Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1457 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη από κοινού. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού. Πότε αναγιγνώσκονται οι καταθέσεις μαρτύρων στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας. Αίτηση αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Απόρριψη αίτησης.




Αριθμός 1457/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μαμάλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ’γγελο Πάρσαλη, για αναίρεση της 6452/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο το Χ3 και με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Νοεμβρίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1913/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 του ως άνω Κώδικα και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου Κώδικα. Κατά το άρθρο 515 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 22-1-2009 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., η πολιτικώς ενάγουσα Ψ κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Συνεπώς, αφού εμφανίστηκαν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Με την από 18-11-2008 κοινή αίτηση αναίρεσης αμφότεροι οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν για τους σ' αυτήν αναφερομένους λόγους αναίρεσης την αναίρεση της υπ' αριθμ. 6452/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που άσκησαν με την από 18-11-2008 δήλωσή τους, η οποία επιδόθηκε μέσα στην προθεσμία των είκοσι ημερών από την ημέρα της καταχώρισης της καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο από τον αρμόδιο γραμματέα (29.10.2008). Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Κατά τα άρθρα 309 σε συνδυασμό με το άρθρο 308 παρ. 1 ΠΚ επικίνδυνη σωματική βλάβη διαπράττει όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για της ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, όπως αυτή περιγράφεται στο άρθρο 310 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεσθεί και κατά συναυτουργία από περισσότερους του ενός, σύμφωνα δε με το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι το τέλεσαν από κοινού, οπότε καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Όρος της συναυτουργίας, κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης είναι η γνώση του συναυτουργού για την πρόθεση του άλλου να τελέσει την πράξη και η θέληση να συμπράξει με αυτόν (κοινός δόλος), η δε καταδικαστική απόφαση που δέχεται τη συνδρομή του όρου αυτού αρκεί να αναφέρει για την πληρότητα της αιτιολογίας της την πράξη που τελέσθηκε και τον κοινό δόλο των συναυτουργών, χωρίς να απαιτείται και μνεία των επιμέρους ενεργειών καθενός από αυτούς.
Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι δημιουργείται ακυρότητα της διαδικασίας στην περίπτωση που το δικαστήριο, παρά την αίτηση του κατηγορουμένου ή του Εισαγγελέα δεν αναγνώσει στο ακροατήριο ένορκη κατάθεση μάρτυρα που λήφθηκε στην προδικασία, όταν αυτός για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη αυτή αδυνατεί να εμφανισθεί στο ακροατήριο, ενώ δεν δημιουργείται ακυρότητα όταν το δικαστήριο αναγνώσει τέτοια κατάθεση μάρτυρα είτε κατόπιν αιτήσεως ή και αυτεπαγγέλτως και αν ακόμα δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνισή του ήταν αδύνατη, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε στην ανάγνωση αυτή. Αντίθετα, η ανάγνωση και η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα που έχει ληφθεί στην προδικασία, αν έγινε παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου, παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ν.δ/μα 53/74) και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997) να εξετάσει τους μάρτυρες κατηγορίας και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, εντεύθεν δε ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6452/2008 απόφαση, μετά αναίρεση με την υπ' αριθμ. 806/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, της προηγούμενης υπ' αριθμ. 888/2007 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Αθηνών) αναγνώσθηκαν με εντολή του Προεδρεύοντος Εφέτη, εκτός των άλλων εγγράφων και: α) η από 26-11-2001 έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα ΑΑ, β) η από 13-12-2001 έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα ΔΔ και γ) η από 26-11-2001 έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα ΒΒ, χωρίς να προβάλλουν ο παριστάμενος δεύτερος αναιρεσείων και η παρισταμένη για τους δύο αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους συνήγορος τους Σοφία Πολλάλη (εκπροσωπώντας τον απολειπόμενο πρώτο αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο) κάποια αντίρρηση αναφορικά με την ανάγνωση των ως άνω καταθέσεων (βλ. 4η σελίδα των ως άνω πρακτικών). Εφόσον, λοιπόν, δεν υποβλήθηκε αντίρρηση, δεν δημιουργήθηκε η επικαλούμενη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, και, ως εκ τούτου, δεν παραβιάσθηκε και το από το άρθρο 6 παρ. 3 στοι. Δ της ΕΣΔΑ πηγάζον δικαίωμα των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων να υποβάλουν ερωτήσεις στους παραπάνω μάρτυρες κατηγορίας και να ελέγξουν συνακόλουθα την αξιοπιστία τους. Η περαιτέρω αιτίαση των κατηγορουμένων αναιρεσειόντων, ότι και η απόλυτη ακυρότητα επήλθε, και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ ως και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ... του "Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα" (ν. 2462/1997) παραβιάσθηκαν, μόνο από το γεγονός ότι, το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήλεγξε προηγουμένως αν η εμφάνιση των ως άνω μαρτύρων κατηγορίας στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 365 του ΚΠΔ, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η διαπίστωση αυτή, έπεται της υποβολής σχετικού αιτήματος για ανάγνωση της ένορκης κατάθεσης κάποιου μάρτυρα ή κάποιων μαρτύρων ή προβολής αντίρρησης κατά της τοιαύτης ανάγνωσης και κάτι τέτοιο δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως ο σχετικός, περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης, εκ των ως άνω διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 6452/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι (οι δύο αναιρεσείοντες και ο τρίτος συγκατηγορούμενός τους Χ3-ο πρεσβύτερος αυτών) στις 20-11-2001 στη ..., έξω από το χώρο του Δημοτικού νεκροταφείου, με πρόθεση προξένησαν σε άλλους σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας αυτών με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη αυτών. Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι από κοινού ενεργούντες επιτέθηκαν στους εγκαλούντες που ήταν μέλη τηλεοπτικού συνεργείου και είχαν μεταβεί εκεί για ρεπορτάζ σχετικά με την κατάσταση του νεκροταφείου - ήτοι στους ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ και χτυπώντας αυτούς ο μεν πρώτος κατηγορούμενος (Χ1) με σιδεροσωλήνα (νερού), οι δε λοιποί κατηγορούμενοι με γροθιές και κλωτσιές, προξένησαν σ' αυτούς (εγκαλούντες) σωματικές κακώσεις και βλάβη της υγείας του, με αποτέλεσμα να πάθουν ο πρώτος των εγκαλούντων (ΑΑ) "ενδοαρθρικό κάταγμα στη βάση της ονυχοφόρου φάλαγγος", ο δεύτερος (ΒΒ) "πολλαπλούς μώλωπες επί του τριχωτού της κεφαλής κατά τη μέση βρεγματική και βρεγματοϊνιακή χώρα, ταινιοειδή εκχύμωση και θλάση επί των μυών του αριστερού μηρού, οίδημα επί της δεξιάς κροταφοπαρειακής χώρας" και η τρίτη (ΓΓ) "εκδορές κατά την αριστερή μετωποβρεγματική χώρα την ραχιαία επιφάνεια της ρινός, τη δεξιά βλεφαρική σχισμή, την δεξιά ρινοπαρειακή αύλακα, το κάτω χείλος του στόματος και την δεξιά παρειακή χώρα-θλαστική εκχύμωση και εκδορά κατά την αριστερή ωμοπλατιαία χώρα". Από τον τρόπο δεν που ενήργησαν τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες στους εγκαλούντες παθόντες, από την σφοδρότητα των κτυπημάτων, του μέσου που καταφέρθηκαν (σιδηροσωλήνα από τον 1ο κατηγορούμενο (μη αναιρεσείοντα), από τα σημεία καταφοράς των πληγμάτων μπορούσε να προκαλέσει βαρειά σωματική βλάβη αυτών, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού των κατηγορουμένων ότι πρόκειται για απλές σωματικές βλάβες και απαλλαγής τους εντεύθεν κατ' άρθρο 308 παρ. 3 του ΠΚ, επειδή παρασύρθηκαν στην ως άνω πράξη τους από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξαιτίας μιας αμέσως προηγούμενης πράξης που τέλεσαν οι παθόντες εναντίον τους και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Σε κάθε δε περίπτωση οι κατηγορούμενοι δεν προκλήθηκαν από τους παθόντες οι οποίοι μετέβησαν στον τόπο του συμβάντος, κατόπιν εντολής του τηλεοπτικού σταθμού όπου εργάζονταν για ρεπορτάζ και όχι να προκαλέσουν οποιοδήποτε επεισόδιο με τους εγκαλούντες (προδήλως εννοείται κατηγορουμένους), τους οποίους δεν εγνώριζαν. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς πράξεως, ως το διατακτικό, αναγνωριζομένου του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ για τους 2ο και 3ο -αναιρεσείοντες- (έζησαν ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή) και του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ - 1ο κατηγορούμενο- μη αναιρεσείοντα (συμπεριφέρθηκα καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του). Κατά τα λοιπά οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού και κατά συρροή και επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης σε καθένα των δύο αναιρεσειόντων ογδόντα (80) ημερών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι δύο αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 84 παρ. 2α, 94 παρ. 1 και 308-309 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ακόμα, ως προς το έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, για το οποίο καταδικάσθηκαν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες (ως και το τρίτος των συγκατηγορουμένων Χ3), προσδιορίζει το δικαστήριο τον τρόπο που τελέσθηκε η πράξη αυτή και το είδος του κίνδύνου που μπορούσε να προκαλέσει (βαρειά σωματική βλάβη) και ο οποίος, όπως δέχεται, επήλθε.
Εξάλλου ως προς την από κοινού τέλεση της πράξης από αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες και τον τρίτο συγκατηγορούμενό τους Χ3 προσδιορίζει τον κοινό δόλο των συναυτουργών και παραθέτει ακόμη τις επιμέρους ενέργειες καθενός από αυτούς (μέσο κτυπήματος των παθόντων) καίτοι τούτο δεν είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας.
Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγος της αίτησης με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης) είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και οι αναιρεσείοντες να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-11-2008 αίτηση των: 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6452/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή