 1325/1972, που εφάρμοσε. Ειδικότερα αναφέρει ότι η ΑΤΕ, ήταν η νόμιμη κομίστρια των επιταγών κατά το χρόνο εμφανίσεως προς πληρωμή και δικαιούχος κατά νόμο σε έγκληση, ζημιωθείσα κατά τα ποσά των επιταγών αυτών που ουδέποτε εισέπραξε, αναφέρει σε διαταγή τίνος εκδόθηκαν από τους κατηγορουμένους οι επιταγές, πώς απέκτησε την ιδιότητα του κομιστή η εγκαλούσα τράπεζα, αναφέρει ότι οι κατηγορούμενοι εξέδωσαν από κοινού, τις άνω δέκα επιταγές, με διπλή υπογραφή τους κάτω από την εταιρική επωνυμία της εταιρείας "ΓΑΙΑ ΘΡΑΚΗΣ ΑΒΕΕ", της οποίας ήσαν νόμιμοι εκπρόσωποι, ενώ γνώριζαν ότι η άνω εκδότρια εταιρεία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως, όσο και κατά το χρόνο πληρωμής τους και δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Άρα και οι συναφείς δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ως και ο πρόσθετος λόγος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-1-2007 αίτηση αναιρέσεως και τον από 5-9-2008 πρόσθετο λόγο αυτής, των Χ1 και Χ2 κατά της με αριθμό 52/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ