Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1246 / 2014    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αποδοχές μισθωτού, Κοινοπραξία, Υπερωριακή απασχόληση.




Αριθμός 1446/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές, Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 8η Απριλίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΩΝ: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΗΛΙΟΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο …, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΤΕΓΚ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο … και 3) Α. χήρας Χ. Γ., κατοίκου ... που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Βραχιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Παπανικολάου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2008 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 708/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3545/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 26-9-20013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώθηκε.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 29-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Επειδή, στο δίκαιο των ενώσεων προσώπων που συνιστώνται με σύμβαση, για την επιδίωξη κοινού σκοπού με κοινή συμβολή των μελών τους, δεν προβλέπεται η κοινοπραξία, ως ιδιαίτερος τύπος εταιρίας. Αφ' ότου, όμως, εμφανίστηκε και δρα στην πράξη ως ένωση φυσικών ή νομικών προσώπων, η κοινοπραξία είναι δυνατό να προσλάβει τη νομική μορφή είτε αστικής εταιρίας, εάν από τη φύση ή το σκοπό της δεν είναι εμπορική, οπότε διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 741 επ. του ΑΚ, είτε εμπορικής εταιρίας, οπότε εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εμπορικού δικαίου και υπάγεται σε έναν από τους εταιρικούς τύπους που αναγνωρίζονται περιοριστικά από αυτό. Εκ τούτου, έπεται ότι, σε περίπτωση που η κοινοπραξία επιδιώκει εμπορικό σκοπό, εάν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις σύνταξης εγγράφου και δημοσιότητας, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 39, 42, 43 και 44 του Εμπορικού Νόμου (πριν την κατάργηση των άρθρων 18 - 28, 38, 39, 47 - 50 και 64 με το άρθρο 294 παρ.2 του ν. 4072/2012), μπορεί να έχει χαρακτήρα είτε αφανούς εταιρίας, με εμφανή εταίρο ένα εκ των μελών της, οπότε προσομοιάζει στην ετερόρρυθμη εταιρία, με απεριορίστως ευθυνόμενο μόνο τον εμφανή εταίρο, είτε ομόρρυθμης εν τοις πράγμασι εταιρίας, με απεριορίστως και εις ολόκληρο ευθυνόμενα (άρθρο 22 του Εμπορικού Νόμου) πάντα τα μέλη αυτής για τις εκ της δραστηριότητάς της υποχρεώσεις (ΑΠ 1078/2010). Σε κάθε περίπτωση, η κοινοπραξία, εν όσω δεν προσλαμβάνει τυπικά κάποια εταιρική μορφή, δεν αποκτά νομική προσωπικότητα. Παρά ταύτα, αποκτά την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (ΟλΑΠ 14/2007), επομένως και εργοδότης. Και ακόμη, μπορεί να είναι διάδικος και να παρίσταται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα, στα οποία είναι ανατεθειμένη η διαχείριση των υποθέσεών της (ΚΠολΔ 62 και 64 παρ.3). Κατά περίπτωση, όμως, διάδικοι μπορούν να είναι και τα μέλη της. Αποφασιστικό κριτήριο για το αν σε συγκεκριμένη περίπτωση η κοινοπραξία ενήργησε ως αφανής εταιρία, οπότε ευθύνεται μόνο το μέλος που επιχείρησε τη συναλλαγή ή ενήργησε ως εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρία, οπότε ευθύνονται αλληλεγγύως όλα τα μέλη της, είναι το πώς εκδηλώθηκε εξωτερικά η συγκεκριμένη δραστηριότητα.
2.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν, νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί.
3.
Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) ασκεί το επάγγελμα του τεχνίτη οικοδόμου - πιστολαδόρου (χειριστή αεροσυμπιεστή) από το έτος 1991 και είναι μέλος των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Ότι την 21-2-2000, με την εν λόγω ειδικότητα, κατάρτισε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με το Θ. Κ.. Ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης αυτής ο τελευταίος ενήργησε ως προσωπάρχης και κατά τούτο προστηθείς της πρώτης και δεύτερης από τις εναγόμενες (ήδη αναιρεσείουσες) ανώνυμες εταιρίες, οι οποίες, από κοινού με τις ετερόρρυθμες εταιρίες "...", "...", "..." και "...", των οποίων ομόρρυθμος εταίρος είναι η τρίτη από τις εναγόμενες (ήδη αναιρεσείουσα), είχαν συστήσει αφανή κοινοπραξία, χωρίς έγγραφο τύπο και ιδιαίτερη επωνυμία, που δεν είχε τηρήσει τις διατυπώσεις δημοσιότητας του Εμπορικού Νόμου και ενεργούσε ως εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρία, με σκοπό την από κοινού εκτέλεση τεχνικών έργων, τα οποία τα μέλη της κοινοπραξίας αναλάμβαναν στην περιοχή της Αττικής για λογαριασμό της ΕΥΔΑΠ (κατασκευή και τοποθέτηση αγωγών υδρεύσεως, τοποθέτηση μετρητών κατανάλωσης, αποκατάσταση βλαβών δικτύου κλπ). Ότι η σύσταση της εν λόγω κοινοπραξίας προέκυπτε από το ότι όλες οι εν λόγω εταιρίες έχουν ως μοναδικούς μετόχους και νομίμους εκπροσώπους τα φυσικά πρόσωπα της οικογένειας Γ. (ήτοι την τρίτη από τις εναγόμενες και τους υιούς της), διατηρούν κοινή έδρα στο … (στην οδό …αρ…) με κοινά γραφεία και κοινό λογιστήριο, διατηρούν, επίσης, κοινό εργοτάξιο στην περιοχή Ρέντη Αττικής, απασχολούν ως κοινό εργοταξιάρχη και προσωπάρχη τον προαναφερθέντα Θ. Κ. και ως γενικό εργοδηγό τον Α. Τ. και χρησιμοποιούν κοινό εργατοτεχνικό προσωπικό και τεχνικά μέσα (οχήματα και μηχανήματα). Ότι όχι μόνο η πρόσληψη του ενάγοντος έγινε από τον ως άνω προσωπάρχη για λογαριασμό των μελών της κοινοπραξίας, αλλά και κατά τη διάρκεια της συμβάσεως η πληρωμή των αποδοχών του και ο προσδιορισμός των καθημερινών υποχρεώσεών του γίνονταν από τα ως άνω πρόσωπα, τα οποία εμφανίζονταν ότι ενεργούν για λογαριασμό όλων των εναγομένων. Με τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι εργοδότης του ενάγοντος υπήρξαν όλες οι εναγόμενες, οι οποίες έναντι αυτού ενήργησαν από κοινού και ως μέλη της κοινοπραξίας, όχι δε ως ανεξάρτητες και αυτοτελείς επιχειρήσεις, όπως οι ίδιες, αβάσιμα, ισχυρίσθηκαν. Στη συνέχεια, το Εφετείο εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που είχε κρίνει αντιθέτως και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, ως προς όλες τις εναγόμενες.
4.
Επειδή, με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά τις διατάξεις που διέπουν, αναλογικώς, τη λειτουργία της κοινοπραξίας και διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε και εκ των οποίων προκύπτει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι εναγόμενες (η τρίτη ως ομόρρυθμος εταίρος των μη εναγομένων ετερορρύθμων εταιριών, που μετείχαν στην κοινοπραξία) ενεργούσαν από κοινού, με τρόπο που προσιδιάζει στην εκ των πραγμάτων ομόρρυθμη εταιρία. Και βέβαια, στην κρίση αυτή δεν επηρεάσθηκε από την αντίθετη κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ούτε, βέβαια, και από την ομόλογη προς εκείνη κρίση των 438/2009 και 2440/2007 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τις οποίες οι αναιρεσείουσες είχαν επικαλεσθεί ως νομολογιακό επιχείρημα για να αποδείξουν τον αμυντικό ισχυρισμό τους περί ανεξαρτήτου δράσεως εκάστης εταιρίας. Η εν λόγω διαφορετική κρίση του Εφετείου ουδεμία αμφιβολία δημιουργεί ως προς το ότι αξιολογήθηκαν και τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα. Τέλος, η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας χρήση του επιθέτου "αφανής", δίπλα στο ουσιαστικό "κοινοπραξία" (βλ. παραπάνω, αρ.3, στη φράση "είχαν συστήσει αφανή κοινοπραξία"), μόνο κατά το φαινόμενο δημιουργεί αντίφαση με την παραδοχή ότι η εν λόγω κοινοπραξία "ενεργούσε ως εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρία". Διότι η εν λόγω παραδοχή είναι δεσπόζουσα στις αιτιολογίες του Εφετείου, ενώ το επίθετο "αφανής" δεν βρίσκεται στον αντίποδά της, αλλά, αν και αδόκιμα, τέθηκε για να υποδηλώσει το ότι η κοινοπραξία λειτουργούσε "χωρίς έγγραφο τύπο και ιδιαίτερη επωνυμία" και χωρίς να έχει τηρήσει "τις διατυπώσεις δημοσιότητας του Εμπορικού Νόμου" (βλ. παραπάνω, αρ.3). Από τις αιτιολογίες του Εφετείου, δηλαδή, δεν παραμένει αμφιβολία περί του ότι στην περίπτωση του αναιρεσιβλήτου η κοινοπραξία εξωτερίκευσε τη βούλησή της, τόσο για την κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας όσο και για την καταγγελία αυτής, με συλλογική ενέργεια των μελών της, κατά τα εκεί ειδικότερα αναφερόμενα. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1, 11 περ. γ' και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
5.
Επειδή, ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών ότι η αγωγή ήταν αόριστη, ως προς την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που θεμελίωναν την παθητική νομιμοποίηση αυτών και, κατόπιν αυτού, παρά τον νόμο δεν απάγγειλε το απαράδεκτο αυτής, ελέγχεται αβάσιμος εκ του πράγματος. Διότι, σύμφωνα με τα όσα έχουν ήδη αναφερθεί (βλ. παραπάνω, αρ.3), το δικαστήριο της ουσίας ασχολήθηκε διεξοδικώς με το ζήτημα της παθητικής νομιμοποίησης των αναιρεσειουσών (ως εναγομένων και εφεσιβλήτων) και, με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από την άποψη, την οποία αυτές υποστηρίζουν.
6.
Επειδή, σύμφωνα με τις ισχύουσες συλλογικές, κανονιστικές ρυθμίσεις για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και συναφών ειδικοτήτων όλης της Χώρας, οι εργαζόμενοι, επί των οποίων έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις αυτές, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσίβλητος, δικαιούνται επίδομα χρόνου προϋπηρεσίας, το οποίο υπολογίζεται σε ποσοστό 5% επί του βασικού τους ημερομισθίου, μετά τη συμπλήρωση εκάστης τριετίας κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους. Για τη χορήγηση της πρώτης τριετίας απαιτείται η πραγματοποίηση 600 ημερομισθίων. Το ίδιο ισχύει και για τη χορήγηση της δεύτερης και τρίτης τριετίας. Για τη χορήγηση της τέταρτης τριετίας αρκεί η πραγματοποίηση ετέρων 450 ημερομισθίων (ΣΣΕ από 20-5-1996, πράξη κατάθεσης 59/10-6-1996). Το ίδιο, δηλαδή η πραγματοποίηση ετέρων 450 ημερομισθίων κάθε φορά, ισχύει και για τη χορήγηση της πέμπτης, έκτης και έβδομης τριετίας (ΣΣΕ από 23-4-1999, από 23-4-2003 και από 6-6-2006, πράξεις κατάθεσης 20/29-4-1999, 19/29-4-2003 και 44/13-6-2006, αντιστοίχως). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε αρχίσει να εργάζεται ως οικοδόμος πιστολαδόρος από το έτος 1991. Ότι κατά την πρόσληψή του στην υπηρεσία της κοινοπραξίας των αναιρεσειουσών (21-2-2000) είχε συμπληρώσει 2.260 ασφαλιστικές ημέρες εργασίας με την ειδικότητα αυτή και δικαιούταν επί του νομίμου ημερομισθίου του (εκτός από το επίδομα γάμου, για το οποίο δεν γεννάται αμφισβήτηση) προσαύξηση 20% για επίδομα τεσσάρων τριετιών. Ότι, ως εκ τούτου, κατά την 1-1-2003 (ήτοι, κατά το χρόνο από τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας άρχισε να υπολογίζει τις πράγματι οφειλόμενες αποδοχές του), αυτός δικαιούταν προσαύξηση 30% για επίδομα έξι τριετιών. Ότι κατά την 1-1-2004 και κατά την 1-1-2005 δικαιούταν την ίδια προσαύξηση 30% για επίδομα και πάλι έξι τριετιών, ενώ κατά την 1-1-2006 δικαιούταν προσαύξηση 35% για επίδομα, πλέον, επτά τριετιών, όπως και για το μετά ταύτα ένδικο χρονικό διάστημα μέχρι την 7-10-2008. Ότι, σύμφωνα με το ημερομίσθιο που πρόεκυπτε από τις εν λόγω προσαυξήσεις, έπρεπε να γίνουν οι υπολογισμοί των διαφορών και των προσθέτων αμοιβών, τις οποίες ζητούσε ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή. Παρατηρείται, όμως, ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος κατά την πρόσληψή του (21-2-2000) είχε συμπληρώσει 2.260 ασφαλιστικές ημέρες εργασίας και, σύμφωνα με τα παραπάνω (300+300+300+450=2250) δικαιούταν, πράγματι, προσαύξηση τεσσάρων τριετιών (ήτοι 20%), θα έπρεπε να έχει πραγματοποιήσει μέσα στο χρονικό διάστημα από 21-2-2000 μέχρι 1-1-2003, ήτοι σε λιγότερα από τρία χρόνια, άλλα (450+450=) 900 ημερομίσθια, προκειμένου να δικαιούται από την εν λόγω, τελευταία ημερομηνία προσαύξηση 30% για επίδομα έξι τριετιών, δηλαδή, όχι για μία, αλλά για δύο επί πλέον τριετίες. Και το άτοπο αυτό επιτείνεται από άλλη παραδοχή του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσίβλητος, κατά την ένδικη πενταετία και κατά μέσο όρο, δεν είχε πραγματοποιήσει περισσότερα από 200 ημερομίσθια ετησίως. Ως εκ τούτου, με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία το Εφετείο προέβη στον προσδιορισμό των νομίμων αποδοχών του αναιρεσίβλητου, με αποτέλεσμα και όλοι οι επόμενοι υπολογισμοί των διαφορών ή προσθέτων αμοιβών, τις οποίες ζητούσε ο αναιρεσίβλητος και τις οποίες ως εν μέρει βάσιμες επιδίκασε το δικαστήριο της ουσίας να είναι αναιτιολόγητοι. Επομένως, ο έκτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η έλλειψη αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
7.
Επειδή, ο όγδοος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται και πάλι στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τη δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου (ως ενάγοντος) ως προς τις πραγματικές ημέρες απασχόλησης αυτού εντός των επί μέρους τμημάτων του ενδίκου χρονικού διαστήματος, ελέγχεται μεν αβάσιμος εκ του πράγματος ως προς το κεφάλαιο περί επιδικάσεως διαφορών μεταξύ των νομίμων και των πράγματι καταβληθεισών αποδοχών. Διότι, όπως προκύπτει από τα διαλαμβανόμενα στο 8ο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας προέβη στον υπολογισμό των οφειλόμενων διαφορών αποδοχών λαμβάνοντας υπ' όψη τις ημέρες απασχόλησης του ενάγοντος, όπως αναφέρονται στην αγωγή και στον εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, όμως, όπως προκύπτει εκ του λοιπού περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τον υπολογισμό των οφειλομένων προσθέτων αμοιβών για επί πλέον της νομίμου εβδομαδιαία εργασία, για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωρία και για εργασία και υπερωρία κατά την ημέρα του Σαββάτου, το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη ότι ο αναιρεσίβλητος ομολογούσε στην αγωγή και τις επ' αυτής προτάσεις του ότι σε κάθε μήνα εντός του ενδίκου χρονικού διαστήματος είχε εργασθεί συγκεκριμένες και, πάντως, πολύ λιγότερες από 22 ημέρες υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας. Αντιθέτως, προέβη τους σχετικούς υπολογισμούς σαν ο αναιρεσίβλητος να εργαζόταν όλες τις εργάσιμες ημέρες και όλα τα Σάββατα. Εξ αυτού, προκύπτει ότι κατά την έρευνα των εν λόγω κεφαλαίων δεν έλαβε υπ' όψη την περί των πραγματικών ημερών απασχόλησης ομολογία του αναιρεσιβλήτου, την οποία επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείουσες και η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει, αν όχι στην απόρριψη, τουλάχιστον στην παραδοχή της αγωγής σε μικρότερη έκταση. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό, είναι βάσιμος.
8.
Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του έκτου και του όγδοου από τους λόγους της αιτήσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 3545/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στις αναιρεσείουσες δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2014. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή