Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 814 / 2010    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για αγορά, κατοχή, πώληση, εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια ναρκωτικών ουσιών. Οι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων 9 άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ), όσον αφορά την καταδίκη του για τις παραπάνω πράξεις, αλλά και την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος εκ του άρθρο 84 παρ. 2 ε του ΠΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής ή πώλησης ναρκωτικών, δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός της ποσότητας τούτων, του χρόνου της τελέσεως των πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής, του επιτευχθέντος τιμήματος, καθώς και της ταυτότητας πωλητών ή αγοραστών. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη.




ΑΡΙΘΜΟΣ 814/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 1735/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: Ψ1 και 2. Ψ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1673/09.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 εδαφ. α', β'και ζ' του Ν. 1729/1987 "Καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών και άλλες διατάξεις" (όπως κωδικοποιήθηκαν με τον Ν 3459/2006), προβλέπονται ως βασικά εγκλήματα, πλην των άλλων, η εισαγωγή στην επικράτεια, η πώληση, η αγορά και η κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Το έγκλημα της εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών στην Ελληνική Επικράτεια πραγματώνεται με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών από το εξωτερικό στη Χώρα , θεωρείται δε τελειωμένο με την είσοδο των ναρκωτικών στο Ελληνικό έδαφος, ενώ συρρέει με το έγκλημα της κατοχής και της μεταφοράς ναρκωτικών. Ως κατοχή θεωρείται η φυσική εξουσία της ναρκωτικής ουσίας από το δράστη ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη δική του βούληση. Εξ άλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται με το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής ή πώλησης ναρκωτικών ουσιών, δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: 1) της ποσότητας τούτων, αφού ο νόμος δεν συνδέει, ούτε την τέλεση, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα των ναρκωτικών, 2) του χρόνου τελέσεως των πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, 3) του επιτευχθέντος τιμήματος καθώς και της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών. Η δε παραδοχή της αποφάσεως " αγορά ή πώληση από άγνωστο άτομο έναντι αγνώστου τιμήματος", λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία αυτά, τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση των συγκεκριμένων εγκλημάτων. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κτλ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρίσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1735/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος αγοράς, εισαγωγής, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών από κοινού και επιβλήθηκε σ' αυτόν, μετά από απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α'και ε'του ΠΚ , ποινή κάθειρξης δέκα έξι (16) ετών και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και από όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Αξιοποιώντας πληροφορίες, αναφορικά με τη διακίνηση απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών από άτομα που διέμεναν σε συγκεκριμένες διευθύνσεις και κινούντο με συγκεκριμένα οχήματα, που είχαν περιέλθει στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών, αστυνομικοί, περί το τέλος Νοεμβρίου του 2003,έθεσαν υπό παρακολούθηση τον δεύτερο κατηγορούμενο Ψ1), αλβανικής υπηκοότητας και διαπίστωσαν ότι μετά την εργασία του συναντούσε διάφορα άτομα, κυρίως ομοεθνείς του, λαμβάνοντας προφυλάξεις. Στις 16/12/2003,ο ανωτέρω κατηγορούμενος (Β') είχε ολιγόλεπτη συνάντηση με δύο άτομα, στην οδό ..., στο ύψος του ..., τα οποία επέβαιναν σε αυτοκίνητο μάρκας MERCEDES, με στοιχεία ..., χρώματος λευκού, τα οποία, όπως εκ των υστέρων διαπιστώθηκε , ήταν οι πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων (Χ και Ψ2 αντίστοιχα ), οι οποίοι διέμεναν στο ξενοδοχείο .... Στις 21/12/2003 ο πρώτος κατηγορούμενος, οδηγώντας το παραπάνω αυτοκίνητο συναντήθηκε με τον δεύτερο, ο τελευταίος επιβιβάσθηκε στο ως άνω αυτοκίνητο (αφήνοντας τη μοτοσυκλέτα τύπου HONDA με την οποία συνήθως κυκλοφορούσε) μετέβησαν στην οικία του (Β') στην οδό ... και μετά παραμονή δύο περίπου ωρών σ' αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ) αναχώρησε και μετέβη στο ξενοδοχείο .... για να διαμείνει, ενώ σε γειτονικό ξενοδοχείο (το ...) διέμενε ο τρίτος κατηγορούμενος, ο οποίος είναι υπήκοος .... Κατά τις βραδινές ώρες της 22/12/2003 αστυνομικοί της ως άνω υποδιεύθυνσης ακινητοποίησαν τον δεύτερο κατηγορούμενο και μετά από νόμιμη έρευνα που διενήργησαν στην παραπάνω οικία του, βρήκαν απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα βρήκαν και κατάσχεσαν ποσότητα κοκαΐνης συνολικού βάρους 1300 γραμμαρίων ( 500 γραμμάρια σε νάϋλον σακούλα, 455 σε άλλη ναϋλον σακούλα και 355 γραμμάρια σε κυλινδρικές τυποποιημένες συσκευασίες με μορφή κιμωλίας), την οποία είχε αγοράσει την προηγούμενη ημέρα από τους συγκατηγορουμένους του (πρώτο και τρίτο), οι οποίοι ενεργούσαν από κοινού, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος και την κατείχε, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, δηλαδή της ανά πάσα στιγμή διαπίστωσης της ύπαρξης της και της διάθεσης της, με σκοπό την εμπορία. Εκτός από την παραπάνω ποσότητα κοκαΐνης, στην οικία του δεύτερου κατηγορουμένου βρήκαν και κατάσχεσαν, α) την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία ηρωίνη σε ποσότητα 271 γραμμαρίων (σε τρεις διαφορετικές συσκευασίες βάρους 225 , 23 και 23 γραμμαρίων αντίστοιχα) την οποία ο εν λόγω κατηγορούμενος είχε αγοράσει κατά τον τελευταίο μήνα πριν από τη σύλληψή του, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος από άγνωστο άτομο, με σκοπό την εμπορία, β) μία ζυγαριά ακριβείας μάρκας TANITA, γ) πέντε (5) φυσίγγια διαμετρήματος 7,65 mm και δ) το χρηματικό ποσό των 1000 €. Στην συγκατοχή των πρώτου και τρίτου των κατηγορουμένων (στο ξενοδοχείο ...) βρέθηκαν και κατασχέθηκαν έξι (6) αυτοσχέδια σακουλάκια που περιείχαν κοκαϊνη συνολικού βάρους 1003 γραμμαρίων. Τη συνολική ως άνω ποσότητα των 2303 γραμμαρίων κοκαϊνης (1003 +1300 γραμμάρια που την προηγούμενη ημέρα (21/12/2003) είχαν πωλήσει στο δεύτερο κατηγορούμενο), οι πρώτος και τρίτος κατηγορούμενοι την είχαν αγοράσει από κοινού, από άγνωστα άτομα αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος και την είχαν εισαγάγει από κοινού στην ελληνική επικράτεια από το ... της ... στις 14-12-2003, μέσω του αεροδρομίου Ελευθέριος Βενιζέλος στο οποίο αφίχθη ο τρίτος κατηγορούμενος την ως άνω ημερομηνία και ο οποίος διενήργησε τη μεταφορά της ανωτέρω ποσότητας κοκαΐνης για λογαριασμό και του πρώτου. Στην κατοχή του πρώτου κατηγορουμένου βρέθηκε το χρηματικό ποσό των 4.250 ευρώ, ενώ στην κατοχή του τρίτου κατηγορουμένου βρέθηκε το χρηματικό ποσό των 4.800 ευρώ. Επιπλέον ο δεύτερος κατηγορούμενος πούλησε σε μη επακριβώς προκύψαντα χρόνο, και πάντως όχι πέραν του μηνός πριν από τη σύλληψή του, σε άγνωστο άτομο 30 γραμμάρια ηρωίνης αντί του χρηματικού ποσού των 500 ευρώ. Την τελευταία πράξη ο δεύτερος κατηγορούμενος την ομολογεί αναφέροντας ότι ένας ομοεθνής του ονόματι ... τον οποίο είχε γνωρίσει ένα μήνα πριν από τη σύλληψή του, του έδωσε 300 περίπου γραμμάρια ηρωίνης και τη ζυγαριά που βρέθηκε στην οικία του και από την ποσότητα αυτή πούλησε 30 γραμμάρια αντί 500 ευρώ σε άγνωστο άτομο. Τα αμέσως παραπάνω προκύπτουν από την κατάθεση του αστυνομικού και δεν αντικρούονται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Οι κατηγορούμενοι ουδεμία λογική εξήγηση έδωσαν για τις ως άνω ποσότητες που βρέθηκαν στην κατοχή τους αλλά ούτε για τα χρηματικά ποσά που επίσης βρέθηκαν στην κατοχή τους. Κατ' αρχήν θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι σχέσεις των πρώτου και τρίτου των κατηγορουμένων αρχίζουν σε άγνωστο χρονικό σημείο στη ..., υπήκοος της οποίας, όπως προαναφέρθηκε είναι ο τρίτος και κάτοικος από δωδεκαετίας όπως αναφέρει ο πρώτος, στα πλαίσια δε της γνωριμίας τους και της συνεργασίας τους αποφασίσθηκε η από κοινού εισαγωγή της ως άνω ποσότητας κοκαΐνης μέσω ... στην Ελλάδα. Όταν έφθασε στην ... ο τρίτος μεταφέροντας την παραπάνω ποσότητα κοκαΐνης ο πρώτος, ο οποίος προσωρινά διέμενε στην Κρήτη, ήλθε στην ..., διέμεναν για λίγες ημέρες στο ίδιο ξενοδοχείο (...), στη συνέχεια κατέλυσαν σε διαφορετικά αλλά γειτνιάζοντα ξενοδοχεία μέχρι να πουλήσουν τις ως άνω ποσότητες κοκαΐνης που κατείχαν από κοινού, είχαν εισαγάγει από κοινού και πούλησαν από κοινού στην δεύτερο κατηγορούμενο την ποσότητα των 1300 γραμμαρίων. Ο πρώτος αρχικά ισχυρίσθηκε ότι τον τρίτο τον είχε γνωρίσει στη ... προ οκταετίας και έκαναν παρέα και όταν του τηλεφώνησε ο τελευταίος ότι θα έλθει στην ... συναντήθηκαν και του έδωσε την ως άνω ποσότητα κοκαΐνης για να την παραδώσει στο δεύτερο και στη συνέχεια του έδωσε προς φύλαξη και την υπόλοιπη ποσότητα και ότι την "εξυπηρέτηση" αυτή την έκανε στο φίλο του γιατί αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Ακολούθως ενώπιον του πρωτοβάθμιου αλλά και παρόντος δικαστηρίου ο τρίτος κατηγορούμενος από "φίλος" έγινε συγγενής, από τη σύζυγο του και "κουνιάδος" του και ότι ο σκοπός της έλευσης του στην Ελλάδα ήταν να του "φέρει ένα χαρτί για ένα οικόπεδο για την κόρη του" και ότι τη συνολική ως άνω ποσότητα κοκαΐνης στον τρίτο κατηγορούμενο την είχε δώσει ένα ζευγάρι, "ένας ...", ο οποίος τον απειλούσε ότι θα σκοτώσει την κόρη του στη ... αν δεν παραδώσει την τσάντα με την κοκαΐνη στον "..." (τον δεύτερο κατηγορούμενο), ότι ο .... τοποθέτησε την τσάντα με τα ναρκωτικά στο αυτοκίνητο του και "πάνω στη θολούρα" πήγε το ένα δέμα στο "..." και το άλλο στο δωμάτιο του. Ο τρίτος κατηγορούμενος αρχικά ισχυρίσθηκε ότι ήρθε από το ... όπου για τρεις μήνες προσπαθούσε να βρει δουλειά και στη συνέχεια ήλθε στην Ελλάδα για τουρισμό, όπου συνάντησε τον ... (ενν. τον πρώτο κατηγορούμενο) που τον είχε γνωρίσει στη ... και έκαναν παρέα, ότι στις 22/12/2003 μόλις μπήκε στο αυτοκίνητο του ... να πάνε για φαγητό τους συνέλαβε η Αστυνομία, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει το λόγο, αφού αυτός δεν έχει σχέση με ναρκωτικά, στη συνέχεια όμως (ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) ο "..." από γνωστός έγινε συγγενής από την "ξαδέλφη" του, ενώ ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου σχετικά με τα ναρκωτικά ισχυρίσθηκε ότι του τηλεφώνησαν κάποιοι συμπατριώτες του από τη ... και του είπαν να παραδώσει ένα πακέτο ναρκωτικά, ο ίδιος αρνήθηκε αλλά τον απείλησε (ένας που λεγόταν ...) ότι θα κάνει κακό στην κόρη του και στην οικογένεια του στη ..., γι' αυτό πήρε το πακέτο με τα ναρκωτικά και παρακάλεσε τον πρώτο κατηγορούμενο να το παραδώσει στο πρόσωπο που του υπέδειξαν. Οι παραπάνω αντιφατικοί ισχυρισμοί των πρώτου και τρίτου των κατηγορουμένων, ιδιαίτερα για το γεγονός της περιέλευσης στη συγκακατοχή τους, τουλάχιστον των 2303 γραμμαρίων κοκαΐνης, δείχνουν σχεδιασμό και οργάνωση στη διακίνηση ναρκωτικών (ουσιών, αφού από την ..., όπου διέμενε για τρεις μήνες ο τρίτος οργανώθηκε η από κοινού εισαγωγή κοκαΐνης στην Ελλάδα, με σκοπό την εμπορία. Και οι δύο ως άνω κατηγορούμενοι (πρώτος και τρίτος) οι οποίοι ουδεμία επαγγελματική απασχόληση είχαν (ο πρώτος παραδέχεται ότι είχε οικονομικά προβλήματα και ο τρίτος ότι είχε να εργασθεί τουλάχιστον τρεις μήνες) ουδεμία εξήγηση δίνουν για την κατοχή των ως άνω χρηματικών ποσών (όσα διατείνεται ο πρώτος ότι τα χρήματα που βρέθηκαν στην κατοχή του τα είχε αναλάβει πολύ καιρό πριν δεν αντέχουν στη βάσανο της λογικής, όπως επίσης δεν αντέχουν στη λογική όσα διατείνεται ο τρίτος ότι τα χρήματα προέρχονταν από την εργασία του στη ... από την οποία έφυγε προς .. με 5.000 ευρώ ή ότι του είχαν αποστείλει οι γονείς του). Ενόψει των προεκτεθέντων, πλήρως αποδείχθηκε, κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου, ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις εις αυτούς αποδιδόμενες πράξεις, γι' αυτό θα πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, α) οι πρώτος και τρίτος των πράξεων της εισαγωγής και αγοράς 2303 γραμμαρίων κοκαΐνης από κοινού, πώλησης από κοινού στο δεύτερο κατηγορούμενο κοκαΐνης 1300 γραμμαρίων και κατοχής από κοινού κοκαΐνης 1003 γραμμαρίων κοκαΐνης και β)ο δεύτερος, αγοράς 1300 γραμμαρίων κοκαΐνης και 271 γραμμαρίων ηρωίνης, κατοχής των ως άνω ναρκωτικών ουσιών και πώλησης σε προγενέστερο χρόνο, 30 γραμμαρίων αντί 500 ευρώ , καθώς και κατοχής των ως άνω πυρομαχικών Τα αιτήματα που υπέβαλαν οι κατηγορούμενοι για χορήγηση των ελαφρυντικών α) του άρθρου 84 παρ. 2α' και ε' ο πρώτος, β) του άρθρου 84 παρ. 2α', δ' και ε' ο δεύτερος και γ) του άρθρου 84 παρ. 2α' δ' και ε' ο τρίτος, θα πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Η όλη εγκληματική δραστηριότητα των κατηγορουμένων, οι πρώτος και τρίτος των οποίων είχαν διεθνείς διασυνδέσεις, αφού είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν στην αλλοδαπή και να εισαγάγουν μέσω ... την ως άνω σημαντική ποσότητα κοκαΐνης στην Ελλάδα, η όλη δράση και των τριών, ο δεύτερος των οποίων αγόραζε σημαντικές ποσότητες ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία, δείχνει ότι δεν είχαν ζήσει πριν από την τέλεση των ως άνω πράξεων έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, μόνη δε η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου δεν σημαίνει και έντιμο πρότερο βίο των δεύτερου και τρίτου των κατηγορουμένων. Ο πρώτος κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από το αντίγραφο του ποινικού του μητρώου έχει έξι ( 6 ) καταδίκες σε στερητικές της ελευθερίας ποινές σε προγενέστερο χρόνο οι δύο από τις οποίες είναι ποινές φυλάκισης 10 μηνών και 7 μηνών αντίστοιχα, που επιβλήθηκαν με τις 6960/2004 και 3145/1997 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημ/κείου Χανίων που μετατράπηκαν σε χρηματικές. Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων επέδειξαν ειλικρινή μετάνοια για τις πράξεις που τέλεσαν ενώ η καλή συμπεριφορά που επέδειξαν όλοι οι κατηγορούμενοι, αφορά τη διαγωγή χους στις φυλακές καθώς και τη συμμόρφωση τους στους κανονισμούς υπηρεσίας στις φυλακές, όπου κρατούνται από της συλλήψεως τους μέχρι και την έκδοση της απόφασης του παρόντος δικαστηρίου και δεν αφορά τη συμπεριφορά τους στην κοινωνία σε συνθήκες ελεύθερης έκφρασης και δράσης (Α. Π. 1474/2002, Ποιν. Χρον. ΝΓ', 523 , Α.Π. 1549/2000, Ποιν. Δ. 4, 806). Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των προαναφερόμενων εγκλημάτων της αγοράς, εισαγωγής, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, από κοινού με άλλον, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 6, 12, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 98 του ΠΚ, αρθρ. 4 παρ. 1 Πιν. Β αριθμ. 3, αρθρ. 5 παράγραφοι 1 στοιχ. α, β, ζ και 2 του Ν. 1729/87, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 και άρθρο 1 παρ. 1δ, 7 παρ. 1 και 8α του Ν. 2168/1993, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου δηλαδή με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ούτε ήταν αναγκαίος για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ο προσδιορισμός της ταυτότητας του αγοραστή και του πωλητή, αλλά και ο προσδιορισμός της μεγαλύτερης ποσότητας των ναρκωτικών ουσιών που αγόρασε, μέρος της οποίας αποτελούσε και η ποσότητα των 1003 γραμμαρίων κοκαΐνης που κατά την παραδοχή της απόφασης βρέθηκε στην κατοχή του αναιρεσειοντα και των 1300 γραμμαρίων κοκαΐνης που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αυτός πώλησε στον, Ψ1, αλλά ούτε και το εισπραχθέν τίμημα από την πώληση αυτή.
Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ) και περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτούς πλήττεται η ουσιαστικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, η με την πιο πάνω έννοια απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει στο σκεπτικό της απόφασης και ως προς τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα αυτοτελή ισχυρισμό για την αναγνώριση στο πρόσωπο του της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2Ε του ΠΚ. Ειδικότερα, σαφώς εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "η καλή συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος, αφορά την τη διαγωγή του στη φυλακή καθώς και τη συμμόρφωση του στους κανονισμούς υπηρεσίας στη φυλακή, όπου κρατείται από της συλλήψεως του μέχρι και την έκδοση της απόφασης του παρόντος δικαστηρίου, και δεν αφορά τη συμπεριφορά του στην κοινωνία σε συνθήκες ελεύθερης έκφρασης και δράσης". Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως ως προς την απόρριψη του προβληθέντος από τον αναιρεσείοντα αυτοτελή ως άνω ισχυρισμού ( άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 3 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9/11/2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1735/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ