Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1943 / 2008    (Α, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Ακυρότητα σχετική.




Περίληψη:
Αποφάσεις του Αρείου Πάγου δεν υπόκεινται σε αναίρεση. Ακυρότητες κατά την προδικασία καλύπτονται εφόσον δεν προταθούν μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή στο ακροατήριο. Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος είναι σχετική και εφόσον δεν προταθεί νομίμως καλύπτεται, μη λαμβανόμενη υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Η παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ από μόνη της δεν ιδρύει κάποιο λόγο αναίρεσης. Πότε υπάρχει χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος καταδικασμένου κατηγορουμένου. Για να είναι παραδεκτή η έφεση πρέπει να αναφέρεται στην έκθεση αυτής ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, μη επιτρεπομένης της παραπομπής, για την θεραπεία της αοριστίας, σε άλλη έκθεση ή υπόμνημα ή σε άλλο έγγραφο. Πότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος για αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Απαράδεκτες οι αιτιάσεις, οι οποίες υπό το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1943/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Αντώνιο Αθηναίο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Κλούρα, περί αναιρέσεως της 71/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1134/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για το ότι δεν αναγράφεται σ' αυτήν εάν είναι το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ή το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αιγαίου, αλλά και την υπ' αριθμ. 348/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 3/2007 προηγούμενη απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, που ομοίως με την προσβαλλομένη απόφαση κήρυξε ένοχο ανθρωποκτονίας από αμέλεια του αναιρεσείοντα, για το λόγο ότι δεν αναγράφεται και σ' αυτή ποιο ήταν το δικαστήριο του, οποίου αναιρέθηκε η απόφαση (Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου ή Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αιγαίου), με αποτέλεσμα να δημιουργείται ως προς την καθ' ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου που εξέδωσε τις ως άνω προσβαλλόμενες αποφάσεις,σύγχυση αλλά και γιατί η ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου δεν δημοσιεύθηκε αυθημερόν και δημόσια, από δε τις ως άνω πλημμέλειες δημιουργήθηκε ακυρότητα της διαδικασίας. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος και ως προς μεν τις αιτιάσεις αναφορικά με τις πλημμέλειες της ανωτέρω απόφασης του Αρείου Πάγου, ως απαράδεκτες, καθόσον οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου, ως αμετάκλητες δεν υπόκεινται σε αναίρεση. Ως προς δε την αιτίαση αναφορικά με τις πλημμέλειες του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριου (Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου), αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει αβιάστως, ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε ήταν το Τριμελές Εφετείο Πλημ/μάτων Αιγαίου, το οποίο νομίμως επιλήφθηκε της υπόθεσης, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο ύστερα από έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 904/05 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημ/δικείου Μυτιλήνης. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι και η έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 1947/1991 και το άρθρο 34 παρ. 2 του ν. 2172/1993 στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα είναι και εκείνο του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 352 ΚΠΔ, να υποβάλει αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθούν και να εξετασθούν μάρτυρες στο ακροατήριο. Ανεξάρτητα, από το ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος αυτού απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει αυτό να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα, διότι, διαφορετικά προκαλείται σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη (170 παρ. 2 ΚΠΔ) και ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Εξ' άλλου, η άτακτη τήρηση των πρακτικών της δίκης ή η άτακτη τήρηση των πρακτικών της δίκης ή η ύπαρξη αλλοιώσεων, σ' αυτά ώστε να μην αποτυπώνεται πιστά η εικόνα των όσων έχουν λεχθεί ή λάβει χώρα, στο ακροατήριο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, δεν ιδρύουν κάποιον από τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., αυτά δε (πρακτικά της δίκης) αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' εκείνα, μέχρις όταν να προσβληθούν ως πλαστά. Επίσης, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος η κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται εάν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Κατά δε το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των ακυροτήτων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της προπαρασκευαστικής διαδικασίας το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας, πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 192 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκείνος που διόρισε τους πραγματογνώμονες, πρέπει να ανακοινώσει ταυτόχρονα τα ονοματεπώνυμά της και στους διαδίκους, ώστε να ασκήσουν αυτά το δικαίωμα της εξαίρεσης αυτών, καθώς και εκείνο (δικαιώματος) διορισμού τεχνικού συμβούλου. Αν παραλειφθεί η ως άνω ανακοίνωση των ονομάτων των πραγματογνωμόνων, στον κατηγορούμενο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα και εντεύθεν λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ, και τούτο γιατί έτσι παρεμποδίζεται αυτός στο δικαίωμα υπεράσπισής του, κατά της κατ' αυτού κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, που στηρίζεται στο άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, για τους εξής λόγους: 1) Δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, το αίτημα να ασκηθεί ποινική διάταξη κατά των καταθεσάντων στη δίκη αυτή μαρτύρων, Α και Β, για ψευδορκία μάρτυρα, καθώς και τις επισημάνσεις του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ως προς την αντίθεση της ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, κατάθεσης του μάρτυρα Γ, με αυτή κατά το στάδιο της προανάκρισης, αλλ' ούτε όσων κατέθεσαν οι ως άνω μάρτυρες αρχικώς στο ακροατήριο σε σχέση με τους υάλους που βρέθηκαν σπασμένοι στο οδόστρωμα, καθώς και τις σχετικές επισημάνσεις αυτού (αναιρεσείοντος) σε σχέση με τις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων, 2) λόγω του ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του έκθεση πραγματογνωμοσύνης που ήταν άκυρη εξ αιτίας του ότι δεν γνωστοποιήθηκαν σ' αυτόν τα ονόματα των πραγματογνωμόνων που διορίσθηκαν ώστε να μπορέσει αυτός να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του (αίτησης εξαίρεσης αυτών, διορισμός τεχνικών συμβούλων), 3) λόγω του ότι το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε χωρίς αιτιολογία σχετικό αίτημά του αναβολής της δίκης, προκειμένου να εμφανισθούν και εξετασθούν οι φερόμενοι ως αυτόπτες μάρτυρες κατά τη στιγμή που επεσυνέβη το τροχαίο ατύχημα, ΣΤ και η σύζυγος του μάρτυρα Γ, 4) δεν απάντησε το δικαστήριο της ουσίας, επί του αιτήματός του, για εξαίρεση των πραγματογνωμόνων που διορίσθηκαν προανακριτικώς, και να ασκηθεί ποινική δίωξη για ψευδορκία, σε βάρος των προαναφερθέντων μαρτύρων (Β και Γ). Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως προς όλα τα σκέλη του. Και ως προς μεν το υπ' αριθμ. 1 σκέλος, ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι οι τυχόν ελλείψεις και η άτακτη τήρηση των πρακτικών της δίκης δεν ιδρύουν κανένα λόγο αναίρεσης απ' αυτούς που περιοριστικά προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Ως προς το υπ' αριθμ. 2 σκέλος, ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της δικογραφίας για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, οι ως άνω πραγματογνώμονες διορίσθηκαν από προανακριτικό υπάλληλο (ανθυπαστυνόμο), κατά το στάδιο της προδικασίας, με αποτέλεσμα η οποία απόλυτη ακυρότητα, δημιουργήθηκε από την παράλειψη του διορίσαντος τους πραγματογνώμονες και γνωστοποιήσει τα ονόματά του στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου αυτός να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος, έχει ήδη καλυφθεί μετά την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο, και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Συνεπώς, εφόσον η απόλυτη ακυρότητα της προαναφερθείσας έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, είχε καλυφθεί, με τα να τις λάβει υπόψη του το Εφετείο, δεν υπέπεσε σε καμμία πλημμέλεια. Ως προς το υπ' αριθμ. 4 σκέλος αυτού, που δημιουργεί σχετική και όχι απόλυτη ακυρότητα, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας απήντησε στο αίτημα αυτό και το απέρριψε, με την αιτιολογία ότι επρόκειτο περί πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε στα πλαίσια αστυνομικής προανάκρισης που απαιτούσε ταχεία ενέργεια προς άμεση βεβαίωση των υπό έρευνα στοιχείων, ως προς δε το αίτημα για να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά των παραπάνω μαρτύρων, για ψευδορκία μάρτυρα ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι δεν παράγεται καμμία ακυρότητα από την παράλειψη αυτή του δικαστηρίου, αλλά και ως αβάσιμος, δοθέντος ότι δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προβαλλομένη, ότι διατυπώθηκε τέτοιο αίτημα, ως προς το υπ' αριθμ. 3 σκέλος του, ο λόγος αυτός που δημιουργεί σχετική ακυρότητα (έλλειψη ακρόασης) και όχι απόλυτη, με την εξής αιτιολογία: "Επειδή, τέλος, το Δικαστήριο κρίνει, ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής της παρούσας ποινικής δίκης, κατ' άρθρ. 352 παρ. 1, 4 ΚΠοινΔ, για νέες (κρείσσονες) αποδείξεις και συγκεκριμένα, προκειμένου να εξετασθούν οι μάρτυρες ΣΤ και η σύζυγος του μάρτυρα Γ. Τούτο δε, γιατί για τον πρώτο από αυτούς, προκύπτει από το υπόμνημα του κατηγορουμένου, ότι δεν γνωρίζει τίποτα για την κρινόμενη υπόθεση και, συνεπώς, η μαρτυρία του δεν θα εισφέρει κάτι νέο στην εκδικαζόμενη υπόθεση. Αναφορικά δε για τη σύζυγο του μάρτυρα Γ προκύπτει από την κατάθεση τούτου, ότι αυτή δεν αντελήφθη τις συνθήκες του επισυμβάντος ατυχήματος.
Συνεπώς, το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμο, δεδομένου, ότι υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (βλ. ΑΠ 362/1995 ΠοινΧρ 1995, 736).
Επειδή, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει, πως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αξιόποινης πράξης, η οποία αποδίδεται σ' αυτόν με το κατηγορητήριο. Ωστόσο το Δικαστήριο δέχεται στο πρόσωπό του την ελαφρυντική περίσταση του άρθ. 84 παρ. 2 α' ΠοινΚ, δεδομένου, ότι από το αντίγραφο του ποινικού του μητρώου, το οποίο επισυνάπτεται στη δικογραφία, αποδεικνύεται, ότι μέχρι την τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης, για την οποία κηρύχθηκε αυτός ένοχος, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Η ως άνω αιτιολογία, κατά την έννοια της οποίας δεν ήταν αναγκαία η αναβολή της δίκης, για να εξετασθούν οι ως άνω μάρτυρες, αφού από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία το Εφετείο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την ενοχή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ήταν η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, γι' αυτό και το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 περ. β (έλλειψη ακρόασης), αλλ' ούτε σ' αυτή (πλημμέλεια) του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' (έλλειψη αιτιολογίας). Ολες δε οι λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται υπό το πρόσχημα της επίκλησης ακυροτήτων, η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επειδή, κατά το άρθρο 470 εδ. α' ΚΠΔ, επί ενδίκου μέσου που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε, η υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλομένη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, με οποιοδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού, δηλαδή κυρίως αν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστουμένη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της απόφασης που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται επί του ενδίκου μέσου. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης αποτελεί υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ. Δεν υπάρχει δε μεταβολή της κατηγορίας και συνακόλουθα και χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου, όταν το δικαστήριο του δεύτερου βαθμού προβαίνει σε εξειδίκευση και συμπλήρωση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την πράξη κατά τρόπο, τόπο και χρόνο, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση δεν επηρεάζεται η παραγραφή, όπως όταν επιμηκύνεται ο χρόνος αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση, για το ότι με το να δεχθεί το Εφετείο στο σκεπτικό του, ότι αυτός κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του και το επισυμβάν αυτοκινητικό ατύχημα τελούσε υπό την επίδραση αλκοόλης, η οποία ανιχνεύθηκε στο αίμα σε ποσοστό 1,14 gr/lt, χωρίς αυτή η παραδοχή να περιέχεται ούτε στο κατηγορητήριο, αλλ' ούτε στο σκεπτικό του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ο λόγος όμως αυτός, είναι αβάσιμος και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος, καθόσον ούτε πραγματική χειροτέρευση υπήρξε, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της πρωτόδικης (υπ' αριθμ. 904/2005) απόφασης του Τριμελούς Πλημ/δικείου Μυτιλήνης, το πρωτόδικο δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, την οποία ανέστειλε για 3 χρόνια, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 15 μηνών, την οποία επίσης ανέστειλε για 3 χρόνια, δηλαδή ποινή ελαφρύτερη, από δε την επισκόπηση των διατακτικών των ανωτέρω αποφάσεων, (πρωτόδικης και προσβαλλομένης), προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της ίδιας αξιόποινης πράξης (ανθρωποκτονία από αμέλεια). Η ανωτέρω δε περικοπή (περί το ότι ο αναιρεσείων τελούσε, κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του, όταν συνέβη το αυτοκινητικό ατύχημα, υπό την επίδραση αλκοόλης) συνιστά, όχι μετατροπή της κατηγορίας, αλλά εξειδίκευση του τρόπου τέλεσης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας, από αμέλεια, από τον αναιρεσείοντα, και της υπαιτιότητας αυτού.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 Β' του ν. 2408/1996 και 109 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι στην έκθεση, με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο της έφεσης κατά δικαστικής απόφασης, πρέπει να περιέχονται αναγκαίως, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο, διότι αν δεν περιέχεται κάποιος λόγος ή όλοι είναι αόριστα το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο. Οι λόγοι πρέπει να αναφέρονται στην έκθεση και όχι σε άλλο έγγραφο, έστω και αν αυτό μνημονεύεται στην έκθεση, ούτε η παραπομπή σε άλλη έκθεση ή υπόμνημα. Εξ' άλλου, από την παράγραφο 2 του άρθρου 502 ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι, διαφορετικά διαπράττει υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ). Τέλος υπέρβαση εξουσίας που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης υπάρχει, με βάση το γενικό αριθμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με το τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για το ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, εφόσον δεν απάντησε στους λόγους της έφεσης που άσκησε κατά της καταδικαστικής υπ' αριθμ. 904/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/δικείου Μυτιλήνης, για απόλυτες ακυρότητες που έλαβαν χώρα κατά την προδικασία και την προπαρασκευαστική και κύρια, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διαδικασία, ως προς τη μη γνωστοποίηση σ' αυτόν των ονομάτων των πραγματογνωμόνων που διόρισε ο προανακριτικός υπάλληλος Ανθυπαστυνόμος ΣΤ, για να γνωματεύσουν για την κατάσταση των εμπλακέντων στο τροχαίο ατύχημα και συνακόλουθα την συνταχθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, τη λήψη αίματος απ' αυτόν, για την εξέταση, εάν τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, την σύνταξη της ιατροδικαστικής εξέτασης, την έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του θανόντος, την έκθεση αυτοψίας και του σχεδιαγράμματος, που συνέταξαν αστυνομικά όργανα του Αστυνομικού Σταθμού Παπάδου Λέσβου. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση των ενσωματωθέντων στην προσβαλλομένη απόφαση πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης, αλλά και της υπ' αριθμ. 31/2005 έκθεσης έφεσης που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της προαναφερθείσας καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Μυτιλήνης, κανένας από τους παραπάνω λόγους έφεσης δεν ήταν καταχωρημένος σ' αυτή (ως άνω έκθεση), πλην μιας παραπομπής, στην οποία ανέφερε επί λέξει τα εξής: "Επίσης και διότι παραβιάσθηκαν ουσιώδεις δικονομικές διατάξεις και υπερασπιστικά δικαιώματα μου, όπως αναλυτικά αναφέρω στις αιτήσεις μου που είναι καταχωρημένες στα πρακτικά συνεδρίασης και θα επαναλάβω στην κατ' έφεση δίκη". Με αυτή όμως τη διατύπωση δεν προκύπτει παραδεκτή διατύπωση των ως άνω λόγων στην έκθεση έφεσης, με παράθεση μάλιστα των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη αιτίαση, ούτε δικονομικές πλημμέλειες που προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση, μη αρκούσης μόνο της απλής επίκλησης του περιεχομένου των διατάξεων που προβλέπουν τις ανωτέρω πλημμέλειες, ούτε της παραπομπής για τη διατύπωση αυτών σ' άλλη έκθεση υπόμνημα, πρακτικά δίκης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κ.λ.π. Για πρώτη φορά δε ο αναιρεσείων διετύπωσε και ανέπτυξε τους ως άνω λόγους έφεσης κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε τους ανωτέρω λόγους έφεσης, με πλήρη αιτιολογία, ως απαράδεκτους. Ετσι που έκρινε όμως, δεν υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η ΚΠΔ, ως αβάσιμος. Επειδή η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, με τα αντικειμενικά ή υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, πρέπει όμως να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Εξ άλλου, η ακυρότητα για τη μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 321 ΚΠΔ είναι σχετική, διότι ανάγεται σε προπαρασκευαστική πράξη της κύριας διαδικασίας και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, να προταθεί μέχρι της οριστικής, σε τελευταίο βαθμό, απόφασης για την κατηγορία, αφού διαφορετικά καλύπτεται. Τέλος, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 52/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη και στην παρ. 3 περ. γ' αυτού προβλέπεται ειδικά ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να υπερασπίσει ο ίδιος τον εαυτόν του ή να αναθέσει την υπεράσπισή του σε συνήγορο της επιλογής του. Από τη διάταξη αυτή που καθιερώνει, την αρχή της δίκαιης δίκης, συστατικό στοιχείο της οποίας είναι το δικαίωμα δικαστικής ακρόασης του κατηγορουμένου, δεν δημιουργείται ιδιαίτερος λόγος αναίρεσης των ποινικών αποφάσεων, πέραν από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 ΚΠΔ (βλ. Ολ. Α.Π. 464/1992). Μπορεί όμως θεμελιωθεί λόγος από την παραβίαση των άρθρων της δίκαιης δίκης σε συνδυασμό με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους ως άνω λόγους. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης του, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως προς το κεφάλαιο της κήρυξης της ενοχής του, και ως προς αυτό της απόρριψης των αιτιάσεων του, για απόλυτη ακυρότητα και κατά στο στάδιο της προδικασίας, αλλά και σ' αυτό (στάδιο) της κυρίας και προπαρασκευαστικής διαδικασίας αιτιώμενος περαιτέρω ότι αυτή (προσβαλλομένη απόφαση), δεν έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως την ανωτέρω απόλυτη ακυρότητα και δεν προέβη στην ακύρωση των ήδη αναφερθεισών πράξεων της προδικασίας, όπως επίσης και στην ακύρωση του υπ' αριθμ. Β1-2001/1433/4-3-2003 κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης για ανθρωποκτονίας από αμέλεια, και το οποίο συντάχθηκε δύο φορές, καθώς και της από 15-3-2005 κλήσης. Περαιτέρω όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και των ενσωματωθέντων σ' αυτήν πρακτικών της δίκης, το Εφετείο δέχθηκε ότι, και σε σχέση με το κεφάλαιο της καταδικαστικής κρίσης, από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που μνημονεύει κατά το είδος τους, συμπεριλαμβανομένης σ' αυτά (αποδεικτικά μέσα) που έλαβε υπόψη του και της από 21-8-2000 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, την οποία από το περιεχόμενο των αιτιολογιών της προκύπτει επίσης ότι έλαβε υπόψη, τα εξής: 1) Αναφορικά με τις αιτιολογίες και σε σχέση με το κεφάλαιο της καταδικαστικής του κρίσεως. "Τις νυκτερινές ώρες της 20 Αυγούστου 2000 και περί ώρα 22.45' ο κατηγορούμενος οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Φ.Ι.Χ. αυτοκίνητο όχημα εκινείτο στην επαρχιακή οδό από ... με κατεύθυνση προς ... της Μυτιλήνης. Πρόκειται για οδό διπλής κατευθύνσεως με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,90 μ., ήτοι 3,45 μ. για κάθε ρεύμα πορείας, χωρίς, όμως, να υπάρχει σ' αυτή διαγράμμιση. Οι συνθήκες ορατότητας, οι οποίες επικρατούσαν ήταν αυτές της νύκτας, η δε κατάσταση της οδού ξηρά και η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή (βλ. πρόχειρο σχεδιάγραμμα και έκθεση αυτοψίας, που συντάχθηκαν για το συγκεκριμένο αυτοκινητικό ατύχημα). Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι ο κατηγορούμενος από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα να προκαλέσει το θάνατο άλλου. Ειδικότερα, αυτός περί ώρα 22.45' εκινείτο και βρισκόταν στο 1ο χιλιόμετρο της ανωτέρω οδού, όπου υπάρχει καμπύλη και μικρή κλίση του οδού με κατωφέρεια προς την πλευρά του αυτοκινήτου, ενώ προσέγγιζε κλειστή δεξιά γι' αυτόν στροφή με περιορισμένη ορατότητα, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Εξαιτίας δε της αμελούς του αυτής συμπεριφοράς συγκρούσθηκε πλαγιομετωπικά με το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, το οποίο οδηγούσε ο Δ, ηλικίας 29 ετών. Ο τελευταίος εκινείτο κανονικά επί της ανωτέρω οδού και μάλιστα δεξιά στο ρεύμα πορείας του και με μικρή ταχύτητα, σε αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδη, από ... προς ... . Σημειώνεται, ότι ο κατηγορούμενος επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του ως άνω αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο τμήμα του μοτοποδηλάτου, ο οποίος υπέστη "βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση" εκ μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος αυτού (βλ. την από 21.8.2000 έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής του ιατροδικαστή Ε). Μετά την πρόσκρουση το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ξέφυγε από την πορεία του και αφού διήνυσε απόσταση 20 μ. περίπου, ανατράπηκε μαζί με το μοτοποδήλατο σε βάτα, που υπήρχαν εκτός του δεξιού μέρους του οδοστρώματος πορείας του παθόντος, μέσα σε έναν παρακείμενο αγρό με βάτα. Σε απόσταση δε 2 μ. περίπου από το ανατραπέν αυτοκίνητο βρέθηκε πεσμένος και ο παθών, εκτός, δηλαδή, του οδοστρώματος και στα δεξιά, ενώ το ένα χέρι του βρισκόταν στο δρόμο. Το ατύχημα αντιλήφθηκε ο μάρτυρας κατηγορίας Γ, ο οποίος, οδηγώντας το επιβατικό αυτοκίνητό του με συνεπιβαίνουσα τη σύζυγό του, ακολουθούσε το μοτοποδήλατο και έβλεπε την κανονική του πορεία. Εφθασε αμέσως στον τόπο του ατυχήματος, είδε την τελική θέση των δύο οχημάτων και τοποθέτησε το χέρι του παθόντος πάνω στο σώμα του, για να μην είναι εκτεθειμένο στο οδόστρωμα και ειδοποίησε την Αστυνομία και το ΕΚΑΒ. Από τα ευρήματα προκύπτει, ότι πράγματι η σύγκρουση έλαβε χώρα μέσα στην πορεία του μοτοποδηλάτου, όπως ακριβώς παρίσταται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα με σημείο συγκρούσεως το γράμμα "Ε" και τη μετά ταύτα πορεία των δύο οχημάτων με παράσυρση του μοτοποδηλάτου από το αυτοκίνητο και τελική θέση στα γράμματα "Γ" και "Δ" και "Η" το πτώμα του παθόντος οδηγού. Ο κατηγορούμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά την απολογία του είπε, ότι πριν τη στροφή "έχασε τον κόσμο... η σύγκρουση ήταν σφοδρή και ότι το μοτοποδήλατο έπεσε επάνω του". Όμως, τέτοια συμπεριφορά του οδηγού του μοτοποδηλάτου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν αποδεικνύεται. Σημειώνεται, ότι για τις υλικές ζημίες που προκλήθηκαν στα δύο οχήματα διενεργήθηκε η από 21.8.2000 πραγματογνωμοσύνη, σύμφωνα με την οποία το μεν αυτοκίνητο παρουσίασε τέτοιες ζημίες στο εμπρόσθιο και αριστερό τμήμα του, ενώ το μοτοποδήλατο καταστράφηκε ολοσχερώς. Στον τόπο του ατυχήματος μετέβη ο αδελφός του θύματος και μάρτυρας κατηγορίας Β, ο οποίος μετέβη και πάλι εκεί, όπου διαπίστωσε την ύπαρξη σπασμένων γυαλιών από τον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου στην άκρη της ασφάλτου, καθώς και τα δύο οχήματα στις θέσεις, που προεκτέθηκαν. Τόσο το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, όσο και η έκθεση αυτοψίας ως δημόσια έγγραφα είναι πλήρη και περιέχουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία, με βάση τα οποία γίνεται ορθή περιγραφή των συνθηκών του επισυμβάντος ατυχήματος. Από κανένα δε στοιχείο δεν προκύπτουν ενδείξεις πλαστότητας των παραπάνω εγγράφων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Τούτο δεν αναιρείται ούτε και από τη σημείωση του συντάκτη αστυνομικού υπαλλήλου στην έκθεση αυτοψίας (σελ. 3), σύμφωνα με την οποία "την αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα αυτό φέρει ο οδηγός του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, που μπήκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και προκάλεσε αυτό, ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όπως τελικά αργότερα διαπιστώθηκε". Η άποψη αυτή έχει τεθεί στο κεφάλαιο, που αφορά στις "παρατηρήσεις και διαπιστώσεις" και δικαιολογεί την πορεία του αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα. Ισως, η φρασεολογία, που χρησιμοποιείται να μην είναι η πρέπουσα, γιατί, όπως ορθώς επισημαίνεται και στο παραπάνω, υπ' αριθ. 13/2003, βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, η κρίση ανήκει στο Δικαστήριο, το οποίο θα σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση και βάσει και της αρχής περί ηθικής αποδείξεως (άρθ. 177 ΚΠοινΔ). Όμως, πρόθεση του συντάκτη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν είναι να αναδείξει την ενοχή, αλλά να συγκεκριμενοποιήσει την αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό και με το κεφάλαιο περί ερμηνείας των πειστηρίων και των ιχνών, όπου διαλαμβάνονται οι σχετικές διατάξεις της παραβατικότητας αμφοτέρων των οδηγών και να βοηθήσει, έτσι, το αρμόδιο ποινικό Δικαστήριο για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Η αυτοψία δε αυτή έλαβε χώρα και περατώθηκε αυθημερόν, δηλαδή, στις 20.8.2000. Όμως, όπως συνηθίζεται, το πόρισμα δεν συντάσσεται αμέσως, αλλ' αργότερα.
Συνεπώς, όταν έλαβε χώρα η σύνταξη της εκθέσεως, ήδη είχαν γίνει γνωστά τα αποτελέσματα της εξετάσεως του αίματος του κατηγορουμένου, στο οποίο βρέθηκε η παραπάνω ποσότητα αλκοόλης σε ποσοστό 1,14 gr/lt και γι' αυτό επισημαίνεται, ότι ο κατηγορούμενος βρέθηκε υπό την επίδραση οινοπνεύματος "όπως τελικά αργότερα διαπιστώθηκε".
Συνεπώς, η μεν αυτοψία διενεργήθηκε στις 20.8.2000, η δε σύνταξη της εκθέσεως έγινε μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της εξετάσεως του αιτήματος και, επομένως, η παρατήρηση αυτή δεν συνιστά νόθευση. Με τα δεδομένα αυτά, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί πλαστότητας πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος". Ακολούθως το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου. Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αφού εκτίθενται σ' αυτή όλα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 28, 302 παρ. 1 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Δεν ήταν δε ανάγκη για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, να αναφέρεται στην προσβαλλομένη, ποια ήταν η ταχύτητα του αυτοκινήτου που οδηγούσε αυτός και το όριο αυτής (ταχύτητας) στο τόπο του ατυχήματος, καθώς και εάν ο ίδιος προέβη σε κάποια ενέργεια για την αποφυγή του ατυχήματος. Και τούτο γιατί αφενός και σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, αιτία του ως άνω ατυχήματος δεν ήταν η ταχύτητα με την οποία κινούνταν το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, αλλά το γεγονός ότι αυτός εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκινείτο ο θανών, οδηγώντας το δίκυκλο μοτοποδήλατό του και αφετέρου το γεγονός της μη αναφοράς καμμίας αποφευκτικής ενέργειας εκ μέρους αυτού (αναιρεσείοντος) ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξ άλλου οι αιτιάσεις περί αντιφατικών αιτιολογιών, υπό αυτό το πρόσχημα επίσης πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. 2) Αναφορικά δε με τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης και σε σχέση με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για την προεκτεθείσα απόλυτη ακυρότητα των πιο πάνω πράξεων. "1.- Επειδή, κατ' άρθ. 364 παρ. εδ. α' ΚΠοινΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων, οι οποίες συντάχθηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα, τα οποία υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Εξάλλου, κατ' άρθ. 338 παρ. 1 ΚΠοινΔ, αν κατά την ποινική δίκη προσβληθεί ως πλαστό κάποιο έγγραφο, το δικαστήριο ερευνά κατά το δυνατό τη γνησιότητα αυτού και, αν παρουσιασθούν ενδείξεις κατά ορισμένου προσώπου, αυτός που διευθύνει τη συζήτηση διατάσσει τη σύλληψη και την παραπομπή του στον αρμόδιο εισαγγελέα. Αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, το δικαστήριο πράττει, όσα ορίζονται στο άρθ. 38, χωρίς με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου να ερευνήσει το βάσιμο της κατηγορίας. Κατά δε την παρ. 2, αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, το έγγραφο είναι αναγκαίο για την απόφαση στην κύρια υπόθεση, το δικαστήριο ερευνά σε κάθε περίπτωση τη γνησιότητα αυτού και μόνο όταν κρίνει, ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις για την πλαστότητά του, αναβάλλει με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή του τη δίκη, ωσότου περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία. Αλλως, απορρίπτει το σχετικό αίτημα για την κήρυξη του εγγράφου ως πλαστού και προχωρεί στην έρευνα του βασίμου της κατηγορίας (βλ. για την ένσταση πλαστότητας του σχεδιαγράμματος της Τροχαίας ad hoc ΑΠ 845/2002 Πραξ. κ' Λόγος ΠοινΔ 2002, σελ. 30 - επίσης, ΑΠ 1840/2007 (πολιτική) Πραξ. κ' Λόγος Ιδιωτ. Δ 2008, σελ. 278).
2.- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου αντιλέγουν στην ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων. Πρόκειται, ειδικότερα: 1) Για την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, τα οποία συντάχθηκαν στις 20.8.2000 ενόψει του επισυμβάντος αυτοκινητικού ατυχήματος και επισυνάπτονται στην ποινική δικογραφία και για τα οποία επισημαίνονται τα ακόλουθα: Τα έγγραφα αυτά έχουν προσβληθεί από τον κατηγορούμενο ως νοθευμένα (πλαστά) για τους λόγους, που αναφέρονται στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αίτηση και ανάγονται αφ' ενός μεν σε διαλαμβανόμενες υποκειμενικές κρίσεις του συντάξαντος αστυνομικού υπαλλήλου και αφ' ετέρου σε ανύπαρκτα στοιχεία. Αναμφισβήτητα πρόκειται για δύο σοβαρά δημόσια έγγραφα, τα οποία αφορούν στην κρινομένη υπόθεση και, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν είναι αναγκαία για την απόφαση επ' αυτής. Το Δικαστήριο επιτρέπει την ανάγνωσή τους (το σχεδιάγραμμα θα επιδειχθεί) και θα ερευνήσει τη γνησιότητά τους, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. 2) Οσον αφορά στη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη από τους διορισμένους Ζ, ηλεκτρολόγο και Η, μηχανικό αυτοκινήτων πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Η παραγγελία για τη διενέργεια της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης και τα ονόματα των πραγματογνωμόνων δεν γνωστοποιήθηκαν ταυτόχρονα, δηλαδή στις 21.8.2000 στον κατηγορούμενο, ο οποίος, σημειωτέον, νοσηλευόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Μυτιλήνης "Βοστάνειο" και ανέκτησε τις αισθήσεις του την επομένη, 22.8.2000. Είναι, λοιπόν, σαφές, ότι πρόκειται για διενέργεια προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύ-νης, κατ' άρθ. 187 ΚΠοινΔ (βλ. ΑΠ 992/1976 ΠοινΧρ ΚΖ', 342). Λαμβανομένου δε υπόψη, ότι η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη αποσκοπούσε στην άμεση βεβαίωση των υπό έρευνα στοιχείων, όπως άλλωστε συνηθίζεται σε όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις, συνάγεται, ότι δεν χωρούσε αίτηση εξαιρέσεως, αλλ' ούτε και γνωστοποίηση στους διαδίκους των διοριζομένων πραγματογνωμόνων, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα και η επίμαχη έκθεση εκτιμάται ελεύθερα (βλ. ΑΠ 992/1976 ΠοινΧρ ΚΖ', 342 - ΑΠ 781/1973 ΠοινΧρ ΚΓ', 820 - Αγγ. Μπουρόπουλος, ΕρμΚΠοινΔ, στο αρθ. 191, σελ. 266, Γ. Σταθέας, Η πραγματογνωμοσύνη εις την ποινικήν δίκην, εκδ. 1981, παρ. 29, σελ. 83). Ο επιληφθείς δε της προανακρίσεως Ανθυπαστυνόμος Θ διέλαβε στις σχετικές εκθέσεις διορισμού και ορκωμοσίας των ως άνω πραγματογνωμόνων τις απαιτούμενες για το θέμα διατάξεις των άρθρ. 183 έως 186 ΚΠοινΔ και, συνεπώς, δεν τίθεται θέμα τυπικότητας αυτών. 3) Το ίδιο δε ισχύει και για την από 21.8.2000 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής του θύματος, η οποία διενεργήθηκε και εγχειρίσθηκε αυθημερόν από τον ιατροδικαστή Ε και περιέχει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία. Πάντα τα θέματα δε αυτά διεξοδικώς αναπτύχθηκαν και κρίθηκαν με το υπ' αριθ. 13/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, το οποίο αντιμετώπισε το θέμα της ακυρότητας των προανακριτικών πράξεων, όπως λεπτομερώς εκτίθεται παρακάτω στο υπό στοιχείο 2 της υπ' αριθ. 71α'/2008 αιτιολογίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει, πως πρέπει ν' απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου και να αναγνωσθούν τα έγγραφα αυτά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει το αίτημα του κατηγορουμένου για τη μη ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων... "1. Επειδή, νομίμως επανεισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η προκειμένη ποινική υπόθεση, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 348/2008 απόφασης του Ε' Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 3/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Ηδη, έχει γίνει δεκτή τυπικά η ασκηθείσα από τον κατηγορούμενο υπ' αριθ. 31/9.6.2005 έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 904/2005 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης και, συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί το βάσιμο και παραδεκτό των λόγων της.
2.- Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 321 παρ. 1 ΚΠοινΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει α) το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη, και άλλα στοιχεία, τα οποία καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου, στο οποίο καλείται, γ) τη χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδας και την ώρα που πρέπει να εμφανιστεί, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται, και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει και ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, του δημόσιου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη (άρθρ. 27 παρ. 2) που εξέδωσε το θέσπισμα. Τα ίδια στοιχεία πρέπει να περιέχει και το κλητήριο θέσπισμα που επιδίδεται στον αστικώς υπεύθυνο (άρθρ. 89). Κατά δε τις παρ. 4 και 5, η τήρηση των προαναφερόμενων διατάξεων και της κλήσης. Τέλος η έλλειψη στοιχείου του κύρους του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως αποδεικνύεται από το κλητήριο θέσπισμα ή την κλήση, που επιδόθηκε στο κατηγορούμενο ή από το υπάρχον στη δικογραφία αντίτυπό του και σε έλλειψή του από το αποδεικτικό επιδόσεως. Κατά δε τις διατάξεις των άρθ. 245 παρ.1, 344, 308 παρ. 3, 322, 323, 326 παρ. 1 εδ. β' ΚΠοινΔ, το κλητήριο θέσπισμα εκδίδεται άπαξ και, αν δεν ασκηθεί κατ' αυτού προσφυγή ή ασκηθεί και απορριφθεί, καθίσταται πλέον αμετάκλητη η παραπομπή του κατηγορουμένου. Ετσι, δημιουργείται ένα "οιονεί παραπεμπτικό δεδικασμένο" από τη σχετική πράξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και mutates mutandis για τον Εισαγγελέα Εφετών στις περιπτώσεις του αρ. 111 ΚΠοινΔ, με αποτέλεσμα να κωλύει την έκδοση δεύτερου κλητηρίου θεσπίσματος. Στην αντίθετη περίπτωση, το πρώτο είναι πλέον το έγκυρο, βάσει του οποίου πρέπει να προχωρήσει η ποινική διαδικασία, ενώ το δεύτερο καθίσταται πλέον ανενεργό. Τούτο ενισχύεται από το γεγονός, ότι η προσφυγή ασκείται μία φορά, κατ' αρθ. 322 παρ. 1 ΚΠοινΔ (βλ. παρατ. Ν. Κορφιατης, Ποιν. Χρ. Ζ', 44 επ.). Εξάλλου, η οποιαδήποτε ακυρότητα από τη μη τήρηση των διατάξεων των άρθ. 320 και 321 ΚΠοινΔ και 6 παρ. 3 εδ. α' και β', της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4.11.1950 είναι σχετική, αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας και πρέπει, κατ' άρθρ. 173 ΚΠοινΔ, να προταθεί μέχρι την οριστική και σε τελευταίο βαθμό απόφαση για την κατηγορία, διαφορετικά, καλύπτεται (βλ. ΑΠ 798/1990 ΝοΒ 38, 1485 - ΑΠ 5/1985 ΠοινΧρ ΛΣΤ', 41). Εφόσον δε, προβληθεί η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και απορριφθεί, θα πρέπει να προταθεί με ειδικό λόγο εφέσεως, ώστε να κριθεί από το Εφετείο στα πλαίσια εφαρμογής της διατάξεως του άρθρ. 502 παρ. 2 ΚΠοινΔ), άλλως, καλύπτεται (βλ. ΑΠ 1489/2002 ΛογΠοινΔ, Β', 1519 - ΑΠ 591/1994 ΠοινΧρ. ΜΔ', 652 - ΑΠ 783/1987 ΠοινΧρ ΛΖ', 640 - ΑΠ 572/1985 ΠοινΧρ ΛΣΤ', 41). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθ. 473 παρ. 2, άρθ. 474 παρ. 2, 476 παρ.2, 484 και 509 παρ. 1 εδ. α', 510 ΚΠοινΔ, οι λόγοι, οι οποίοι περιέχονται στην έκθεση περί ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, πρέπει, για να είναι τούτο παραδεκτό, να διατυπώνονται με ποινή απαραδέκτου κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα οποιασδήποτε συμπληρώσεως (βλ. Ολομ. ΑΠ 644/1985 Ποιν. Χρ. ΛΕ', 899 - ΑΠ 1197/1998 ΠοινΧρ ΜΘ', 673 - ΑΠ 1665/1994 Ποιν. Χρ. ΜΔ', 141 - ΑΠ 1478/1989 ΠοινΧρ Μ', 712 - ΑΠ 29/1989 ΠοινΧρ ΛΘ', 653 - ΑΠ 1397/1987 ΠοινΧρ. ΛΗ', 121). Καθίσταται σαφές, ότι καθιερώνεται ο γενικός και επιτακτικός, για όλα τα ένδικα μέσα, κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο, για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου, πρέπει να εκτίθενται στην ίδια την έκθεση ασκήσεως αυτού και οι κατ' ιδίαν λόγοι, για τους οποίους ασκείται το συγκεκριμένο ένδικο μέσο. Θα πρέπει, δηλαδή, στην έκθεση να εκτίθεται ένας τουλάχιστον λόγος, ο οποίος πρέπει να είναι και ορισμένος, δηλαδή να εξειδικεύει το ουσιαστικό ή νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Επομένως, λόγοι, οι οποίοι αναφέρονται σε άλλο έγγραφο, έστω και αν αυτό μνημονεύεται στην έκθεση του ενδίκου μέσου, δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο με την αιτιολογία, ότι αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί συνέχεια της εκθέσεως του ενδίκου μέσου. Εξάλλου, κατά το άρθ. 6 παρ. 1 εδ. α' ΕΣΔΑ, η οποία, σημειωτέον, κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και, ως εκ τούτου, έχει, σύμφωνα με το άρθρ. 28 παρ. 1 Συντ., υπερνομοθετική ισχύ "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας". Σημειώνεται, ότι οι διατάξεις του παραπάνω άρθρου συνιστούν μία απόπειρα προσδιορισμού της υπερκείμενης "δίκαιης δίκης", καθ' όσον αφορά στη διεξαγωγή των ποινικών υποθέσεων. Δεν πρόκειται για εξαντλητική αναφορά, αλλά για μία ενδεικτική περιγραφή ενός minimum εγγυήσεων υπέρ του κατηγορουμένου. Όμως, πέραν από αυτές, έχουν διαμορφωθεί και γίνει αποδεκτές από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και μία σειρά άλλων προϋποθέσεων της δίκαιης δίκης, οι οποίες, λόγω έλλειψης συγκεκριμένης αναφοράς τους στο σχετικό άρθρο, θεωρείται, ότι υπονοούνται στην παρ. 1, δηλαδή στον όρο "όπως δικασθεί δικαίως" και ανάλογα με την περίπτωση, συνδυάζονται με κάποια άλλη διάταξη του ίδιου άρθρου. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι η ισότητα των όπλων, το δικαίωμα αυτοπρόσωπης παρουσίας του κατηγορουμένου, η υποχρέωση αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων, καθώς και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Ετσι, η διάταξη αυτή εγγυάται "το δικαίωμα στο δικαστήριο", έκφανση του οποίου αποτελεί, όπως σημειώθηκε, και το δικαίωμα προσβάσεως στο αρμόδιο, καθ' ύλην και κατά τόπον, δικαστήριο. (βλ. σχετ. Ι. Ανδρουλάκης, Κριτήρια της δίκαιης ποινικής δίκης, εκδ. 2000, σελ. 7 - Χρ. Αργυρόπουλος, Η δικαιότητα της ποινικής δίκης, ΤιμΤομ Γ. Α. Μαγκάκη, εκδ. 1999, σελ. 431 επ. - Κων. Βουγιούκας, "Ισότης των όπλων" μεταξύ υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, πολιτικής αγωγής και κατηγορούσας αρχής, στο Δίκαιο και Πολιτική, τομ. 7, εκδ. 1984, σελ. 15 επ.). Το δικαίωμα δε αυτό δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου μέσου, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ιδία η ουσία του δικαιώματος αυτού. Εντεύθεν, παρέπεται, ότι το Κράτος, όταν θεσπίζει το ένδικο μέσο της εφέσεως, έχει την υποχρέωση να διαμορφώνει τις σχετικές διαδικασίες, οι οποίες αφορούν τους τύπους και τις προθεσμίες του ενδίκου μέσου και μάλιστα κατά τρόπο, ώστε να είναι σύμφωνος προς τις απορρέουσες από το άρθ. 6 παρ. 1 εδ. α' ΕΣΔΑ εγγυήσεις. Σημειώνεται, ότι στην περίπτωση αυτή η αρχή in dubio pro reo τίθεται υπέρ του προσφεύγοντος, με την έννοια, ότι οποιαδήποτε αμφιβολία, θα πρέπει να ερμηνεύεται, υπέρ τούτου, αφού στα πλαίσια εφαρμογής της ανωτέρω διεθνούς διατάξεως θα πρέπει να έχει μία δίκαιη πρόσβαση στο αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα κρίνει, αν ο λόγος του ενδίκου μέσου είναι παραδεκτός. Στην προκειμένη περίπτωση, εναντίον του κατηγορουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για 1) ανθρωποκτονία από αμέλεια και 2) οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Ο κατηγορούμενος άσκησε την από 29.10.2001 αίτηση ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, με την οποία ζήτησε την κήρυξη από των διαλαμβανομένων δικονομικών ακυροτήτων, κατ' άρθρ. 173 ΚΠοινΔ, που αφορούσαν α) στην κατά το στάδιο της προδικασίας λήψη αίματός του για την ανίχνευση αλκοόλης, β) στην έκθεση αυτοψίας και σχεδιαγράμματος για διαλαμβανόμενες υποκειμενικές κρίσεις του συντάκτη και ότι συμπεριελήφθησαν ανύπαρκτα σ' αυτή στοιχεία, γ) στη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη ως προς τη συμμετοχή των συγκεκριμένων πραγματογνωμόνων και της αιτήσεως εξαιρέσεώς τους και δ) στη νεκροψία και νεκροτομή του θανόντος. Επ' αυτής εκδόθηκε το υπ' αριθ. 13/2003 βούλευμα, το οποίο έκρινε, ότι κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του και το επισυμβάν αυτοκινητικό ατύχημα ο κατηγορούμενος τελούσε υπό την επίδραση αλκοόλης, η οποία ανιχνεύθηκε στο αίτημα του σε ποσοστό 1,14 gr/lt. Η σχετική, όμως, έκθεση δεν κοινοποιήθηκε σ' αυτόν, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις εντός τριμήνου. Ετσι, το Συμβούλιο δέχθηκε την αίτησή του μόνο κατά το αίτημα αυτό ακυρώνοντας τη σχετική πράξη της προδικασίας και απορρίπτοντας κατά τα λοιπά αυτή (αίτηση) με τις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε, για να δικασθεί απευθείας με το υπ' αριθ. Β1 2001/1433 κλητήριο θέσπισμα ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης κατά τη δικάσιμο της 10.3.2005. Το εν λόγω δε κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε νομίμως σ' αυτόν στις 13.9.2004 και ο τελευταίος άσκησε κατ' αυτού την υπ' αριθ. 25/22.9.2004 προσφυγή του ζητώντας την ακύρωσή του για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή κατ' ιδίαν λόγους. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε στο σύνολό της με την υπ' αριθ. 36/2004 διάταξη του Αντεισαγγελέα Εφετών Αιγαίου. Όμως, μέχρι την παραπάνω δικάσιμο της 10.3.2005 δεν είχε γίνει επίδοση στον κατηγορούμενο της ως άνω απορριπτικής διατάξεως του Αντεισαγγελέα Εφετών Αιγαίου και γι' αυτό το λόγο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 458/2005 απόφασή του (βλ. απόσπασμα) ορθώς κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση και ανέβαλε την υπόθεση για τη δικάσιμο της 12.5.2005. Κατ' αυτή, η υπόθεση αναβλήθηκε και πάλι, κατ' άρθρ. 349 ΚΠοινΔ, με την υπ' αριθ. 689/2005 απόφαση (βλ. απόσπασμα) στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης για τη δικάσιμο της 9.6.2005 διατάσσοντας συγχρόνως τη κλήτευση του μάρτυρα κατηγορίας Γ, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές, ότι κατέστη πλέον αμετάκλητη η παραπομπή του κατηγορουμένου ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου, προκειμένου να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, βάσει του προαναφερόμενου πρώτου κλητηρίου θεσπίσματος. Όμως, από πρόδηλη παραδρομή ο Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Μυτιλήνης συνέταξε νέο (δεύτερο) ταυτάριθμο κλητήριο θέσπισμα, το οποίο επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 11.4.2005 και κλήθηκε και πάλι αυτός, για να δικασθεί για την ίδια αξιόποινη πράξη στις 12.5.2005, στο οποίο (κλητήριο θέσπισμα) προστέθηκε το όνομα του μάρτυρα κατηγορίας Γ. Από τα παραπάνω είναι σαφές, ότι δεν έλαβε χώρα καμία παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται, δεδομένου, ότι με το πρώτο κλητήριο θέσπισμα, που ήταν έγκυρο κατέστη αμετάκλητη η παραπομπή του και με αυτό έλαβε χώρα η επ' ακροατηρίου διαδικασία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς έκρινε το πρώτο ως έγκυρο, ενώ δεν έλαβε καθόλου υπόψη του το δεύτερο, το οποίο εκ των πραγμάτων κατέστη εντελώς ανενεργό κατά τη δικάσιμο της 9.6.2005, οπότε εκδικάσθηκε η υπόθεση. Ετσι, απέρριψε ορθώς τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί ακυρότητας του πρώτου, χωρίς, όμως, να προχωρήσει στην ακύρωση του δεύτερου. Το γεγονός, όμως, αυτό δεν ασκεί καμία επιρροή στην ένδικη υπόθεση, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το πρώτο ήταν το έγκυρο, το οποίο, σημειωτέον, περιείχε όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία. Η εκγυρότητά του δε, δεν αναιρείται από το γεγονός, ότι δεν αναγραφόταν ο παραπάνω μάρτυρας κατηγορίας, αφού η αναγραφή των μαρτύρων δεν αποτελεί προαπαιτούμενο από το νόμο στοιχείο. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αριθ. 31/2005 έκθεση της εφέσεώς του κατά της ανωτέρω, υπ' αριθ. 904/2005, καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, στην οποία, πέραν του βασικού λόγου, με τον οποίο παραπονείται για το ότι κηρύχθηκε ένοχος της παραπάνω αξιόποινης πράξης, διαλαμβάνει και ότι "...Επίσης και διότι παραβιάσθηκαν ουσιώδεις δικονομικές διατάξεις και υπερασπιστικά δικαιώματά μου όπως αναλυτικά αναφέρω στις αιτήσεις μου που είναι καταχωρημένες στα πρακτικά συνεδριάσεως και θα επαναλάβω στην κατ' έφεση δίκη". Ο λόγος, όμως, αυτός της εφέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν είναι σαφής και ορισμένος, αλλά παραπέμπει αορίστως σε άλλα έγγραφα. Επιπλέον, δεν προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καμία αμφιβολία περί αυτού, ώστε να ερευνηθεί και να ερμηνευθεί υπέρ του εκκαλούντος κατηγορουμένου, ο οποίος από δική του παράλειψη στερήθηκε του, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, νομίμου δικαιώματος της προσβάσεως προς το Δικαστήριο, το οποίο δεν μπορεί να επιληφθεί και να διερευνήσει το λόγο αυτό, ο οποίος είναι ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, χωρίς να συντρέχει απολύτως καμία περίπτωση παραβιάσεως της παραπάνω διατάξεως του άρθ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, δεδομένου, ότι δεν μπορεί να γίνει συμπλήρωση πλέον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Κατά την επ' ακροατηρίου δε συζήτηση της ποινικής υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αμφότεροι οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου επανέφεραν και προέβαλαν όλους τους παραπάνω λόγους 1) απόλυτης ακυρότητας, η οποία έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, 2) έλλειψης ακροάσεως, 3) παράβαση των διατάξεων για την δημοσιότητα της διαδικασίας ακροατήριο, 4) έλλειψη στην προσβαλλόμενη απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, 5) αρνητική υπέρβαση εξουσίας, 6) εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών και δικονομικών ποινικών διατάξεων, 7) κακή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, 8) κακή σύνθεση του Δικαστηρίου και 9) παράβαση του άρθ. 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Οι λόγοι αυτοί κρίνονται ως απαράδεκτοι, πλην του έβδομου, ο οποίος αναφέρεται στον πρώτο λόγο της εφέσεως και αφορά στην κρίση επί της ενοχής του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει κριθεί ως παραδεκτός".
Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο, διέλαβε, ως προς την απορριπτική του κρίση, σε σχέση με τις προαναφερθείσες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ακυρότητες που έλαβαν χώρα στην προδικασία και την κύρια και προπαρασκευαστική διαδικασία, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να απορριφθεί, ο τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ.Δ' ΚΠΔ, ως αβάσιμος καθώς και όλες οι αιτιάσεις, που υπό το πρόσχημα της μη ύπαρξης αιτιολογίας, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως απαράδεκτες. Επίσης και σε σχέση με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ως προς το ότι το Εφετείο δεν ακύρωσε αυτεπαγγέλτως όλες τις πράξεις της προδικασίας και της κύριας και προπαρασκευαστικής διαδικασίας, που δημιουργούν απόλυτη ακυρότητα, αυτές είναι απορριπτέες και αβάσιμες. Και τούτο γιατί, όπως ήδη αναφέρθηκε, η απόλυτη ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας μπορεί να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, αρμόδιο δε για την ακύρωση αυτών είναι το Συμβούλιο Πλημ/δικών. Ως προς δε τις ακυρότητες που έλαβαν χώρα κατά το στάδιο της κύριας και προπαρασκευαστικής διαδικασίας, αυτές εντοπίζονται από τον αναιρεσείοντα μόνο ως προς την ακύρωση των προαναφερθέντων κλητηρίων θεσπισμάτων και κλήσης, οι οποίες αφορούν την προπαρασκευαστική διαδικασία, η δε ακυρότητα που δημιουργείται εντεύθεν είναι σχετική και όχι απόλυτη, με συνέπεια να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από δικαστήριο. Τέλος και αναφορικά με την αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε την από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αρχή της δίκαιης δίκης στην οποία συνάπτει με καθένα από τους προεκτεθέντες λόγους αναίρεσης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, μετά την κατά τα παραπάνω απόρριψη όλων των αναιρετικών λόγων που πρότεινε, ενόψει του ότι δεν ιδρύεται αυτοτελής λόγος αναίρεσης από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής (περί δίκαιης δίκης). Ακολούθως και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-6-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 71/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/μάτων Αιγαίου.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ του αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή