Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1918 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος.




Περίληψη:
Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Για να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη η απόφαση πρέπει σε αυτήν να αναφέρεται η γνώμη του κατηγορουμένου και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται η γνώση του έστω και υπό μορφή αμφιβολίας. Απορρίπτει την αίτηση.




Αριθμός 1918/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μιχαηλίδη, περί αναιρέσεως της 538/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου 'Εδεσσας.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου 'Εδεσσας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1750/2007.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, Κατά τη διάταξη του άρθρου 394 παρ.1 του Ποινικού Κώδικα "όποιος με πρόθεση αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλο τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί στη μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος, από το οποίον προέρχεται το πράγμα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποδοχής και διαθέσεως προϊόντων εγκλήματος, το οποίο είναι ιδιώνυμο, αυτοτελές και υπαλλακτικώς μικτό, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η με ένα από τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους τέλεση αυτού και προέλευση του πράγματος από αξιόποινη πράξη, που προσβάλλει, έστω και εμμέσως, ξένη περιουσία, με την έννοια ότι αρκεί κάθε εγκληματική πράξη, η οποία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συστηματική της τοποθέτηση, πρακτικώς προσβάλλει ξένα περιουσιακά δικαιώματα, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και τη θέληση αυτού, παρά την ενδεχόμενη εγκληματική προέλευση του πράγματος, να πραγματώσει με ένα από τους αναφερόμενους τρόπους την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση όπου η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητήριου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Έδεσσας, που δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά της 1737/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 538/2007 αποφάσεως του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος που του αποδίδονται, όπως εξειδικεύεται στο πιο κάτω διατακτικό και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη ... κατά το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου του 2003 και σε ημερομηνία που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς μέχρι σήμερα, αγόρασε από δύο (2) άγνωστα άτομα (αθίγγανους), αντί του ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ, ένα κουβούκλιο, μία καρότσα και ένα κινητήρα τύπου TD 25, που ανήκουν στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Ι1 και ένα κουβούκλιο, που ανήκε στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ όχημα, ιδιοκτησίας Ι2, τα ως άνω δε οχήματα είχαν κλαπεί από άγνωστα μέχρι σήμερα άτομα, ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα προαναφερόμενα αντικείμενα ήταν προϊόντα κλοπής ή διαφορετικά καίτοι προέβλεψε ως ενδεχόμενο ότι τα επίμαχα αντικείμενα αποτελούσαν προϊόντα κλοπής, εφόσον τα αγόρασε από τους ανωτέρω αθίγγανους, χωρίς οι τελευταίοι να διαθέτουν τιμολόγια αγοράς ή άλλα παραστατικά έγγραφα που να αποδεικνύουν την επ' αυτών κυριότητα ή νόμιμη κατοχή τους, το αποδέχθηκε και τα έλαβε στην κατοχή του". Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος και ειδικότερα του ότι: "Στη ..., κατά το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου του 2003 και σε ημερομηνία που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς μέχρι σήμερα, με πρόθεση αγόρασε πράγμα, που προήλθε από αξιόποινη πράξη, ήτοι κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρεί μάντρα ανταλλακτικών αυτοκινήτων αγόρασε από δύο (2) άγνωστα άτομα, αντί του ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ, ένα κουβούκλιο, μία καρότσα και ένα κινητήρα τύπου TD 25, που ανήκουν στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Ι1 και ένα κουβούκλιο, που ανήκε στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ όχημα, ιδιοκτησίας Ι2, τα ως άνω δε οχήματα είχαν κλαπεί από άγνωστα μέχρι σήμερα άτομα, ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα προαναφερόμενα αντικείμενα ήταν προϊόντα κλοπής". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, με όσα εκθέτει στο σκεπτικό και διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνονται, με σαφήνεια αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος. Συγκεκριμένα η τέλεση της πράξεως αυτής προκύπτει ιδιαίτερα από τις παραδοχές του σκεπτικού ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων αποδέχθηκε και έλαβε στην κατοχή του τα επίμαχα αντικείμενα, ενώ γνώριζε και σε κάθε περίπτωση προέβλεψε ως ενδεχόμενο ότι αυτά αποτελούσαν προϊόντα κλοπής, εφόσον τα αγόρασε από τους ανωτέρω αθίγγανους, χωρίς οι τελευταίοι να διαθέτουν τιμολόγια αγοράς ή άλλα παραστατικά έγγραφα που να αποδεικνύουν την επ' αυτών κυριότητα ή νόμιμη κατοχή τους. Η αναφορά και των δύο μορφών του δόλου, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, έχει την έννοια ότι το εν λόγω έγκλημα, όπως και στη μείζονα σκέψη της παρούσας αποφάσεως εκτίθεται, μπορεί να πραγματοποιηθεί και με ενδεχόμενο δόλο, δεν έρχεται δε σε αντίφαση με το διατακτικό, στο οποίο εξειδικεύεται πλέον η μορφή του δόλου, με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το έγκλημα, ενεργώντας με άμεσο δόλο. Έτσι, δεν υφίσταται εν προκειμένω ασάφεια ως προς το είδος του δόλου, που δέχεται το Δικαστήριο της ουσίας στην προκειμένη υπόθεση. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δύο λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της παραπάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 394 παρ. 1 Π Κ πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 28.9.2007 αίτηση και με αριθμό πρωτοκόλλου 8712/2.10.2007 (δήλωση) αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ1 κατά της 538/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή