Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2272 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.




Περίληψη:
Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτονται οι δύο λόγοι της αναιρέσεως, διότι η απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι είναι μεν απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση να καθορίζεται ποια από τις δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη, πλην εν προκειμένω καθορίζεται σαφώς στο αιτιολογικό πρόκειται για βαριά σωματική βλάβη, η δε διαζευκτική αναφορά στο διατακτικό οφείλεται σε προφανή παραδρομή.




Αριθμός 2272/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κομνηνάκη, περί αναιρέσεως της 235/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1116/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1α του Ποινικού Κώδικα, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ.2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση να καθορίζεται ποία από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δε δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μίας ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή του θα καθοριστεί με βάση τα κριτήρια του άρθρου 79 του Ποινικού Κώδικα. Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα και ιδρύεται ο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, καταδίκασε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια, αφού τον κήρυξε ένοχο του ότι "στο ..., στους παρακάτω χρόνους τέλεσε τις πιο κάτω αξιόποινες πράξεις: Α.- Στις 24.11.2002, 29.11.2002 και 22.12.2002, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη. Ειδικότερα, εντός της επί της ... οικίας τους, επιτέθηκε στις 24.11.2002 και 29.11.2002 στην εγκαλούσα σύζυγό του Ζ και με τα χέρια του την χτύπησε στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματός της, προξενώντας σ' αυτήν μώλωπες και κακώσεις, επίσης στις 22.12.2002 επιτέθηκε στην ίδια ως άνω εγκαλούσα, την άρπαξε από τους ώμους, της χτύπησε το κεφάλι στον τοίχο, στη συνέχεια την έσυρε στο πάτωμα και με κλοτσιές τη χτύπησε σε διάφορα μέρη του σώματός της και την τραυμάτισε, προξενώντας της εκδορές στην έσω επιφάνεια του δεξιού αντιβραχίου, οίδημα μαλακών μορίων τριχωτού κεφαλής στην ινιακή χώρα. Οι πράξεις του αυτές, από τον τρόπο τελέσεώς τους και του σημείου καταφοράς των πληγμάτων, μπορούσαν να προκαλέσουν στην παθούσα κίνδυνο για τη ζωή της ή βαριά σωματικής της βλάβη". Προκειμένου να οδηγηθεί το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, στην ως άνω καταδικαστική κρίση, δέχτηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτή αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχτηκαν κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στις 24.11.2002, 29.11.2002 και 22.12.2002, εξακολουθητικά εντός της οικίας τους επί της οδού ... με τα χέρια του χτύπησε στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματός της τη σύζυγό του Ζ, προξενώντας σ' αυτήν μώλωπες και κακώσεις και ειδικότερα στις 22.12.2002 της κτύπησε το κεφάλι στον τοίχο, αφού την άρπαξε από τους ώμους, στη συνέχεια την έσυρε στο πάτωμα και με κλοτσιές την χτύπησε σε διάφορα μέρη του σώματός της, προκαλώντας σ' αυτήν εκδορές στην έσω επιφάνεια του δεξιού αντιβραχίου, οίδημα μαλακών μορίων τριχωτού κεφαλής, στην ινιακή χώρα. Από το σημείο καταφοράς των πληγμάτων, του τρόπου τέλεσης, με άκρατη βιαιότητα και της εν γένει νευρολογικής ευαισθησίας της παθούσας οι πράξεις αυτές μπορούσαν να της προκαλέσουν βαριά σωματική βλάβη". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 308 παρ. 1 και 309 του Ποινικού Κώδικα, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, με αποτέλεσμα να μη στερήσει την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ως προς τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, γίνεται ειδική αναφορά, στον δόλο και στη γνώση του κατηγορουμένου ότι με την περιγραφόμενη στην απόφαση συμπεριφορά του η σωματική κάκωση που προκάλεσε στη σύζυγό του θα μπορούσε με τον τρόπο που τελέστηκε να της προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη. Δηλαδή εξειδικεύεται στην απόφαση και καθορίζεται με σαφήνεια ποία από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού έγινε δεκτό ότι πρόκειται για βαριά σωματική βλάβη, το γεγονός δε ότι στο διατακτικό αναφέρονται και οι δύο περιπτώσεις διακινδυνεύσεως οφείλεται σε προφανή παραδρομή, συνισταμένη στη μη διαγραφή της περιπτώσεως του κινδύνου για τη ζωή, που είχε γραφεί αρχικώς στο κατηγορητήριο κατά τρόπο διαζευκτικό με την βαριά σωματική βλάβη. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν διαλαμβάνει σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά και συλλογισμούς, αλλά το σκεπτικό του αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, το οποίο και αυτό αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου και ότι δεν αξιολογούνται επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, συσχετιζόμενα μεταξύ τους, είναι αβάσιμες, διότι το σκεπτικό δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, σε κάθε δε περίπτωση σε όσα σημεία ταυτίζεται υπάρχουν αιτιολογίες, το δε γεγονός ότι το διατακτικό αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, αφού το κατηγορητήριο είναι πλήρες και επαρκές. Τέλος, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, καθόσον με αυτές προβάλλεται ότι δεν έγινε σωστή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες, διότι με την πρόφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά και εν όψει του ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. ΚΠοινΔ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Μαΐου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 235/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή