Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2234 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή διεκδικητική, Νομή.




Περίληψη:
Λόγοι αναίρεσης από τους αρ. 19, 8, 20 άρθρ. 559 ΚΠολΔ.




Αριθμός 2234/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)Α. Ι. Κ., το γένος Θ. Κ., κατοίκου…, και 2)Σ. Ν. Σ., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Καούσια.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. Π. Κ., κατοίκου ... και 2)Β. συζ. Δ. Γ., το γένος Π. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Κτιστάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2003 του ιδίου δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών, λόγω αρμοδιότητας, 160/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών και 5579/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 6/11/2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 22/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει το χρόνο της δικής του νομής στο χρόνο εκείνης του άμεσου δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ), εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. ’σκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... του τέως Δήμου Θίσβης Νομού Βοιωτίας, μέσα στην επικοισθείσα περιοχή της ... ΣΑΑΚ ..., βρίσκεται το επίδικο αγροτεμάχιο, το οποίο έχει έκταση 2.310 τμ και συνορεύει γύρωθεν με τα υπ' αριθμ 67,65 και 56 αγροτεμάχια κατηγορίας Δ' της επικοισθείσας αυτής περιοχής στην ανατολική, δυτική και βόρεια πλευρά του αντίστοιχα καθώς και με το υπ' αριθ. 72α αγροτεμάχιο στην νότια πλευρά του, όπως τα τελευταία καταγράφονται και απεικονίζονται λεπτομερώς στο υπ' αριθμ ... παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας [Δ/νση Επικοισμού]. Με το εν λόγω παραχωρητήριο, το οποίο μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θηβών τέως Δήμου Θίσβης, στον τόμο Β' και αριθμό ..., το επίδικο αγροτεμάχιο παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στον παππού των εναγουσών, Ε. Κ., ως αγροτικός κλήρος, στα πλαίσια, ασκήσεως κοινωνικής πολιτικής προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, ύστερα από απαλλοτρίωση των κτημάτων της μονής Ταξιαρχών στην Δομβραίνα. Το ακίνητο αυτό το έτος 1955, ο παραχωρησιούχος - κληρούχος Ε. Κ., παρεχώρησε ατύπως στον παππού των εναγομένων Σ. Κ., δεδομένου ότι κατ' άρθρο 208 του Αγροτικού Κώδικα, που τότε ίσχυε, απαγορευόταν η πώληση από τον κληρούχο του αγροτικού κλήρου με την τήρηση του νομίμου τύπου. Όμως μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων υπήρχε φιλία και αμοιβαία εμπιστοσύνη και από την άτυπη μεταβίβαση [έτος 1955] του κληροτεμαχίου στον παππού των εναγομένων Σ. Κ., παρέλαβε αυτός τούτο και αφού το συνένωσε με τον υπόλοιπο συνεχόμενο αγρό του, δημιούργησε εκεί ένα αγροτεμάχιο 18 περίπου στρεμμάτων, το ο-ποίο οριοθέτησε, επέβλεπε και καλλιεργούσε με κηπευτικά προϊόντα, που πωλούσε σε τρίτους, αρδεύοντας αυτό από πηγάδι, το οποίο ο ίδιος διάνοιξε. Μέχρι το έτος 1962 νεμόταν το επίδικο, ο παππούς των εναγομένων και στη συνέχεια και για μια διετία ήτοι μέχρι το έτος 1964 μαζί με τον γυιό του και πατέρα των εναγομένων Π. Κ., όταν αυτός απεβίωσε σε ηλικία 49 ετών, συνεχίζοντας να νέμεται τούτο με διάνοια κυρίου, ο Σ. Κ., μέχρι τον επισυμβάντα το έτος 1969 θάνατο του. Με την υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη του Συμβολαιογράφου Θηβών Κ. Γεωργίου Κατσιμπάρδη, που δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 23-10-1969, ο παππούς των εναγομένων Σ. Κ., εγκατέστησε κληρονόμους στο παραπάνω ακίνητο των 18 στρεμμάτων, το οποίο διεχωρίζετο με τον κεντρικό δρόμο σε δύο τεμάχια και δη στο μεν βοτειοανατολικό τεμάχιο, κατ' ίσες μερίδες τα τέκνα του Π., Δ., Κ. και Ι. Κ., στο δε νοτιοδυτικά του κεντρικού δρόμου τεμάχιο, εκτάσεως δέκα [10] στρεμμάτων μετά του οικίσκου, φρέατος και του αντλητικού συγκροτήματος, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο, κατ' ίσες μερί-δες τους ανήλικους τότε εγγονούς του - εναγομένους, Σ. και Β., τέκνα του προαποβιώσαντος, το έτος 1964, υιού του Π. Κ.. Πρέπει να επισημανθεί ότι ο διαθέτης, έχοντας υπόψη του την άτυπη παραχώρηση σ' αυτόν [αγορά] του επιδίκου από τον δικαιοπάροχο των εναγουσών Ε. Κ., διατυπώνει αυτό ρητά στη διαθήκη του και μάλιστα στο σημείο όπου εγκαθιστά τους εναγομένους κληρονόμους του στο νοτιοδυτικό τεμάχιο του παραπάνω ακινήτου, στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε, περιέχεται και το επίδικο. Την κληρονομιά του παππού τους Σ. Κ., οι εναγόμενοι αποδέχτηκαν νόμιμα με την υπ' αριθ. 3227/14-9-1984 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβ/φου Θηβών Ασημίνας Κωστή - Γκόγκου, την οποία μετέγραψαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θίσβης, στον τόμο 103 και αύξοντα αριθμό 9984. Από το έτος 1969, που απεβίωσε ο Σ. Κ. μέχρι το έτος 1979, το κληρονομιαίο ακίνητο των εναγομένων, τμήμα του οποίου, όπως προελέγχθη, αποτελούσε και το επίδικο, νεμόταν για λογαριασμό τους, δεδομένου ότι αυτοί ήταν ανήλικοι, η μητέρα τους Δ. Κ., η οποία ασκούσε, όπως και οι δικαιοπάροχοι τους, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής όπως οριοθέτηση, επίβλεψη και καλλιέργεια με κηπευτικά, συλλογή του ελαιοκάρπου από τα φυόμενα σ' αυτό ελαιόδενδρα, πράξεις νομής που συνέχισαν να ασκούν οι εναγόμενοι, από την ενηλικίωση τους και μετέπειτα μέχρι το έτος 1994, που άρχισε η αντιδικία τους με τις ενάγουσες. Με τα δεδομένα αυτά συγκύριοι στο επίδικο και δη κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, κατέστησαν οι εναγόμενοι με έκτακτη χρησικτησία, ως συννεμόμενοι αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου, από το έτος 1968, που επετράπη, με τον αναγκαστικό νόμο 431/1968, η νομή τρίτου σε αγροτικό κλήρο, μέχρι το έτος 1995, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής από το έτος 1968 και εντεύθεν των δικαιοπαρόχων τους. Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι έγιναν συγκύριες του επιδίκου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία, με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβ/φου Αθηνών Ειρήνης Βασιλικάκη, το οποίο μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θήβας, στον τόμο ... και αριθμό 37, από τον πατέρα τους Θ. Κ., στον οποίο είχε περιέλθει από κληρονομιά του θανόντος, την 1-3-1955 στην Δομβραίνα Θηβών, πατέρα του και παππού τους Ε. Κ. και από άτυπη παραχώρηση-δωρεά των λοιπών κληρονόμων του τελευταίου [συζύγου και λοιπών τέκνων του] του κληρονομικού μεριδίου τους στο επίδικο ακίνητο, κατά τα αναλογούντα σ' αυτούς ποσοστά συγκυριότητας, στον ίδιο [πατέρα τους Θ. Κ.]. Ότι την πιο πάνω κληρονομιά αποδέχτηκε ο πατέρας τους Θ. Κ., με την υπ' αριθ. 7118/31-12-1987 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Βασιλικάκη, που μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θίσβης, γενόμενος κύριος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο αλλά και με πρωτότυπο ήτοι με τακτική χρησικτησία, ως νεμόμενος τούτο με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως επί χρόνο μείζονα της 10ετίας από το θάνατο του πατέρα του [έτος 1955] μέχρι το έτος 1987 αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος αυτό με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα πλέον των 20 ετών από το θάνατο του πατέρα του [έτος 1955], μέχρι το χρόνο μεταβιβάσεως αυτού [έτος 1987], με γονική παροχή στις ενάγουσες. Ο ισχυρισμός τους αυτός είναι αβάσιμος και από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν επαληθεύεται. Ειδικότερα το έτος 1994, οι ενάγουσες περιέφραξαν αυθαίρετα το επίδικο αγροτεμάχιο και η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, την οποία άσκησαν κατ' αυτών οι εναγόμενοι για την προστασία της συννομής τους, έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 109/1994 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θήβας, με την οποία πιθανολογήθηκε το δικαίωμα τους στο επίδικο και διατάχθηκε η αποβολή των αντιδίκων τους απ' αυτό. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών, το οποίο με την υπ' αριθ. 185/1995 απόφαση του απέρριψε την έφεση των αιτουσών και ήδη εναγουσών, οι οποίες στη συνέχεια άσκησαν στο ίδιο Δικαστήριο [Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών], την από 29-11-1995 διεκδικητική αγωγή κυριότητας κατά των εναγομένων και με αυτή ζητούσαν να αναγνωρισθούν συγκύριες του επιδίκου ακινήτου και να τους αποδοθεί τούτο. Από το δικόγραφο της αγωγής αυτής, εκτιμώντας την μη ευδοκίμηση της, παραιτήθηκαν οι ενάγουσες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της και άσκησαν μετά την παρέλευση πέντε [5] περίπου μηνών, την ένδικη με το ίδιο περιεχόμενο και αίτημα, αγωγή. Ως τίτλο κτήσεως του επιδίκου επικαλούνται οι ενάγουσες την υπ' αριθ. 7118/31-12-1987 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβ/φου Αθηνών Ειρήνης Βασιλικάκη, με την οποία ο πατέρας τους Θ. Κ. φέρεται ως μοναδικός κληρονόμος, να αποδέχεται την κληρονομιά του παππού τους Ε. Κ., μετά την πάροδο 32 ετών από το θάνατο του και την ίδια ημερομηνία, με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής της πιο πάνω Συμβ/φου, να μεταβιβάζει το επίδικο αγροτεμάχιο στις ενάγουσες. Σύμφωνα με την αναφερόμενη πράξη αποδοχής κληρονομιάς, ο κληρονομούμενος, πάππος των εναγουσών Ε. Κ., δεν άφησε διαθήκη και μοναδικός του κληρονόμος, ήταν ο πατέρας τους Θ. Κ.. Όμως στο αγωγικό δικόγραφο οι ενάγουσες ομολογούν ότι ο πάππος τους, κατά το θάνατο του, είχε κληρονόμους τη σύζυγο του και άλλα, εκτός από τον Θ., τέκνα.
Συνεπώς, η πράξη αποδοχής κληρονομιάς με την οποία ο πατέρας των εναγουσών, αποδέχεται ολόκληρο το επίδικο και όχι ιδανικό μερίδιο αυτού, δεν προσδίδει στον αποδεχόμενο κυριότητα. Πέραν αυτού και αν θεωρηθεί αληθής ο ισχυρισμός των εναγουσών, ότι οι λοιποί κληρονόμοι του πάππου τους Ε. Κ., παραχώρησαν ατύπως το εξ αδιαιρέτου κληρονομικό τους μερίδιο επί του επιδίκου, στον δικαιοπάροχο τους Θ. Κ., δεν θεωρείται ότι νεμήθηκε αυτός ολόκληρο το κληροτεμάχιο πριν από την ισχύ του ΑΝ 431/1968, σε χρόνο δηλ. που δεν επιτρεπόταν ούτε αναγνωριζόταν νομή τρίτου στον κλήρο ακόμη και με την συγκατάθεση του κληρούχου ή του κληρονόμου του, σε βάρος του ιδίου.
Συνεπώς, ο χρόνος της επικαλούμενης από τις ενάγουσες χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου τους επί του επιδίκου, αν αυτή έλαβε χώρα, αρχίζει από το έτος 1968 και εντεύθεν μέχρι το έτος 1994. Κατ' αυτό όμως το χρονικό διάστημα ουδέποτε ο δικαιοπάροχος των εναγουσών, ο οποίος να σημειωθεί ότι δεν ήταν αγρότης στο επάγγελμα αλλά δικαστικός κλητήρας και παράλληλα διατηρούσε πρατήριο υγρών καυσίμων στην Δομβραίνα αλλ' ούτε και οι ίδιες άσκησαν πράξεις νομής στο επίδικο. Τα υπ' αριθ. ... και ... αγοραπωλητήρια συμβόλαια με τα οποία τρίτοι, άσχετοι με την παρούσα δίκη, πωλούν αγροτεμάχια στην ίδια θέση με το επίδικο και συνορεύουν με αυτό, αναγράφεται ως συνορίτης ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Σ. Κ. και όχι αυτός των εναγουσών Θ. Κ.. Κατά την διεξαγωγή των μαρτυρικών αποδείξεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εξετάστηκαν δύο μάρτυρες από κάθε πλευρά και όλοι καταθέτουν, ότι η καλλιέργεια του επιδίκου γινόταν αρχικά από τον πάππο των εναγομένων Σ. Κ., στη συνέχεια από τους πάππο και πατέρα τους Σ. και Π. Κ. αντίστοιχα, μετά δε τον θάνατο αυτών και συγκεκριμένα μετά το έτος 1969, από την μητέρα τους Δ. Κ. και τον μισθωτή τους, δεύτερο μάρτυρα ανταποδείξεως Α. Κ., ο οποίος όπως ο ίδιος καταθέτει, κατείχε το επίδικο και καλλιεργούσε τούτο επ' ονόματι και για λογαριασμό των εναγομένων. Οι μάρτυρες αποδείξεως κάνουν λόγο βέβαια για εκμίσθωση του επιδίκου το έτος 1962, από τον πατέρα των εναγουσών Θ. Κ. στον πατέρα των εναγομένων Π. Κ., με συμφωνηθέν μίσθωμα, μέρος της ετήσιας παραγωγής των κηπευτικών προϊόντων, που αυτός [μισθωτής] καλλιεργούσε, μίσθωση που διήρκεσε μέχρι το θάνατο του μισθωτή [έτος 1964] και συνεχίσθηκε με μισθώτρια την μητέρα των εναγομένων μέχρι το έτος 1979, κατά το οποίο ο πατέρας τους με την από 28-2-1979 εξώδικη δήλωση, κατήγγειλε την μισθωτική σχέση και ζήτησε την απόδοση του μισθίου ακινήτου, εντός εξαμήνου από την καταγγελία. Πλην όμως το εξάμηνο παρήλθε, η μητέρα των εναγομένων και στη συνέχεια οι ίδιοι, συνέχισαν να καλλιεργούν το επίδικο, ενώ ο φερόμενος ως εκμισθωτής Θ. Κ. και οι ενάγουσες στη συνέχεια ουδέν έπραξαν μέχρι σήμερα, για την απόδοση του μισθίου ακινήτου. Μάλι-στα στον μάρτυρα των εναγομένων Χ. Κ. αδελφό της μητέρας τους, ο οποίος αμέσως μετά την επίδοση της πιο πάνω εξώδικης δήλωσης, ενεργώντας για λογαριασμό των ανεψιών του - εναγομένων, διαμαρτυρήθηκε στον Θ. Κ. για την παραπάνω ενέργεια του εφόσον το επίδικο είχε παραχωρηθεί ατύπως από τον πατέρα του Ε. Κ. στον δικαιοπάροχο των εναγομένων Σ. Κ., αυτός παραδέχτηκε την πώληση, υποσχόμενος ότι εμμένει σ' αυτή και δεν θα ξαναενοχλήσει τους εναγομένους. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών ως αβάσιμη κατ' ουσία και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση η οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία κατά παραδοχή της ένστασης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ιδίας κυριότητας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ως άνω διατάξεων και επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που περιέχονται διάσπαρτες στην αίτηση αναίρεσης είναι αβάσιμες.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, από την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε ότι "οι εναγόμενοι είχαν μισθώσει τον επίδικο αγρό από το έτος 1962 μέχρι το έτος 1979", πλην όμως τέτοιος αγωγικός ισχυρισμός δεν προτάθηκε, διότι κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, οι εναγόμενοι ήδη αναιρεσίβλητοι το έτος 1962 ήταν 9 και 6 ετών περίπου και ήταν προφανώς αδύνατο να καταρτίσουν σύμβαση αγροτικής μισθώσεως και μάλιστα με ανώνυμο εκμισθωτή.
Με το δεύτερο και τρίτο μέρος του ιδίου λόγου αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας των αναιρεσειουσών Θ. Κ. είχε εκμισθώσει στον πατέρα των εναγομένων Π. Κ. τον επίδικο αγρό το έτος 1962 και μετά το θάνατο του τελευταίου το έτος 1964 υπεισήλθε στη μίσθωση η σύζυγος του Δ. Κ. και τα δύο ανήλικα τέκνα του, οι αναιρεσίβλητοι, και ο εκμισθωτής το έτος 1979 προέβη στην καταγγελία της σύμβασης μισθώσεως. Ο λόγος αυτός και κατά τα δύο μέρη του είναι αβάσιμος αφού όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη τους προταθέντες ως άνω αγωγικούς ισχυρισμούς και τους απέρριψε ως εκ του πράγματος, ενώ δεν δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι είχαν μισθώσει τον επίδικο αγρό από το έτος 1962 μέχρι το έτος 1979, όπως έκαναν λόγο οι μάρτυρες αποδείξεως.
Με το τρίτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από τον αριθ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ επειδή το Εφετείο δέχθηκε ότι ο κληρούχος Ε. Κ. παραχώρησε ατύπως στον παππού των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Σ. Κ. το έτος 1955 το επίδικο ακίνητο, πλην όμως οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν ότι η παραχώρηση αυτή έγινε το έτος 1956 και επί πλέον προσάπτεται η αιτίαση από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ληξιαρχική πράξη θανάτου του ως άνω κληρούχου από την οποία προέκυπτε ότι αυτός είχε αποβιώσει την 1η Μαρτίου 1955. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού το διευκρινιστικό γεγονός της άτυπης παραχώρησης που προέκυψε από τις αποδείξεις και την ως άνω ληξιαρχική πράξη και ήταν το 1955 αντί του 1956 δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί τα πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχτηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον ’ρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο. Αν ο λόγος αναίρεσης, δεν περιέχει τα παραπάνω αναφερόμενα στοιχεία, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Στην προκειμένη περίπτωση περιέχεται στην αίτηση η αιτίαση από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επειδή το Εφετείο δέχτηκε ότι "με την υπ' αριθ. ... δημόσια διαθήκη του Συμβολαιογράφου Θηβών Κ. Γ. Κατσιμπάρδη, που δημοσιεύτηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 23-10-1969 ο παππούς των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) Σ. Κ., εγκατέστησε κληρονόμους στο παραπάνω ακίνητο των 18 στρεμμάτων, το οποίο διεχωρίζετο με τον κεντρικό δρόμο σε δύο τεμάχια και δή στο μέν βορειοανατολικό τεμάχιο, κατ' ίσες μερίδες τα τέκνα του Π., Δ., Κ. και Ι. Κ., στο δε νοτιοδυτικά του κεντρικού δρόμου τεμάχιο, εκτάσεως δέκα (στρεμμάτων)μετά του οικίσκου και φρέατος και του αντλητικού συγκροτήματος, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο κατ' ίσες μερίδες στους εγγονούς του- τους εναγομένους Σ. και Β. τέκνα του προαποβιώσαντος το έτος 1964 υιού του Π. Κ.. Πρέπει να επισημανθεί ότι ο διαθέτης, έχοντας υπ'οψη του την άτυπη παραχώρηση σ' αυτόν (αγορά) του επίδικου από τον δικαιοπάροχο των εναγουσών Ε. Κ., διατυπώνει αυτό ρητά στη διαθήκη του και μάλιστα στο σημείο, όπου εγκαθιστά τους εναγομένους κληρονόμους του στο νοτιοδυτικό τεμάχιο του παραπάνω ακινήτου, στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε περιέχεται και το επίδικο" πλην όμως, με τις άνω αποδοχές, η προσβαλλομένη παραμόρφωσε το περιεχόμενο δημοσίου εγγράφου και το παραμόρφωσε με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στην άνω διαθήκη. Στην άνω διαθήκη ο διαθέτης Σ. Κ. πουθενά δεν αναφέρει ότι στα δέκα στρέμματα που αφήνει στους εγγονούς του- ήδη αναιρεσίβλητους περιλαμβάνεται και το "επίδικο", ούτε αναφέρει η άνω διαθήκη ότι από τα δέκα στρέμματα δύο είναι "αγροτικός κλήρος" και είναι αυτός ο κλήρος που περιγράφεται και συμπίπτει με τον κλήρο στο αγωγικό παραχωρητήριο και που δήθεν είχε αγοράσει ατύπως από τον κληρούχο Ε. Κ..
Ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου ώστε να τη συγκρίνει με εκείνο που δέχτηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον ’ρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο και το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει (559 αριθ. 11α ΚΠολΔ) όπως τις 109/1994 και 185/1995 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών αντιστοίχως που λήφθηκαν σε ασφαλιστικά μέτρα νομής που αφορούσαν το επίδικο και την κατάθεση του μάρτυρα Χ. Κ. η οποία περιλαμβάνεται σε εισηγητική έκθεση κατόπιν προδικαστικής απόφασης που ανακλήθηκε με την 251/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών είναι αβάσιμη, αφού τα έγγραφα αυτά είναι παραδεκτά αποδεικτικά μέσα κατ'άρθρο 339 ΚΠολΔ καθώς και η ως άνω κατάθεση και λαμβάνονται υπόψη ως τεκμήρια.
Αφού απορρίπτεται η αίτηση πρέπει οι ηττηθείσες αναιρεσείουσες να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 176 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.11.2013 αίτηση των Α. Κ. κλπ για αναίρεση της 5579/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή