Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1004 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Κατηγορούμενου θάνατος .




Περίληψη:
Παύει οριστικώς ποινική δίωξη λόγω θανάτου του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου.




Αριθμός 1004/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 874/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1620/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 548/25.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, ενώπιον του δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., την με αριθμό 19/26-9-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ......, οδός ...... ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του, από τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Βογιατζάκη του Γεωργίου, δυνάμει της από 25-9-2008 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδότησης και στρέφεται κατά του με αριθμό 874/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το με αριθμό 251/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της χρήσης πλαστών εγγράφων κατ'εξακολούθηση από την οποία σκόπευε να προσπορισθεί περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τα 73.000 ΕΥΡΩ, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 25/8/2004. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση.
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το με αριθμό 874/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε στην ουσία την έφεσή του, επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε με θυροκόλληση στον κατηγορούμενο στις 18/9/2008 και στον αντίκλητο δικηγόρο του στις 2/10/2008, η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 26/9/2008 ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Θεσσαλονίκης, συνετάγη δε από εκείνον, η με αριθμό 19/2008 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για κακούργημα. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης.
ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τ'ανωτέρω στοιχεία, με τα οποια συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 67/2006 ΠΧ ΝΣΤ'-697, ΑΠ 2253/2002 ΠΧ ΝΓ 795).
ΙΙΙ. Στη κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης που το εξέδωσε, χωρίς καμμία αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, με δικές του σκέψεις, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις του εγκαλούντα, των εξετασθέντων μαρτύρων Α, Β, Γ, Δ, Ε, τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα, μεταξύ των οποίων φωτοαντίγραφα των πλαστών επιταγών και η από 17/8/2007 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της ειδικής Δικαστικής Γραφολόγου ......, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο πρώτος κατηγορούμενος ΣΤ στις 25-8-2004 εφοδιάστηκε από άγνωστο πρόσωπο τα σώματα των υπ' αριθ. ...... και ...... επιταγών, τα οποία είχαν αφαιρεθεί από άγνωστο πρόσωπο από την κατοχή του πολιτικώς ενάγοντος Ζ. Ο Ζ είχε προμηθευτεί τα ανωτέρω σώματα επιταγών από την Τράπεζα EUROBANK, στα πλαίσια σύμβασης επιταγής που είχε συνάψει μαζί της. Ακολούθως ο πρώτος κατηγορούμενος συμπλήρωσε τα εν λόγω σώματα επιταγών αυθαίρετα.
Ειδικότερα στο σώμα της υπ' αριθ. ...... επιταγής ανέγραψε ως τόπο έκδοσης τη ...... ως χρόνο έκδοσης τις 28-1-2005, ως πληρωτέο ποσό αυτό των 30.000 ευρώ, ως πρόσωπο σε διαταγή του οποίου αυτή εκδόθηκε τον εαυτό του. Επίσης στο σώμα της υπ' αριθ. ...... επιταγής ανέγραψε ως τόπο έκδοσης τη ...... ως χρόνο έκδοσης τις 30-12-2004, ως πληρωτέο ποσό αυτό των 50.000 ευρώ, ως πρόσωπο σε διαταγή του οποίου αυτή εκδόθηκε τον εαυτό του. Επιπλέον στις ανωτέρω επιταγές έθεσε την υπογραφή του στη θέση του πρώτου οπισθογράφου και τις παρέδωσε στην ...... στις 25-8-2004 στα πλαίσια οπισθογράφησης στον δεύτερο κατηγορούμενο (Χ). Με τον τρόπο αυτό εμφανιζόταν προς τα έξω ότι οι εν λόγω επιταγές ήταν γνήσιες και είχαν εκδοθεί από τον Ζ σε διαταγή του πρώτου κατηγορουμένου. Ο πρώτος κατηγορούμενος με τη χρήση αυτών και ειδικότερα με την κυκλοφορία των επιταγών επεδίωκε να παραπλανήσει αυτούς που θα τις αποκτούσαν από τον δεύτερο κατηγορούμενο στα πλαίσια οπισθογράφησης, όπως επίσης και τους υπαλλήλους της πληρώτριας τράπεζας ότι ο Ζ είχε προβεί στην έκδοση τους και είχε αναλάβει την υποχρέωση για την ύπαρξη διαθεσίμων στον τραπεζικό λογαριασμό από τον οποίο αυτές έπρεπε να πληρωθούν. Το γεγονός αυτό ήταν κρίσιμο για τη γέννηση αστικής και ποινικής ευθύνης από την πλευρά του πολιτικώς ενάγοντος (Ζ) σε περίπτωση μη πληρωμής τους, αφού σε τέτοια περίπτωση καθένας από τους κομιστές των επιταγών αυτών μπορούσε να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος αυτού αλλά και να υποβάλει έγκληση σε βάρος του για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. 0 ανωτέρω σκοπός του πρώτου κατηγορουμένου προκύπτει από το ότι ο ίδιος προέβη αυθαίρετα στη συμπλήρωση των επιταγών και στην πλαστογράφηση της υπογραφής του Ζ στη θέση του εκδότη σε αυτές, χωρίς να έρθει σε επαφή μαζί του και μολονότι δεν υπήρχε κάποια συναλλαγή μεταξύ τους, από την οποία πήγαζε αξίωση αυτού σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος. Για το λόγο αυτό η κυκλοφορία των πλαστών επιταγών μέσω της παράδοσης τους από αυτόν στον δεύτερο κατηγορούμενο στα πλαίσια οπισθογράφησης και ή περαιτέρω παράδοση των επιταγών από τον δεύτερο κατηγορούμενο σε άλλα πρόσωπα εξυπηρετούσε τον πρώτο κατηγορούμενο να παραπλανηθούν τόσο oι περαιτέρω κομιστές των επιταγών όσο και οι υπάλληλοι της πληρώτριας τράπεζας ως προς το ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε αναλάβει την υποχρέωση να υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στον τραπεζικό λογαριασμό από τον οποίο αυτές θα πληρώνονταν. Ακολούθως ο δεύτερος κατηγορούμενος (Χ) στην Αθήνα στις 25-8-2004 αφού, παρέλαβε τις ανωτέρω πλαστές επιταγές από τον πρώτο κατηγορούμενο, τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση σε άλλα πρόσωπα κάνοντας έτσι χρήση αυτών. Ειδικότερα την υπ' αριθ. ...... επιταγή τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον Η, ενώ την υπ' αριθ. ...... επιταγή τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρία με την επωνυμία "IMPORT EXPORT DISPLAY ITEMS A. E" παραδίδοντας την στο νόμιμο εκπρόσωπο αυτής. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά την παράδοση των υπ' αριθ. ...... και ...... επιταγών στα ανωτέρω πρόσωπα αντίστοιχα τελούσε σε γνώση της πλαστότητάς τους και ειδικότερα ότι τις είχε συμπληρώσει ο πρώτος κατηγορούμενος, τοποθετώντας χωρίς τη συναίνεση του Ζ την υπογραφή του στη θέση του εκδότη. Τούτο προκύπτει από την από 8-12-2006 κατάθεση του Ζ σύμφωνα κατά την τηλεφωνική επικοινωνία με τον δεύτερο κατηγορούμενο, αυτός του ανέφερε ότι ο ΣΤ (πρώτος κατηγορούμενος) ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο, καθώς και ότι ήταν σε θέση να πει στον Ζ ποιο ήταν το πρόσωπο που είχε αφαιρέσει από την κατοχή του τις ανωτέρω επιταγές. Από την προαναφερθείσα συνομιλία του δευτέρου κατηγορουμένου με τον πολιτικώς ενάγοντα σε συνδυασμό με το ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέλαβε τις επιταγές από τον ΣΤ στα πλαίσια οπισθογράφησης γίνεται σαφές ότι αυτός τελούσε σε γνώση της πλαστότητας των ανωτέρω επιταγών. Επιπρόσθετα ο δεύτερος κατηγορούμενος με τη χρήση των ανωτέρω πλαστών εγγράφων επεδίωκε να παραπλανηθούν οι επόμενοι κομιστές τους και οι υπάλληλοι της πληρώτριας τράπεζας ως προς το ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε αναλάβει την υποχρέωση να υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στον τραπεζικό λογαριασμό από τον οποίο αυτές θα πληρώνονταν, το οποίο ήταν κρίσιμο, αφού όπως προαναφέρθηκε σε περίπτωση μη πληρωμής τους καθένας από τους κομιστές των επιταγών αυτών μπορούσε να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος αυτού αλλά και να υποβάλει έγκληση σε βάρος του για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. 0 εν λόγω σκοπός του δευτέρου κατηγορουμένου προκύπτει από το ότι προέβη στην οπισθογράφηση των επιταγών, μολονότι γνώριζε ότι οι αυτές δεν είχαν εκδοθεί από τον πολιτικώς ενάγοντα και ότι καμία συναλλακτική σχέση δεν συνέδεε τον τελευταίο με τον πρώτο κατηγορούμενο. Ακόμη τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος κατηγορούμενος με την εγκληματική συμπεριφορά, που καθένας τους ανέπτυξε, όπως περιγράφεται πιο πάνω, επεδίωκαν να προσποριστούν το συνολικό ποσό των 80.000 ευρώ βλάπτοντας την περιουσία του πολιτικώς ενάγοντος. Τούτο διότι η αυθαίρετη συμπλήρωση των ανωτέρω επιταγών και η πλαστογράφηση της υπογραφής του πολιτικώς ενάγοντος σε αυτές από την πλευρά του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος στη συνέχεια τις παρέδωσε στα πλαίσια οπισθογράφησης στον δεύτερο κατηγορούμενο, αλλά και η περαιτέρω οπισθογράφηση από τον τελευταίο και παράδοση τους σε άλλα πρόσωπα, όπως προαναφέρθηκε, έγινε παρά την ανυπαρξία οποιασδήποτε οφειλής του πολιτικώς ενάγοντος προς τον πρώτο κατηγορούμενο και παρά το ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν είχε έρθει προηγουμένως σε επικοινωνία με τον πρώτο κατηγορούμενο. Επίσης ενόψει του ότι η επιταγή αποτελεί αξιόγραφο, στο οποίο ενσωματώνεται εντολή στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή του αναγραφόμενου ποσού, τόσο η πλαστογράφηση των υπ' αριθ. ...... και ...... επιταγών από τον πρώτο κατηγορούμενο, όπως περιγράφηκε πιο πάνω και η παράδοση τους στον δεύτερο κατηγορούμενο στα πλαίσια οπισθογράφησης, όσο και η περαιτέρω οπισθογράφηση από τον τελευταίο και παράδοση τους σε άλλα πρόσωπα, όπως προαναφέρθηκε, εξυπηρετούσαν να εμφανιστούν προς πληρωμή αυτές, αφού προηγουμένως οι ίδιoι κατά την κυκλοφορία των ανωτέρω επιταγών θα είχαν εισπράξει συνολικά το ποσό των 80.000 ευρώ βλάπτοντας την περιουσία του πολιτικώς ενάγοντος. Η περιουσιακή βλάβη αυτού συνίστατο στο ότι με την πλαστογράφηση και κυκλοφορία των ανωτέρω επιταγών, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, επήλθε διακινδύνευση στην περιουσία του πολιτικώς ενάγοντος, καθόσον ο πολιτικώς ενάγων αντιλαμβανόμενος την κλοπή των ανωτέρω επιταγών έδωσε εντολή στις 25-8-2004 στην πληρώτρια τράπεζα να μην πληρωθούν αυτές και συνεπώς οι κομιστές τους από τη μη πληρωμή των επιταγών θα είχαν το δικαίωμα να στραφούν εναντίον του ζητώντας την έκδοση διαταγών πληρωμής από τον Δικαστή του αρμόδιου Δικαστηρίου. Ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου ότι έθεσε την υπογραφή του επί του σώματος1 των επιταγών, προκειμένου να αυξηθεί η εγγυητική τους αξία και μόνον δεν είναι πειστικός. 0 ισχυρισμός επίσης, ότι τις επίδικες επιταγές τις προσέφερε προς αξιοποίηση στον πρώτο κατηγορούμενο το δίδυμο Β-Λ διαψεύδεται από τους ίδιους στις καταθέσεις τους. Εξάλλου, από τη με ημερομηνία 3-9-2004 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1998 στην οποία προέβη ο ΣΤ, προκύπτει ότι αυτός επιθυμούσε συνεργασία με τον Θ, ο οποίος μέσω του κατηγορουμένου-εκκαλούντος θα του παρέδιδε δύο επιταγές δια χειρός Β ποσού 50.000 και 30.000 ευρώ αντίστοιχα για την αγορά δύο ρυμουλκών. Έτσι αποδεικνύεται έωλος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι αυτός δεν έκανε χρήση των επιταγών που οπισθογράφησε. Ακόμη, στη μήνυση του ο πολιτικώς ενάγων Ζ, αναφέρει ότι τον Οκτώβριο του 2004 του τηλεφώνησε κάποιος Κ από την ......, εκ μέρους της IMPORT-EXPORT DISPLAY ITEMS Α.Ε. τελευταίας οπισθογράφου της υπ' αριθ. ...... επιταγής, ρωτώντας αν θα την πλήρωνε και αναφέροντας του ότι την είχε λάβει από το δεύτερο κατηγορούμενο. Η δικαστική γραφολόγος ......, ομιλεί περί συγγένειας στην υπογραφή του πρώτου κατηγορουμένου και την φερόμενη (πλαστή) ως υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος στις επίδικες επιταγές. Επίσης τόσον ο πρώτος κατηγορούμενος, όσο και ο δεύτερος τηρούν όμοια γραμμή ισχυρισμών στις απολογίες τους, γνωρίζονταν μεταξύ τους και είναι γείτονες. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος εν γνώσει του έκανε χρήση πλαστών εγγράφων, τα οποία κατήρτισε εξ υπαρχής ο πρώτος, με το σκοπό πορισμού κέρδους επί ζημία άλλου, η δε απειληθείσα ζημία υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί στην ουσία της η υπ' αριθ. 9/20-3-2008 έφεση του δευτέρου κατηγορουμένου.
ΙV. Από τ'ανωτέρω συνάγεται ότι το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης για να καταλήξει στην κρίση του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Όμως από την επισκόπηση του φακέλλου της δικογραφίας προκύπτει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν αιτιολογήθηκαν οι από 5/3/2007 και 23/1/2007 καταθέσεις των μαρτύρων Θ και Λ αντίστοιχα καθώς και η από 19/1/2007 απολογία του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντα ΣΤ , οι οποίοι κατέθεσαν ότι τις επίδικες επιταγές έδωσε ο Β στον ΣΤ. Η παράλειψη αυτή καθιστά την αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος μη εμπεριστατωμένη, δεδομένου ότι εγένετο επιλεκτική συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 129/2007).
V. Κατά συνέπεια το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι βάσιμος ο προτεινόμενος και προβλεπόμενος από το άρθρο 484 § 1 Κ.Π.Δ. λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί το πληττόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν αποφανθεί προηγουμένως (άρθρα 485 § 1- 519 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο με αριθμό 874/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Αθήνα 14 Νοεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής"

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 370 εδάφ. β' του Κ.Ποιν.Δ., η ποινική δίωξη που άρχισε τελειώνει με την οριστική παύση της, όταν έγινε παραίτηση από το δικαίωμα της εγκλήσεως, ή ανάκλησή της, ή όταν αμνηστεύθηκε η πράξη ή παραγράφηκε το αξιόποινό της, ή ο κατηγορούμενος πέθανε. Η διάταξη αυτή ως γενική, εφαρμόζεται και στη περίπτωση που ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων ή αναιρεσίβλητος) αποβιώσει μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και πριν την έκδοση οριστικής απόφασης επ' αυτής. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων Χ πέθανε την 1/1/2009 και για τον θάνατό του συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ...... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου Αθηνών. Ο ανωτέρω αποβιώσας είχε ασκήσει την από 26/9/2008 αίτηση αναίρεση κατά του 874/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο επικύρωσε το με αριθμό 251/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θεσσαλονίκης, που παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για να δικασθεί για χρήση πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος. Επομένως η κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη πρέπει να περατωθεί με οριστική παύση λόγω θανάτου του, σύμφωνα με την διάταξη που προαναφέρθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του Χ, κατοίκου εν ζωή ......, για την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση από την οποία σκόπευε να προσπορισθεί περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τα 73.000 Ευρώ, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 25/8/2004.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ