Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 761 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή διεκδικητική.




Περίληψη:
Λόγοι από 1 και 19 για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικών διατάξεων. Απορρίπτει. Λόγος από 12 - Απορρίπτει.




Αριθμός 761/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Ρ. του Τ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ρ. του Τ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεωργίου Πελέκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/1995 μη οριστική, 48/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 107/2007 μη οριστική και 207/2010 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/11/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 28/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος ή ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Στην προκείμενη περίπτωση, υπόκειται προς κρίση η από 10-11-2010 αίτηση για αναίρεση της 207/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 6-2-2013, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ κατ' αυτήν. Ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πελέκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, o αναιρεσίβλητος προσκομίζει και επικαλείται επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, με πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση του για εμφάνιση κατά την ως άνω δικάσιμο, από το οποίο προκύπτει ότι νόμιμα και εμπρόθεσμα επέδωσε σ' αυτόν την αίτηση αναίρεσης ο απολειπόμενος αναιρεσείων στις 16-1-2012, σύμφωνα και με την επισημείωση επί του επιδοθέντος δικογράφου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... Έτσι, προκύπτει, ότι ο απολειπόμενος αναιρεσείων επέσπευσε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο τούτο στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρών και ο αναιρεσείων (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ), που επέσπευσε τη συζήτηση. Επειδή, κατά της συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων κινητών και ακινήτων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνεται στην κληρονομία, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτό, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνον εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο της κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική μεν χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία ενώ με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. ’σκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ άλλων η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου, και, αν αφορά κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομίας. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "H επίδικη εδαφική έκταση (οικόπεδο) βρίσκεται στη θέση "..." του ομώνυμου χωριού του Δήμου ’νω Σύρου, έχει έκταση 155 τ.μ., αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α Β ΣΤ Ζ Η Θ Α στο από Απριλίου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Π.. Το ανωτέρω επίδικο συνορεύει βόρεια σε πλευρά 16 μ. εν μέρει με αλώνι και την περιοχή του, που ανήκει κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στους διαδίκους και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Ξ., νότια σε πλευρά 14,40 μ. με ιδιοκτησία Β. συζ. Σ. Δ. (πρώην ενάγοντος), ανατολικά σε πλευρά 9,70 μ. με ιδιοκτησία Ι. Β. και δυτικά σε πλευρά 11,50 μ. με ιδιοκτησία του εφεσίβλητου εναγομένου. Το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου ακινήτου, που συνορεύει σύμφωνα με το ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα: βόρεια με ιδιοκτησίες Γ. Ξ. και Α. Γ., νότια με ιδιοκτησίες Α. Λ. (πρώην Κ.) και Β. Σ., ανατολικά με ιδιοκτησίες Ι. Β., Ν. Δ. και Λ. Γ. (πρώην ενιαία ιδιοκτησία Ι. Β.) και δυτικά με δημοτικό δρόμο μέσου πλάτους πέντε (5) μέτρων. Το μεγαλύτερο αυτό ακίνητο ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στον πατέρα των διαδίκων Τ. Ρ. ή Α. του Μ. ή Μ., που απεβίωσε στις 16-2-1966. Με την .../29-3-1961 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ερμούπολης Γεωργίου Αθανασούλια και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 42/2-3-1966 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Σύρου, όρισε μεταξύ άλλων τα εξής: "Επίσης εις τον αυτόν άνω υιόν μου Α. Τ. Ρ. του αφήνω ένα ντάμι (το επάνω ντάμι) μετά της περιοχής του εν ή υπάρχει γουρουνοκέλλα, και το έν τρίτον της αποκλείστρας, και το παραπλεύρως ταύτης αλώνιον το οποίον του αφήνω μόνον κατά το μερίδιον έν δεύτερον (1/2) εξ αδιαιρέτου με το τεμάχιον σκληρής το οποίον κείται προς το βορεινόν μέρος του αλωνιού εκτάσεως ημίσεως (1/2) στρέμματος ως και έν μικρόν τεμάχιον σκληροχωραφίου από το νότιον μέρος του αλωνιού δια να χρησιμεύση ως λυχνίστρα έχον μάκρος δέκα (10) μέτρα αρχόμενα από το αλώνιον και από την μίαν μεριάν του σκληροχωραφίου έως την άλλην, άπαντα ταύτα κείνται εις το αυτό ως άνω χωρίον ... της Σύρου της περιφερείας του Δήμου Ανω Σύρου, και συνορεύουσι γύρωθεν με δημόσιον δρόμον, με κτήμα Μ. Ξ., με οικίαν Α. χήρας Α. Δ. και με τα δύο ντάμια μου τα οποία θα αφήσω εις τον υιόν μου Ι. Τ. Ρ.... Επίσης εις τον αυτόν υιόν μου Ι. Τ. Ρ. του αφήνω τα κάτω δύο ντάμια με τα δύο τρίτα (2/3) της αποκλείστρας και από το σκληροχωράφιον (το οικόπεδον) το τετράγωνον προς το νότιον μέρος του αλωνιού το ήμισυ διηρημένως τμήμα προς το ανατολικόν μέρος έχον έκτασιν ημίσεως (1/2) στρέμματος, άπαντα ταύτα κείνται εις το αυτό ως άνω χωρίον ... της Σύρου, τα ντάμια πλησιάζουν με δημόσιον δρόμον, το δε τμήμα σκληροχωραφίου (οικοπέδου) πλησιάζει με κτήμα Δ. Κ., με οικίαν και με σκληρήν Ι. Β. και με αλώνιον το οποίον αφήνω κατά το μερίδιον ένα δεύτερον (1/2) επί του όλου εξ αδιαιρέτου εις τον υιόν μου Α. Τ. Ρ.ν". Οι διάδικοι αποδέχθηκαν την ανωτέρω κληρονομιά του πατέρα τους, ο μεν εκκαλών ενάγων με την υπ' αριθμ. .../1-4-1974 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ν. Σταυρή, ο δε εφεσίβλητος εναγόμενος με την .../22-3-1967 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Γ. Αθανασούλια. Στις πράξεις αυτές, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ερμούπολης (στον τόμο ... με αριθμό 5 η πρώτη και στον τόμο ... με αριθμό 80 η δεύτερη), τα κληρονομιαία ακίνητα περιγράφονται, όπως ακριβώς και στη διαθήκη. Κάθε διάδικος ερμηνεύει διαφορετικά τις διατάξεις της ανωτέρω διαθήκης. Με βάση την ερμηνευτική εκδοχή του εκκαλούντος ενάγοντος, το επίδικο περιλαμβάνεται στο ακίνητη που άφησε σ' αυτόν ο διαθέτης, πλέον του ακινήτου που αποτυπώνεται στο ανωτέρω από Απριλίου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Π. με τα στοιχεία Β Γ Δ Ε ΣΤ, έχει έκταση 443 τ.μ. και συνορεύει με την νότια πλευρά του επιδίκου. Αντίθετα, με βάση την ερμηνευτική εκδοχή του εφεσίβλητου εναγομένου, το επίδικο περιλαμβάνεται στο ακίνητο, που κατελήφθη σ' αυτόν, πλέον του ακινήτου, που αποτυπώνεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Α Β 7 6 5 Α και συνορεύει με τη δυτική πλευρά του επιδίκου. Πραγματικά, οι διατάξεις της διαθήκης δεν είναι απολύτως σαφείς, διότι δεν αποδίδουν μόνες τους και χωρίς άλλο την πραγματική θέληση του διαθέτη, όσον αφορά το επίδικο. Η ασάφεια έγκειται στην αναφορά του αλωνιού ως ορίου του ακινήτου, που καταλείπεται στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα. Τούτο σημαίνει ότι περιλαμβάνεται σ' αυτό το επίδικο, που βρίσκεται ανάμεσα στο αλώνι και το ακίνητο, που εμφαίνεται στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Β Γ Δ Ε ΣΤ. Αυτό όμως έρχεται σε προφανή αντίθεση με την διάταξη της διαθήκης, κατά την οποία το ακίνητο, που καταλείπεται στον αναιρεσίβλητο εναγόμενο εκτείνεται "από την μίαν μεριάν του σκληροχωραφίου έως την άλλην". Στην ανωτέρω από Νοεμβρίου 2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Π. Κ., σημειώνεται κατά λέξη ότι "η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται και στο μερίδιο που κληροδοτήθηκε στον Ι. και στο μερίδιο που κληροδοτήθηκε στον Α.. Ο διαθέτης λοιπόν βρέθηκε σε σύγχυση κατά την περιγραφή των ορίων των μερίδων και έκανε λάθος στη διαθήκη του. Γι' αυτό και οι δύο αντίδικοι συμπεριέλαβαν, ορθώς κάθε ένας για λογαριασμό του, την επίδικη έκταση στην αποδοχή κληρονομιάς τους. Προκειμένου να αρθεί αυτή η ασάφεια πρέπει να ανευρεθεί η αληθινή βούληση του διαθέτη ...". Από την ερμηνεία του περιεχομένου της διαθήκης με βάση τις υποκειμενικές σκέψεις του διαθέτη και χωρίς προσήλωση στις λέξεις, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι κατά την αληθινή βούληση του διαθέτη το επίδικο περιλαμβάνεται στο "μικρόν τεμάχιον σκληροχωραφίου", που άφησε στον εφεσίβλητο εναγόμενο, η δε αναγραφή του αλωνιού ως ορίου του ακινήτου του εκκαλούντος ενάγοντος οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Η κρίση αυτή ενισχύεται από το από Οκτωβρίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Ν. Λ., στο οποίο απεικονίζεται το ανωτέρω ακίνητο (το "μικρόν τεμάχιον σκληροχωραφίου") με τα στοιχεία 1 23456 18 19 16 17 1. Από το τοπογραφικό αυτό προκύπτει ότι η απόσταση από τον τοίχο του αλωνιού μέχρι το όριο του ακινήτου του εκκαλούντος ενάγοντος, το μήκος της ανατολικής πλευράς του επιδίκου και της δυτικής πλευράς του "σκληροχωραφίου" είναι δέκα (10) μέτρα ακριβώς. Επίσης, η κρίση αυτή επιβεβαιώνεται από τα' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα: Ο διαθέτης πριν από τον θάνατο του είχε δηλώσει στα τέκνα του (τους διαδίκους) ότι το επίδικο θα το αφήσει στον εφεσίβλητο εναγόμενο. Τούτο προκύπτει ιδίως από τις ένορκες καταθέσεις του Ι. Ρ. και του Α. Ρ. (αδελφών των διαδίκων), οι οποίες περιέχονται στα 26/1994 και 228/1977 πρακτικά δημοσίων συνεδριάσεων του Ειρηνοδικείου Ερμούπολης και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, αντίστοιχα. Οι καταθέσεις αυτές είναι οι πιο πειστικές, καθόσον οι εν λόγω μάρτυρες είχαν άμεση γνώση και προσωπική αντίληψη σχετικά με τη θέληση του κληρονομουμένου, σε αντίθεση με τον Ι. Ρ. (γαμβρό του εκκαλούντος ενάγοντος), ο οποίος κατέθεσε το αντίθετο, με βάση αόριστες πληροφορίες και ασαφείς διηγήσεις τρίτων. Μετά τον θάνατο του διαθέτη (1966) οι διάδικοι τοποθέτησαν συρματόπλεγμα, που διαχωρίζει το επίδικο ακίνητο από εκείνο, που καταλείφθηκε στον εκκαλούντα ενάγοντα. Σαφείς και κατηγορηματικές σχετικά με το γεγονός αυτό είναι η ένορκη κατάθεση του Α. Γ. (γαμβρού του εναγομένου), καθώς και οι υπ' αριθμ .../7-11-1994 και .../6-11-2003 ένορκες βεβαιώσεις του Ι. Ρ. (ανεψιού των διαδίκων) και της Μ. συζ. Α. Γ. (θυγατέρας του εφεσίβλητου εναγομένου) ενώπιον των συμβολαιογράφων Ερμούπολης Ευαγγελίας Σοφικίτου και Αθηνών Ευανθίας Προύσαλη, αντίστοιχα, οι οποίοι έχουν άμεση γνώση και προσωπική αντίληψη για το περιστατικό αυτό. Αντίθετα, μεταξύ του επιδίκου και του ακινήτου, που περιήλθε στον εφεσίβλητο εναγόμενο κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος ενάγοντος, δεν τοποθετήθηκε ποτέ συρματόπλεγμα. Το τελευταίο, που επιβεβαιώνεται από τους μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεως Ι. Ρ. και Μ. Γ. (γαμβρούς του εκκαλούντος ενάγοντος και του εφεσίβλητου εναγομένου, αντίστοιχα), αλλά και από τα προσαγόμενα από 26-1-1977, από Απριλίου 1986 και από Οκτωβρίου 1994 τοπογραφικά διαγράμματα των πολιτικών μηχανικών Α. Ζ., Δ. Π. και Ν. Λ., αντίστοιχα, συνιστά μια ένδειξη ότι τα δύο αυτά ακίνητα ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο (και μάλιστα στον εφεσίβλητο εναγόμενο). Έκτοτε και μέχρι το έτος 1977 το επίδικο το εξουσίαζε ο εφεσίβλητος εναγόμενος, χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από τον εκκαλούντα ενάγοντα. Ειδικότερα, μέχρι το έτος 1976 ο εφεσίβλητος εναγόμενος το είχε παραχωρήσει στον Ι. Ρ. και στον Α. Ρ. (αδελφούς των διαδίκων), για να σπέρνουν σ' αυτό κριθάρι και να βόσκουν τα ζώα τους. Τούτο ενισχύεται από τις ένορκες καταθέσεις των Α. Ρ., Ι. Ρ. και Α. Γ., που περιέχονται στα υπ' αριθμ. 228/13-5-1977, 26/8-11-1994 και 155ΤΜ/13-10-1995 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Ερμούπολης το δεύτερο και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου τα λοιπά. Ενισχύεται, επίσης, από την υπ' αριθμ. .../7-11-1994 ένορκη βεβαίωση του Ι. Ρ. (ανεψιού των διαδίκων) ενώπιον της συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ευαγγελίας Βεκρή και την υπ' αριθμ. .../12-10-1995 ένορκη βεβαίωση των Γ. Ρ. και Ι. - Α. συζ. Α. Β., κατοίκων ..., ενώπιον του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μάξιμου Ταλασλή, οι οποίοι έχουν άμεση γνώση και προσωπική αντίληψη για όσα καταθέτουν. Εξάλλου, στο υπ' αριθμ. .../1-4-1974 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Νικολάου Λ. Σταυρή, με το οποίο ο εκκαλών ενάγων μεταβίβασε το ακίνητο, που κληρονόμησε από τον πατέρα του, στην κόρη του Β. συζ. Σ. Δ., καθώς και στο από 20-2-1974 τοπογραφικό διάγραμμα, που προσαρτάται σ' αυτό, αναγράφεται ότι τούτο συνορεύει με κτήμα του εφεσίβλητου εναγομένου, και όχι με ιδιοκτησία του εκκαλούντος ενάγοντος. Αυτό καταδεικνύει ότι ο εκκαλών ενάγων αναγνώριζε μέχρι τότε ότι το επίδικο περιήλθε στον εφεσίβλητο εναγόμενο. Ο εκκαλών ενάγων αμφισβήτησε την κυριότητα του εφεσίβλητου εναγομένου στο επίδικο για πρώτη φορά το έτος 1977, όταν πληροφορήθηκε τη διατύπωση της ένδικης διαθήκης. Τότε θεώρησε ότι δικαιούται και το 1/2 εξ αδιαιρέτου του "μικρού τεμαχίου σκληροχωραφίου", που αναφέρεται στη διαθήκη και για το λόγο αυτό αφαίρεσε το ανωτέρω συρματόπλεγμα. Μόλις ενημερώθηκε γ' αυτό ο εφεσίβλητος εναγόμενος, το επανατοποθέτησε και υπέβαλε έγκληση σε βάρος του, την οποία στη συνέχεια ανακάλεσε, με αποτέλεσμα να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη. Στη συνέχεια ο εκκαλών ενάγων ήγειρε την από 10-3-1977 διεκδικητική αγωγή κατά του εφεσίβλητου εναγομένου, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με το δικόγραφο της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Με την αγωγή αυτή ο εκκαλών ενάγων επικαλούμενος την κτήση κυριότητας με κληρονομική διαδοχή βάσει της ανωτέρω διαθήκης, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι τυγχάνει συγκύριος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του "μικρού τεμαχίου σκληροχωραφίου" (και όχι αποκλειστικός κύριος του επιδίκου, που καταλαμβάνει τη μισή περίπου επιφάνεια του σκληροχωραφίου αυτού, όπως στην αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση). Από τα περιστατικά αυτά συνάγεται ότι μέχρι το έτος 1977 δεν αμφισβητούσε την κυριότητα του εφεσίβλητου εναγομένου στο επίδικο, διότι γνώριζε, προφανώς, ότι αυτό ανταποκρίνεται στην αληθινή βούληση του κληρονομουμένου. Διεκδικεί δε το επίδικο (και με την προηγούμενη από 10.3.1977 αγωγή του το 1/2 εξ αδιαιρέτου του "μικρού τεμαχίου σκληροχωραφίου"), βασιζόμενος αποκλειστικά και μόνον στην ασαφή διατύπωση της επίμαχης διαθήκης την οποία πληροφορήθηκε μόλις το έτος 1977. Έτσι, με βάση την ανωτέρω ερμηνεία της διαθήκης, το επίδικο ακίνητο περιήλθε στον εφεσίβλητο εναγόμενο, ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομιά με την προαναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι από τον θάνατο του κληρονομουμένου το έτος 1966 μέχρι σήμερα ο εκκαλών ενάγων δεν άσκησε καμιά διακατοχική πράξη στο επίδικο, το οποίο το νεμόταν αποκλειστικά και μόνον ο εφεσίβλητος εναγόμενος. Ειδικότερα, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ο εφεσίβλητος εναγόμενος, που είναι μόνιμος κάτοικος Αθηνών, επισκεπτόταν το επίδικο κάθε δεκαπέντε (15) ημέρες και το επέβλεπε. Επιπλέον, μέχρι το έτος 1976 το είχε παραχωρήσει στον Ι. Ρ. και στον Α. Ρ. (αδελφούς των διαδίκων), για να σπέρνουν σ' αυτό κριθάρι και να βόσκουν τα ζώα τους. Στη συνέχεια, το επόπτευε, αποψίλωνε τη χορτονομή και το καθάριζε από τα απορρίμματα. Μάλιστα αυτές τις εργασίες ανέθετε συνήθως στους Γ. Α., Α. Ρ. ή Ν. και Γ. Ρ.. Το έτος 1977, που ο εκκαλών ενάγων αφαίρεσε το συρματόπλεγμα, που διαχωρίζει το επίδικο από τα ακίνητο του, ο εφεσίβλητος εναγόμενος το προαναφέρθηκε. Το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου του 1994, που ο εκκαλών ενάγων και ο Δ. Ρ. (γιος του) εισέβαλαν στο επίδικο, φύτεψαν διάφορα φυτά και εγκατέστησαν ένα τρέϊλερ σ' αυτό, ο εφεσίβλητος εναγόμενος αντέδρασε αμέσως. Στις 12-9-1994, αφού έλαβε εισαγγελική παραγγελία, μετέβη στο Α.Τ. Ερμούπολης και εξέφρασε παράπονα σε βάρος του Δ. Ρ., στον οποίο και έγιναν συστάσεις. Στη συνέχεια, άσκησε την από 4-10-1994 αίτησή του για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής, επί της οποίας εκδόθηκε η 26/1994 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ερμούπολης. Με την απόφαση αυτή, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε έφεση, αναγνωρίσθηκε ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος προσωρινά νομέας του επιδίκου και υποχρεώθηκαν οι καθών, δηλαδή ο ήδη αναιρεσείων και ο γιός του, να αφαιρέσουν τα φυτά και το τρέϊλερ. Έκτοτε η επίδικη έκταση βρίσκεται συνεχώς και αδιαλείπτως στη νομή του αναιρεσιβλήτου, όπως άλλωστε συνομολογείται από τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα με την αγωγή και δεν αμφισβητείται με τις προτάσεις του".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι ο ενάγων-αναιρεσείων ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με βάση την κληρονομική διαδοχή ούτε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και κατόπιν τούτου, απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1041 και 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, της μη απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα με κανένα τρόπο, είτε παράγωγο (κληρονομική διαδοχή) είτε πρωτότυπο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία). Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε, ότι το επίδικο ακίνητο, με βάση την αναφερόμενη δημόσια διαθήκη του δικαιοπάροχου πατέρα των διαδίκων και κατά την αληθινή βούληση αυτού, περιλαμβάνεται στο "μικρόν τεμάχιον σκληροχωραφίου", που κατέλιπε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομιά αυτή με δήλωση αποδοχής το έτος 1967, ότι ο διαθέτης πριν τον θάνατό του είχε δηλώσει στους διάδικους (τέκνα του), ότι το επίδικο θα το αφήσει στον αναιρεσίβλητο γιό του, ότι μετά τον θάνατο του διαθέτη ο αναιρεσίβλητος νεμόταν και εξουσίαζε το επίδικο συνεχώς, παραχωρώντας ή εκμισθώνοντας αυτό σε τρίτους, ότι για πρώτη φορά ο αναιρεσείων αμφισβήτησε την κυριότητα του αναιρεσίβλητου αδελφού του μόλις το έτος 1977, ότι μετά από αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του αναιρεσιβλήτου εκδόθηκε η 26/1994 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ερμούπολης, με την οποία αναγνωρίστηκε ο αναιρεσίβλητος προσωρινά νομέας του επιδίκου, και ότι ο ενάγων-αναιρεσείων ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με βάση την κληρονομική διαδοχή ούτε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, ο από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 367/2011). Επομένως, ο πρώτος και τελευταίος εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αποδίδοντας μεγαλύτερη αξιοπιστία στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου Ι. Ρ. και Α. Ρ. σε σχέση με την ένορκη κατάθεση του δικού του μάρτυρα Ι. Ρ.υ, είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-11-2010 αίτηση του αναιρεσείοντος Ι. Ρ. για αναίρεση της 207/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή