Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2069 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πραγματογνωμοσύνη.




Περίληψη:
Πότε ακυρότητα του άρθρου 369 §§ 1 και 3 ΚΠΔ. Πότε η πραγματογνωμοσύνη αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων, και πρέπει να αναφέρεται ειδικά μεταξύ των αποδεικτικών μέσων (άρθρ. 178, 183 ΚΠΔ) που λήφθηκαν υπόψη. Άλλως αν δεν αναφέρεται στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως ή δεν διαφαίνεται ότι το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτής εμπεριέχεται στις παραδοχές της αποφάσεως, δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι ελήφθη υπ’ όψη. Πότε τα έγγραφα λαμβάνονται υπ’ όψη κατ’ άρθρο 364 § 1α ΚΠΔ. Πότε αιτιολογία αυτοτελών ισχυρισμών. Απαραίτητη προϋπόθεση να εξετασθούν είναι να υποβληθούν ορισμένα. Απορρίπτει την αναίρεση.




Αριθμός 2069/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα- Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 10/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του καθώς και στους από 21 Σεπτεμβρίου 2007 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 604/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατ'άρθρον 171 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ ακυρότητα που λαμβάνεται υπ'όψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο (απόλυτη ακυρότης) προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ίδιου Κώδικος η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο αποτελεί λόγον αναιρέσεως. Περαιτέρω κατ'άρθρον 369 παρ.1 ΚΠΔ όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα... και τέλος δίνει τον λόγο στον κατηγορούμενο και παρ.3 ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 10/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, μετά την απολογία των τότε δύο κατηγορουμένων, εκ των οποίων ο δεύτερος είναι ο νυν αναιρεσείων, και την υποβολή ερωτήσεων εις αυτούς, ο Πρόεδρος ρώτησε τον Εισαγγελέα και τις συνηγόρους των κατηγορουμένων εάν χρειάζονται καμία συμπληρωματική εξέταση ή διασαφήνιση και όταν απάντησαν αρνητικά κήρυξε την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Μετά δε την πρόταση του Εισαγγελέως επί της ενοχής, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, αφού έλαβαν χωριστά η κάθε μια τον λόγο από τον Πρόεδρο ανέπτυξαν την υπεράσπισή τους και προέβαλαν αυτοτελείς ισχυρισμούς την παραδοχή των οποίων εξήτησαν και οι κατηγορούμενοι, μετά ταύτα δε οι τελευταίοι ερωτήθησαν από τον Πρόεδρο αν έχουν να προσθέσουν τίποτα για την υπεράσπισή τους και αυτοί απήντησαν αρνητικά. Ούτως ο λόγος αναιρέσεως κατά το έν σκέλος του ότι προεκλήθη απόλυτη ακυρότης διότι ο διευθύνων την συζήτηση παρέλειψε να δώσει τον λόγον στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο προκειμένου να απολογηθεί και στο συνήγορό του να αναπτύξει την υπεράσπισή του επί της ενοχής είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης ο αυτός λόγος αναιρέσεως κατά τα έτερον σκέλος του ότι υπάρχει απόλυτη, επίσης, ακυρότης, διότι ο διευθύνων την συζήτηση, μετά την πρόταση του Εισαγγελέως επί της ποινής, δεν έδωσε τον λόγον στον συνήγορο του κατηγορουμένου για να αναπτύξει την υπεράσπισή του επ'αυτής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μετά την πρόταση του Εισαγγελέως επί της επιβληθησομένης ποινής σε κάθε κατηγορούμενο, "οι συνήγοροι των κατηγορουμένων που κηρύχθηκαν ένοχοι, αφού έλαβαν, η κάθε μία χωριστά το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησαν να επιβληθεί στους κατηγορουμένους το ελάχιστο όριο της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, τα ίδια ζήτησαν και οι κατηγορούμενοι".
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο μόνος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφηρμόσθη. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η κατ'είδος τους αναφορά τούτων, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ'αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'οψη και συνεξετίμησε, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, όχι μόνο τινά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει δε ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο την πραγματογνωμοσύνη (περ. γ' αυτού) η οποία όμως διατάσσεται υπό προϋποθέσεις κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ από ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέως. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία, για να υπάρχει βεβαιότητα ότι ελήφθη υπ'όψη. Για την πληρότητα όμως της αιτιολογίας δεν είναι απαραίτητη η ιδιαίτερη αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, όταν το συμπέρασμά της δεν αντιτίθεται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως και το ουσιαστικό της περιεχόμενο εμπεριέχεται στις παραδοχές αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναιφερομένων αποδεικτικών μέσων και δη τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία (εδέχθη), ότι απεδείχθησαν τα εξής: Κατά την διάρκεια περιπολίας προγραμματισμένης, που διενεργούσαν άνδρες της συνοριοφυλακής στην περιοχή (κάμπος) ..... στις 2-9-2005 εντόπισαν με την χρήση θερμικής κάμερας τρία άτομα να μεταφέρουν τέσσερις ταξιδιωτικούς σάκκους εισερχόμενοι στο Ελληνικό έδαφος, από άγνωστο σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αμέσως επενέβησαν και συνέλαβαν τους δύο από τα ανωτέρω άτομα που όπως αποδείχθηκε ήταν Αλβανοί υπήκοοι (οι κατηγορούμενοι), ο τρίτος δε ονόματι .....,αγνώστων λοιπών στοιχείων, διέφυγε, εκμεταλλευόμενος το πυκνό δάσος που υπήρχε στην περιοχή. Οι σάκοι δε που μετέφεραν οι ως άνω κατηγορούμενοι, καθώς και ο μη συλληφθείς επίσης Αλβανός υπήκοος, περιείχαν ποσότητα ινδικής κάνναβης 61 κιλών και 370 γραμμαρίων. Την ανωτέρω ποσότητα εισήγαγαν από κοινού οι προαναφερθέντες στην Ελληνική Επικράτεια, από την Αλβανία κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατείχαν δε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης επ' αυτής και της δυνατότητας διάθεσής της σε τρίτους, και την μετέφεραν από μη διακριβωθέν σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου από όπου και εισήλθαν λάθρα στη χώρα, μέχρι και το σημείο που συνελήφθησαν. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι εισήλθαν παράνομα στην Ελληνική Επικράτεια, κατά τον προεκτεθέντα τόπο και χρόνο, δηλαδή εισήλθαν στη χώρα από αφύλακτη διάβαση της Ελληνοαλβανικής μεθορίου, η οποία και δεν διακριβώθηκε χωρίς να είναι εφοδιασμένοι με διαβατήριο που να έχει νόμιμα θεωρηθεί για την είσοδό τους στη χώρα, από την αρμόδια Ελληνική Προξενική Αρχή ή με άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο αναγνωρισμένο από διεθνείς συμβάσεις και χωρίς να υποστούν το νόμιμο αστυνομικό έλεγχο. Στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο από όλα τα εκτεθέντα αποδεικτικά μέσα και ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ανδρών της συνοριοφυλακής, οι οποίοι επιβεβαιώνουν όλα τα παραπάνω, ότι δηλαδή οι κατηγορούμενοι έγιναν αντιληπτοί να εισέρχονται στο Ελληνικό έδαφος από την Αλβανία και από το φυλασσόμενο σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου και να μεταφέρουν τέσσερις ταξιδιωτικούς σάκους πεζή, τους οποίους είχαν εισάγει από την Αλβανία και που αποδείχθηκε ότι περιείχαν ναρκωτικά και συγκεκριμένα 61 κιλά και 370 γραμμάρια και τα οποία τα κατείχαν αυτοί, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και ότι στις πράξεις αυτές είχε εμπλακεί και ο μη συλληφθείς ομοεθνής τους, ονόματι ....., αγνώστων λοιπών στοιχείων. Οι κατηγορούμενοι δεν αρνήθηκαν ότι εισήγαγαν και μετέφεραν τα παραπάνω ναρκωτικά, ισχυρισθέντες περαιτέρω ότι ο μη συλληφθείς ομοεθνής τους, τους υποσχέθηκε ότι θα έδινε σε καθένα απ' αυτούς από 300 Ευρώ, προκειμένου να πραγματοποιήσουν την εισαγωγή και μεταφορά των ναρκωτικών από την Αλβανία στην Ελλάδα, ενοώντας προφανώς ότι δεν είχαν αυτοί την από κοινού κατοχή των ναρκωτικών, με την εκτεθείσα έννοια της φυσικής εξουσίασης αυτών, γεγονός όμως το οποίο δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, και ότι αυτοί εγνώριζαν ότι οι σάκοι που ανέλαβαν να εισάγουν στην Ελληνική Επικράτεια και να μεταφέρουν, περιείχαν ναρκωτικά και συγκεκριμένα την προαναφερθείσα ποσότητα των 61 κιλών και 370 γραμμαρίων. Επίσης οι κατηγορούμενοι δεν αμφισβήτησαν ότι εισήλθαν παράνομα στη χώρα. Κατ'ακολουθίαν όλων όσων εκτέθηκαν πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των πράξεων που τους αποδόθηκαν και συγκεκριμένα εισαγωγής στην Επικράτεια, μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών που αφορά την ίδια ποσότητα και της παράνομης εισόδου στη χώρα.... Με τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά ως και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που εδέχθη στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. α', ζ' και παρ. 2 Ν. 1729/1987. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήτο αναγκαίο να γίνει συσχέτιση και συγκριτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβεν υπ'όψη του ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο την υπ' αριθμ. πρωτ. ..... έκθεση εξέτασης (δείγματος), η οποία περιέχεται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τούτο δε διότι το άνω έγγραφο, τιτλοφορούμενο ως "έκθεση εξέτασης" δεν είναι το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 178 στοιχ. γ' ΚΠΔ ως "πραγματογνωμοσύνη" και το οποίο πρέπει να μνημονεύεται στο αιτιολογικό της αποφάσεως ειδικώς, αλλ'είναι απλό έγγραφο και ως τοιούτο ελήφθη υπ'όψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεξετιμήθη με τα λοιπά έγγραφα. Πέραν αυτού όμως, εις πάσα περίπτωση, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο σκεπτικό της προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του την άνω έκθεση -έγγραφο όσον αφορά το είδος της ναρκωτικής ουσίας και εδέχθη ότι πρόκειται περί "κάνναβης", όπως ακριβώς και το αποτέλεσμα, εις την έκθεση αυτή, του εξετασθέντος δείγματος. Επίσης και η ετέρα αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ'όψη του τα προσκομισθέντα ενώπιόν του υπό του νυν αναιρεσείοντος (τότε δευτέρου κατηγορουμένου) έγγραφα είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, αφού ταύτα ως "έγγραφα" υπεβλήθησαν κατά την αποδεικτική διαδικασία και ως τοιαύτα ανεγνώσθησαν και ελήφθησαν υπόψη κατ'άρθρον 364 παρ.1 α' ΚΠΔ υπό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δεν ήτο δε απαραίτητη, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, και στο σημείο αυτό, η μνεία, αναφορά και αξιολόγηση καθενός εξ αυτών (ως εγγράφου) χωριστά και ειδικώς ως και η συσχέτιση μεταξύ των.
Συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση εκ των ανωτέρω πλημμελειών, προβαλλόμενος με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η κατά τα άνω άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε τοιούτοι εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται συμφώνως προς τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγησή τους, να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει άλλως το δικαστήριο δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, απέρριψε τους προβληθέντας ορισμένως αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων εκ του άρθρου 133 ΠΚ, και 84 παρ.1 α' ΠΚ, με την αντίστοιχη αιτιολογία: "Ως προς τον ισχυρισμό περί χορήγησης σ'αυτόν του ελαφρυντικού της μετεφηβικής ηλικίας, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ'όσον τα προεκτεθέντα περιστατικά, σε σχέση με την ανωτέρω παράνομη συμπεριφορά του κατηγορουμένου αυτού (δευτέρου), μαρτυρούν ωριμότητα καθώς και συναισθηματική ψυχρότητα, αλλά και επικινδυνότητα αυτού, εν όψει του ότι ο τελευταίος δεν στάθμισε τη τεράστια ζημία που θα προξενούσε σε πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων, ιδίως δε νέων, που θα έκαναν χρήση των ναρκωτικών, από την πολύ μεγάλη ποσότητα ινδικής κάνναβης, την οποία εισήγαγε στη χώρα μαζί με τον συγκατηγορούμενο του, πρώτο κατηγορούμενο (61 κιλά και 370 γραμμάρια), από κοινού δε με αυτόν κατείχε καί μετέφερε σ'αυτή (Α.Π 296/1999 Π.Χ ΛΘ', 1046 Α.Π 25/1996, Π.Χ ΜΣΤ', 1306). Τέλος και ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό του ως άνω κατηγορουμένου περί χορήγησης του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, ενόψει του ότι τα επικαλούμενα απ' αυτόν περιστατικά, ότι δηλαδή υπήρξε μαθητής για οκτώ χρόνια και ότι τα τελευταία τρία χρόνια πριν από τις πράξεις που τέλεσε, εργαζόταν εποχιακά στη συλλογή των μήλων στην ....., κατά τη διάρκεια του θέρους και ότι ανέπτυξε έντονη κοινωνική και αθλητική δράση, ασχολούμενος με το ποδόσφαιρο στην πόλη της ....., δεν αποδείχθηκαν, μη αρκούντος μόνο του γεγονότος ότι αυτός έχει λευκό ποινικό παρελθόν, τα υπ' αυτού δε προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα βραβεία σε σχέση με την επίδοση του στο ποδόσφαιρο, είχαν δοθεί από το Ελληνικό Υπουργείο Δικαιοσύνης και αφορούν τις επιδόσεις του στο ποδόσφαιρο, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στις Ελληνικές Φυλακές. Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρεται τόσο στα περιστατικά που επεκαλέσθη ο αναιρεσείων όσο και σ' αυτά που δικαιολογούν την απορριπτική του (Πενταμελούς) Εφετείου κρίση και επομένως ο σχετικός, των προσθέτων λόγων λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη των άνω ισχυρισμών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου όσον αφορά τον ισχυρισμόν του αναιρεσείοντος περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μεταμελείας, ούτος προεβλήθη χωρίς τα απαιτούμενα προς θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μετά την έκθεση των περιστατικών για την συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου αναφέρει ότι, μετά τον εγκλεισμό του, ο αναιρεσείων, στο σωφρονιστικό κατάστημα έχει επιδείξει άμεμπτη διαγωγή και συνεπώς προδήλως καταφαίνεται στο πρόσωπό του ή προσαπαιτουμένη ηθική και ψυχική μεταστροφή, η οποία εδράζεται στην αντίληψη της αξιόποινης πράξεως την οποία τέλεσε. Ούτως ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός δεν ήτο ορισμένος και σαφής, αφού δεν προσδιορίζει ποία τα περιστατικά, εκ των οποίων προκύπτει η μεταμέλειά του και η επιδίωξή του να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του, και ως αόριστος απερρίφθη από το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας. Εντεύθεν και ο σχετικός, των προσθέτων λόγων, λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας όσον αφορά την απόρριψη του άνω ισχυρισμού ως αορίστου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς εξέταση του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26/2/2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 10/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας ως και τους από 21-9-2007 προσθέτους λόγους αυτής. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ