Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1504 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1504/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 το γένος ... κατοίκου .... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βασιλακόπουλο, περί αναιρέσεως της 2403/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2 κάτοικο ... που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπόλη.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως καθώς και στο από 14 Φεβρουαρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής (αίτησης), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 121/2009.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα κατ'είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα επόμενα "...Κατά το έτος 1996 η κατηγορουμένη Χ1 υπηρετούσε ως τραπεζική υπάλληλος στο κατάστημα ... της Αγροτικής Tράπεζας της Ελλάδος. Λόγω της εργασίας της γνωρίστηκε με τον πρώτο μηνυτή Ψ1 που είχε συναλλαγές με το πιο πάνω υποκατάστημα, και εντέχνως κατόρθωσε να κερδίσει την απόλυτη εμπιστοσύνη του. Κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Απριλίου του έτους 1996, όταν ο πρώτος μηνυτής επισκέφθηκε το πιο πάνω υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος για να διεκπεραιώσει τις συνήθεις τραπεζικές συναλλαγές του, η κατηγορουμένη του παρέστησε ότι ο αρχικά συγκατηγορούμενός της Φ1 είναι εκπρόσωπος μιας κερδοφόρου ελβετικής επιχειρήσεως με την επωνυμία VALMUR FΙΝΑΝCΕ S.A. με έδρα τη Γενεύη της Ελβετίας, ότι για το λόγο αυτό μεταβαίνει συχνά στην Ελβετία και γενικά στο εξωτερικό; όπου έχει και άλλες επιχειρήσεις και ενασχολήσεις, ότι η τοποθέτηση χρημάτων σ' αυτή την ελβετική επιχείρηση είναι ασφαλής και επωφελέστατη και ότι αποδίδει ετήσιο κέρδος 20% και τον παρότρυνε να τοποθετήσει χρήματα στην πιο πάνω επιχείρηση, με τη διαβεβαίωση ότι θα του επιστρέφονταν σε πρώτη ζήτηση. Μάλιστα δε για να κάμψει τις τυχόν αντιρρήσεις του πρώτου μηνυτή και προς ενίσχυση των ισχυρισμών της τον διαβεβαίωσε ότι και άλλοι πελάτες της είχαν επενδύσει τα χρήματά τους στην πιο πάνω επιχείρηση που εκπροσωπούσε ο συγκατηγορούμενός της. Επίσης για να κάμψει τις τυχόν αντιρρήσεις του πρώτου μηνυτή τον επισκέφθηκε στην οικία του, συνοδευόμενη από τον Φ1 τον οποίο του συνέστησε, εκθειάζοντας ταυτόχρονα το χαρακτήρα, τα προσόντα και τις ικανότητές του. Έτσι έπεισε τον πρώτο μηνυτή και της παρέδωσε στις 11-4-1996 το χρηματικό ποσό των 20.000.000 δραχμών με έμβασμά του στην Τράπεζα Πειραιώς (υποκατάστημα ...), όπου τον συνόδευσε η ίδια, σε λογαριασμό τον οποίο εκείνη του υπέδειξε ως ανήκοντα στην ανωτέρω ελβετική επιχείρηση. Οι πιο πάνω διαβεβαιώσεις όμως της κατηγορουμένης ήταν ψευδείς και συγκεκριμένα η ανωτέρω ελβετική επιχείρηση με την επωνυμία ALMUR FINANCE S.A. ήταν ανύπαρκτη και ο Φ1 δεν ήταν εκπρόσωπος αυτής ούτε είχε άλλες επιχειρήσεις στο εξωτερικό ούτε η τοποθέτηση χρημάτων στην ανωτέρω επιχείρηση απέδιδε ετήσιο κέρδος 20%, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ανύπαρκτη. Η δε κατηγορουμένη προέβη στις πιο πάνω ψευδείς παραστάσεις προς τον πρώτο μηνυτή εν γνώσει της αναληθείας τους, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος (αφού ο λογαριασμός στον οποίο του υπέδειξε να καταθέσει το πιο πάνω ποσό ως ανήκοντα στην ανωτέρω ανύπαρκτη εταιρεία ελεγχόταν στην πραγματικότητα από την ίδια) ανερχόμενο στο ποσό των 16.000.000 δραχμών, δεδομένου ότι από το πιο πάνω εισπραχθέν χρηματικό ποσό των 20.000.000 δραχμών του απέδωσε 4.000.000 δραχμές, με ισόποση βλάβη του πρώτου μηνυτή, ο οποίος, αν γνώριζε την αλήθεια, δεν θα της παρέδιδε το πιο πάνω ποσό. Περαιτέρω κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 1996 η κατηγορουμένη επισκέφθηκε το δεύτερο μηνυτή Ψ2 στην οικία του που βρισκόταν στην οδό ... και χρησιμοποιώντας την ιδιότητά της ως τραπεζικής υπαλλήλου με πολλές ειδικές γνώσεις και γνωριμίες του παρέστησε ότι ο αρχικά συγκατηγορούμενός της Φ1 είναι εκπρόσωπος μιας κερδοφόρου αμερικανικής επιχειρήσεως με την επωνυμία GLΟΒΑL EQUITIES με έδρα τις Η.Π.Α., ότι για το λόγο αυτό μεταβαίνει συχνά στις Η.Π.Α. και γενικά στο εξωτερικό, όπου έχει και άλλες επιχειρήσεις και ενασχολήσεις, ότι η τοποθέτηση χρημάτων σ' αυτή την αμερικανική επιχείρηση είναι ασφαλής και επωφελέστατη και ότι αποδίδει ετήσιο κέρδος, 18% και τον παρότρυνε να τοποθετήσει χρήματα στην πιο πάνω επιχείρηση, με τη διαβεβαίωση ότι θα του επιστρέφονταν σε πρώτη ζήτηση. Μάλιστα δε για να κάμψει τις τυχόν αντιρρήσεις του δευτέρου μηνυτή και προς ενίσχυση των ισχυρισμών της τον διαβεβαίωσε ότι και άλλοι πελάτες της είχαν επενδύσει τα χρήματά τους στην πιο πάνω επιχείρηση που εκπροσωπούσε ο συγκατηγορούμενός της, επικαλέστηκε δε και το γεγονός ότι ήδη ο επ' αδελφή γαμβρός του δευτέρου μηνυτή Ψ1 είχε επενδύσει σε ελβετική επιχείρηση που εκπροσωπούσε ο Φ1 Επίσης για να κάμψει τις τυχόν αντιρρήσεις του δευτέρου μηνυτή τον επισκέφθηκε στην οικία του συνοδευόμενη από τον Φ1 τον οποίο του συνέστησε, εκθειάζοντας ταυτόχρονα το χαρακτήρα, τα προσόντα και τις ικανότητές του. Έτσι έπεισε το δεύτερο μηνυτή και της παρέδωσε στις 29-1-1997 το ισόποσο των 19.896.000 δραχμών σε δολάρια Η.Π.Α. (76.034 δολάρια) με έμβασμά του στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (υποκατάστημα ...), όπου τον συνόδευσε η ίδια, σε λογαριασμό τον οποίο εκείνη του υπέδειξε ως ανήκοντα στην ανωτέρω αμερικανική επιχείρηση. Όμως οι πιο πάνω διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης ήταν ψευδείς και συγκεκριμένα η ανωτέρω αμερικανική επιχείρηση με την επωνυμία GLOBAL EQUITIES ήταν ανύπαρκτη και ο Φ1 δεν ήταν εκπρόσωπος αυτής ούτε είχε άλλες επιχειρήσεις στο εξωτερικό ούτε η τοποθέτηση χρημάτων στην ανωτέρω επιχείρηση απέδιδε ετήσιο κέρδος 18%, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε ήταν ανύπαρκτη. Η δε κατηγορουμένη προέβη στις πιο πάνω ψευδείς παραστάσεις προς το δεύτερο μηνυτή εν γνώσει της αναληθείας τους, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος (αφού ο λογαριασμός στον οποίο του υπέδειξε να καταθέσει το πιο πάνω ποσό ως ανήκοντα στην ανωτέρω ανύπαρκτη εταιρεία ελεγχόταν στην πραγματικότητα από την ίδια) ανερχόμενο στο ποσό των 18.971.000 δραχμών, δεδομένου ότι από το πιο πάνω εισπραχθέν χρηματικό ποσό των 19.896.000 δραχμών του απέδωσε μόνο 925.000 δραχμές, με ισόποση βλάβη του δευτέρου μηνυτή, ο οποίος, αν γνώριζε την αλήθεια, δεν θα της παρέδιδε το πιο πάνω ποσό. Είναι δε η κατηγορουμένη πρόσωπο που επανειλημμένα διαπράττει απάτες και από την επανειλημμένη τέλεση του πιο πάνω εγκλήματος, προϋπόθεση που συντρέχει και επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, όπως στην προκειμένη περίπτωση (Α.Π. 1074/2006 σε συμβούλιο Π.Χρ.ΝΖ.405, Α.Π. 1174/2005 σε συμβούλιο, Π.Χρ. ΝΣΤ.155), προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος από αυτές και σταθερή ροπή της για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς της. Για όλα τα πιο πάνω σαφείς και κατηγορηματικές είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Ψ1 και Ψ2 (πολιτικώς εναγόντων), οι οποίες δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο αλλά αντίθετα ενισχύονται: α) από τα αναγνωσθέντα εμβάσματα με αριθμούς ... της Τράπεζας Πειραιώς και .... της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, από τα οποία προκύπτει η κατάθεση των πιο πάνω χρηματικών ποσών από τους μηνυτές επ' ονόματι των εταιρειών VALMUR FINANCE S.A. και GLOBAL EQUITIES αντίστοιχα και β) από την αναγνωσθείσα από 11-6-2007 τηλεομοιοτυπία (fax) του Τμήματος Εμπορικού Μητρώου της Δημοκρατίας και Διοικητικής Περιφέρειας της Γενεύης Ελβετίας, με το οποίο βεβαιώνεται ότι δεν υπάρχει εταιρεία με την επωνυμία VALMUR FINANCE S.A. ή VALMOUR FINANCE S.A εγγεγραμμένη στο εμπορικό μητρώο της Γενεύης. Η κρίση του δικαστηρίου για τα πιο πάνω δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, αφού ακόμα και ο μάρτυρας κατηγορίας ... ο οποίος επιχειρεί να ελαφρύνει τη θέση της κατηγορουμένης καταθέτοντας ότι "είναι θύμα και αυτή", δεν βεβαιώνει από ιδία αντίληψη ότι οι ανωτέρω εταιρείες ήταν υπαρκτές και κερδοφόρες, όπως διαβεβαίωνε η κατηγορουμένη τους μηνυτές. Εξάλλου η μάρτυρας υπερασπίσεως ...., κόρη της κατηγορουμένης αλλά και η ίδια η κατηγορουμένη με την απολογία της δεν δίνουν εύλογες και πειστικές εξηγήσεις για την ενεργό ανάμιξη της τελευταίας στην προσπάθεια να πεισθούν οι μηνυτές να καταθέσουν τα χρήματά τους σε λογαριασμούς που φέρονταν ότι ανήκαν στις ανωτέρω ανύπαρκτες εταιρείες και μάλιστα με επισκέψεις στα σπίτια τους και με την συνοδεία τους στις Τράπεζες όπου γίνονταν οι καταθέσεις. Τέλος η κρίση του δικαστηρίου για τα πιο πάνω δεν αναιρείται από το αναγνωσθέν έγγραφο της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (υποκαταστήματος ...) με αριθμό ..., με το οποίο η κατηγορουμένη επιχειρεί να ανατρέψει τον ισχυρισμό των μηνυτών ότι τους συνόδευσε στις Τράπεζες όπου κατέθεσαν τα χρήματα επ' ονόματι των ανωτέρω ανύπαρκτων εταιρειών και το οποίο, απευθυνόμενο στην ίδια (την κατηγορουμένη), αναφέρει ότι "κατά τις ημερομηνίες 17-4-1996 και 29-11997 φαίνεσθε ως παρούσα". Τούτο διότι με αυτό δεν βεβαιώνεται ρητά ότι κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες η κατηγορουμένη ήταν πράγματι παρούσα καθ' όλες τις εργάσιμες ώρες των ημερών που αναφέρονται σ' αυτό αλλά ότι "φαίνεται ως παρούσα". Μάλιστα δε πρέπει να σημειωθεί ότι χρόνος τελέσεως της πρώτης από τις επί μέρους αξιόποινες πράξεις της απάτης οι οποίες αποδίδονται στην κατηγορουμένη δεν είναι η 17-4-1996 στην οποία αναφέρεται το πιο πάνω έγγραφο αλλά η 11-4-1996. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της αξιόποινης πράξεως της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία η ζημία των παθόντων και το αντίστοιχο όφελος της κατηγορουμένης υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, η οποία της αποδίδεται, όπως τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό, με τη διευκρίνιση ότι η προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη δεν τελέσθηκε από κοινού με τον αρχικά συγκατηγορούμενό της Φ1 εφόσον αυτός με την αναγνωσθείσα 2133/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία ήδη έγινε αμετάκλητη (βλ. την επίσης αναγνωσθείσα 1290/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου) κηρύχθηκε αθώος της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι πρέπει να αναγνωρισθεί το επεκτατικό αποτέλεσμα της ανωτέρω αθωωτικής αποφάσεως και ως προς αυτήν (άρθρο 469 Κ.Π.Δ.) είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, δεδομένου ότι η ανωτέρω αθωωτική απόφαση δεν εκδόθηκε μετά από ένδικο μέσο που άσκησε ο προαναφερθείς αρχικά συγκατηγορούμενός της ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 469 Κ.Π.Δ. αλλά σε πρώτο βαθμό, η δε απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία την επικύρωσε, δεν εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως του προαναφερθέντος αρχικά συγκατηγορουμένου της αλλά του Εισαγγελέως. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι από την ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση απορρέει δεδικασμένο που δεσμεύει το παρόν δικαστήριο, αφού προϋπόθεση για την ύπαρξη δεδικασμένου από την αμετάκλητη δικαστική απόφαση αποτελεί, εκτός άλλων, η ταυτότητα του προσώπου, δηλαδή αυτού του ,οποίου η δίωξη τερματίστηκε αμετάκλητα και εκείνου που ήδη διώκεται. Έτσι από την αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση του ενός ως αυτουργού δεν παράγεται δεδικασμένο υπέρ άλλου που κατηγορείται ως συναυτουργός (Α.Π. 46/1999 Π.Χρ. ΜΘ.224, Α.Π. 61/1988 Π.Χρ. ΛΗ.461). Το δικαστήριο όμως δέχεται ότι η κατηγορουμένη συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πιο πάνω πράξη της και γι' αυτό πρέπει να της επιβληθεί ποινή μειωμένη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε Π.Κ. σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 83 του ίδιου κώδικα. ..." Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο στο διατακτικό του κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη για την πράξη της κατ'εξακολούθηση κακουργηματικής απάτης και της επέβαλε ποινή φυλάλισης τριών (3) ετών.
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο σκεπτικό της αποφάσεως συμπληρούμενο από το διατακτικό έχουν εμφιλοχωρήσει κενά, ασάφειες και αντιφάσεις. Ειδικότερα, ενώ αρχικά δέχεται ότι οι πολιτικώς ενάγοντες Ψ1 και Ψ2 παρέδωσαν στην ίδια τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, στη συνέχεια αναφέρεται ότι τα ποσά αυτά κατατέθηκαν με έμβασμα στους μνημονευόμενους λογαριασμούς των αλλοδαπών επενδυτικών εταιριών, χωρίς να εξηγεί κατά ποίον τρόπο οι άνω εταιρίες, τις οποίες θεωρεί ανύπαρκτες, και με ποια νομιμοποιητικά στοιχεία είχαν ανοίξει λογαριασμούς στις αναφερόμενες Τράπεζες, ούτε επεξηγεί κατά ποίον τρόπο η κατηγορουμένη ήλεγχε τους λογαριασμούς των άνω εταιριών στους οποίους κατατέθηκαν τα χρήματα ώστε τελικώς αυτή να καρπωθεί το ποσό των εμβασμάτων και στη συνέχεια να επιστρέψει μέρος αυτών στους πολιτικώς ενάγοντες. Περαιτέρω, ενώ δέχεται το ανύπαρκτο των άνω αλλοδαπών εταιριών, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε μεταξύ των άλλων εγγράφων και εκείνα υπό τους αύξοντες αριθμούς 10 και 11 με τα οποία η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι αφενός μεν αποδεικνύεται η κατάρτιση συμβάσεων των πολιτικών εναγόντων με τις αναφερόμενες αλλοδαπές εταιρίες και αντικείμενο την επένδυση χρημάτων των πρώτων και αφετέρου ότι οι εταιρίες αυτές ήσαν υπαρκτές. Τέλος, ενώ δέχεται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της από κοινού με τον Φ1 τέλεσης της απάτης, στη συνέχεια αντιφατικώς καταλήγει στο αποδεικτικό συμπέρασμα ότι η πράξη δεν τελέσθηκε από κοινού με τον ανωτέρω. Όμως, με τις παραδοχές αυτές, η αιτιολογία της αποφάσεως είναι ασαφής και αντιφατική και συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. σχετικός λόγος αναιρέσεως και ο συναφής του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2.403/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή