Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 854 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Μαστροπεία, Συρροή εγκλημάτων, Σωματεμπορία.




Περίληψη:
Σωματεμπορία, μαστροπεία κατ' επάγ-γελμα - έννοια, στοιχεία (ΑΠ 769/2009, ΑΠ 1027/2008, ΑΠ 868/2006, ΑΠ 1470/2006, ΑΠ 526/2002). Δυνατή τέλεση της σωματεμπορίας με περισσότερους από τους προβλεπόμενους τρόπους στην διάταξη του άρθρου 351, που μπορούν να εναλλαχθούν, αφού πρόκειται για υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα. Αληθινή συρροή μεταξύ σωματεμπορίας - μαστροπείας (ΑΠ 769/2009, αντίθετη ΑΠ 1984/2006, που εφάρμοσε όμως τις διατάξεις των άρθρων 349 και 351, όπως είχαν πριν την αντικατάσταση τους με τον Ν. 3064/2002). Αιτιολογία - πότε ειδική και εμπεριστατωμένη. Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή - πότε (ΑΠ 142/2010, ΑΠ 250/2009, ΑΠ 173/2009) -.




ΑΡΙΘΜΟΣ 854/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, περί αναιρέσεως της 141-142/2009 αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Ζ1, 2) Ζ2 3) Ζ3, 4) Ζ4 και 5) Ζ5. Το Πενταμελές Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 889/09.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 351 παρ. 1, 2, 4 περ. δ του ΠΚ, όπως έχει αντικατασταθεί με την διάταξη του άρθρου 8 του νόμου 3064/2002 "Όποιος με την χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στην γενετήσια εκμετάλλευση του τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) Ευρώ.". Κατά την παράγραφο 2 της ανωτέρω διατάξεως "Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται ο υπαίτιος αν, για να πετύχει τον ίδιο σκοπό, αποσπά την συναίνεση προσώπου με την χρήση απατηλών μέσων ή παρασύρει εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του θύματος με υποσχέσεις" και κατά την παράγραφο 4 περ. δ της ίδιας διάταξης ορίζεται ότι "Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000) Ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, αν η πράξη α).... β)..... γ) .....δ) τελέσθηκε κατ' επάγγελμα,...". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι το έγκλημα της σωματεμπορίας είναι υπαλλακτικώς μικτό, οι μορφές με τις οποίες εμφανίζεται μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους, αλλά η συνδρομή περισσοτέρων μορφών, εφόσον το παθόν πρόσωπο είναι ένα, στοιχειοθετεί ένα έγκλημα, οι λοιπές δε μορφές λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματεμπορίας πρέπει ο δράστης χρησιμοποιώντας κάποιο από τους ανωτέρω τρόπους, να εξαναγκάζει άτομο, άρρεν ή θήλυ, ενήλικο ή ανήλικο, αν όμως πρόκειται περί ανηλίκου εφαρμόζονται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της παραγ. 4, ή να το παραπείθει να εκπορνευτεί. Το έγκλημα της σωματεμπορίας είναι τετελεσμένο με την αποτελεσματική χρήση των εξαναγκαστικών και παραπειστικών μέσων χωρίς να είναι αναγκαίο να πραγματωθεί και η επίτευξη του σκοπού της εκπόρνευσης. Προστατευόμενο έννομο αγαθό με το έγκλημα της σωματεμπορίας είναι το δημόσιο συμφέρον που έγκειται στην καταπολέμηση της εκμετάλλευσης της ακολασίας. Ο δράστης του εγκλήματος αυτού με την χρησιμοποίηση βίας (σωματικής ή ψυχολογικής) ή απειλές κάμπτει την αντίσταση του θύματος και επιτυγχάνει την γενετήσια εκμετάλλευσή του. Σκοπός του δράστη της σωματεμπορίας είναι να οδηγήσει το θύμα θήλυ ή άρρεν στην πορνεία, παρά την αντίθετη θέληση αυτού, η οποία επιβάλλεται (πορνεία) ή δια της χρησιμοποιήσεως βίας και απειλής οποιασδήποτε μορφής, ή με την χρησιμοποίηση ψευδών υποσχέσεων για νόμιμη εργασία στην χώρα ή με την εκμετάλλευση της ευάλωτης θέσης, που μπορεί να δημιουργηθεί όταν το άτομο αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα ή βρίσκεται σε ξένη χώρα, χωρίς να απολαμβάνει της προστασίας των αρμοδίων αρχών και έτσι επιτυγχάνει να καμφθεί η βούλησή του ή να παραπεισθεί και να φύγει από τη Χώρα του να έλθει στην Ελλάδα, να προωθηθεί στο εσωτερικό της χώρας και να οδηγηθεί τελικά στην πορνεία. Η κοινωνική εξέλιξη επέβαλε την θέσπιση της διατάξεως του άρθρου 8 του νόμου 3064/2002, με την οποία αντικαταστάθηκε εκείνη του άρθρου 351 του ΠΚ, ως άνω, λόγω της αθρόας εισόδου αλλοδαπών μεταναστών στην χώρα, πρόκειται δηλαδή για διασυνοριακό έγκλημα που τιμωρεί την εκμετάλλευση ανθρώπων, κυρίως γυναικών, επιθυμούντων νόμιμη εργασία προς επιβίωση, που συντελείται με την άσκηση επιρροής με χρήση βίας, απειλών ή ψευδών υποσχέσεων και κάμψη έτσι της βουλήσεως αυτών, λαμβανομένης υπόψη και της κατά την ανωτέρω έννοια ευάλωτης θέσεως αυτών. Η πράξη της σωματεμπορίας αποτελεί μία ειδικότερη μορφή του εγκλήματος της εμπορίας ανθρώπων. Η παράγραφος 4 της ανωτέρω διατάξεως (351 του ΠΚ) αποτελεί διακεκριμένη περίπτωση του εγκλήματος, μεταξύ των άλλων και όταν ο δράστης προσλαμβάνει, με την έννοια ότι στρατολογεί στην πορνεία, μεταφέρει, που σημαίνει ότι διαμετακομίζει από τόπου σε τόπο, είτε αυτοπροσώπως, είτε δι άλλων προσώπων, εφόσον έχει την οργάνωση και τη διεύθυνση της διακινήσεως, προωθεί παράνομα με την έννοια της διαδοχικής μεταφοράς εντός ή εκτός της χώρας, με τους παραπάνω τρόπους, με σκοπό την εκπόρνευση και με την συντέλεση αυτής προς απόκτηση εισοδημάτων για βιοπορισμό αυτού (του δράστη). Η κατ' επάγγελμα, κατά την ανωτέρω έννοια, τέλεση του εγκλήματος της σωματεμπορίας που αποτελεί διακεκριμένη περίπτωση αυτής και επισύρει για τον δράστη την ανωτέρω αυξημένη ποινή, θεσπίσθηκε, όπως λέχθηκε, λόγω της αθρόας εισόδου αλλοδαπών γυναικών στην χώρα και της εκμετάλλευσης αυτών με την προώθησή τους στην πορνεία, εξαιτίας των κρατουσών στις χώρες τους δυσμενών οικονομικών συνθηκών.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 349 παρ. 3 εδ. α του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο. 7 του Ν. 3064/2002, όποιος κατ` επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην παρακίνηση, με οποιονδήποτε τρόπο, γυναίκας, που δεν έχει ακόμη πορνευθεί, να παρέχει κατά συνήθεια σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό προσώπων αντί χρημάτων ή άλλης αμοιβής, χωρίς να απαιτείται και το άμεμπτο των ηθών της ή η ανηλικότητά της. Ο δράστης περαιτέρω απαιτείται να προβαίνει στην ανωτέρω πράξη του σύμφωνα με την δημιουργηθείσα από αυτόν υποδομή προς επανειλημμένη διάπραξη του εγκλήματος αυτού για να ποριστεί εισοδήματα για τον βιοπορισμό του ανεξάρτητα αν αυτά (τα εισοδήματα) καλύπτουν πλήρως ή μερικώς τον βιοπορισμό αυτού και ανεξάρτητα αν αυτά προέρχονται από μία μόνο γυναίκα. Υποκείμενο του εγκλήματος, κατ αντίθεση με την σωματεμπορία, μπορεί να είναι μόνον γυναίκα, που δεν έχει γίνει ακόμη πόρνη, έστω και μη αμέμπτων ηθών και ανήλικη ακόμη. Βασικό στοιχείο του εγκλήματος της μαστροπείας είναι η μη προηγούμενη εκπόρνευση της γυναίκας, πράγμα το οποίο δεν απαιτείται επί σωματεμπορίας. Με κερδοσκοπία ενεργεί ο δράστης όταν έχει ως κίνητρο του την απόκτηση χρημάτων ή άλλων αμοιβών και με τον σκοπό αυτό παρακινεί στην πορνεία γυναίκες. Είναι δυνατή η τέλεση του εγκλήματος αυτού κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία συγχρόνως, γι' αυτό και δεν δημιουργείται ασάφεια στην καταδικαστική απόφαση από την παραδοχή ότι η συγκεκριμένη πράξη έχει τελεστεί κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία. Επίσης, δεν απαιτείται η απόδειξη και η αναφορά στην απόφαση του συγκεκριμένου προσώπου, το οποίο, έναντι αμοιβής, παρέσχε τη σαρκική ηδονή. Ο δράστης ενεργεί κατ` επάγγελμα, σύμφωνα με το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ από κερδοσκοπία ενεργεί αυτός, όταν αποβλέπει σε πορισμό εισοδήματος, που αρκεί να προέρχεται και από μία μόνο γυναίκα, ανήλικη ή ενήλικη, έστω και μία φορά. Μεταξύ των εγκλημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις ανωτέρω διατάξεις, όπως έχουν μετά την αντικατάστασή τους με τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 3064/2002, από την παράθεση ανωτέρω των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων τους, ως και το ποιο μπορεί να είναι παθητικό υποκείμενο, προκύπτει ότι υφίσταται αληθινή συρροή, λόγω του ότι κανένα από αυτά δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο, ούτε επιβαρυντική περίσταση, ούτε αναγκαίο μέσο τελέσεως του άλλου, οπότε κανένα από αυτά δεν απορροφάται από το άλλο. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη το σύνολο αυτών, εκ του ότι δε δόθηκε διαφορετική αποδεικτική αξία σε ορισμένα από αυτά, δεν συνάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε εκτιμήθηκαν τα άλλα. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Aρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

ΙΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα πράξεις της σωματεμπορίας κατ επάγγελμα και μαστρωπείας, κατ εξακολούθηση και κατ επάγγελμα: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ, μέσω της γνωστής του ... υπηκόου Ξ, ήλθε στις 22-8-2003 σε επικοινωνία με την αλλοδαπή υπήκοο ... Ψ, που διέμενε στην .... Εκμεταλλευόμενος την δεινή οικονομική της κατάσταση, αφού αυτή ήταν άνεργη και συντηρούσε και άλλα μέλη της οικογένειας της (μητέρα, γιαγιά και κόρη) την διαβεβαίωσε ότι έχει τη δυνατότητα να της εξασφαλίσει εργασία στην Ελλάδα και μάλιστα με υψηλές αποδοχές σε διάφορα νυχτερινά κέντρα διασκεδάσεως. Παράλληλα προθυμοποιήθηκε να καταβάλει το αντίτιμο του αεροπορικού της εισιτηρίου, αλλά και να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την έκδοση των εγγράφων που θα νομιμοποιούσαν την παραμονή της στην Ελλάδα. Με τον τρόπο αυτό την έπεισε να έλθει στη .... Έτσι στις 4-9-2003 η ανωτέρω Ψ έφθασε αεροπορικώς από την ... στην .... Στο αεροδρόμιο την παρέλαβε, μετά από συνεννόηση με τον πρώτο κατηγορούμενο, ο δεύτερος κατηγορούμενος Ζ1, που είναι εξάδελφος του, ο οποίος τελούσε εν γνώσει του πιο κάτω εγκληματικού σκοπού του πρώτου κατηγορουμένου. Στη συνέχεια, καθ' υπόδειξη του τελευταίου, την μετέφερε με το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο του στην ..., στην οικία φιλικών προσώπων του πρώτου κατηγορουμένου, τα στοιχεία ταυτότητας των οποίων δεν εξακριβώθηκαν. Στην εν λόγω οικία παρέμεινε επί δύο (2) μήνες περίπου, χωρίς να εργάζεται, εωσότου ο πρώτος κατηγορούμενος τακτοποιήσει τα σχετικά με την παραμονή της στην Ελλάδα έγγραφα, Στη συνέχεια, μετά την παρέλευση του διμήνου, η ανωτέρω συναντήθηκε στην
..., με τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος της υπενθύμισε ότι του οφείλει χρήματα, τα οποία αντιστοιχούσαν στα έξοδα, τα οποία είχε υποβληθεί για την πραγματοποίηση του ταξιδιού της στην Ελλάδα. Κατόπιν (ο πρώτος κατηγορούμενος) την εγκατέστησε σε διαμέρισμα στα ..., που διατηρούσε ο τέταρτος κατηγορούμενος Ζ3, ιδιοκτήτης του μπαρ "...", που βρίσκεται στη .... Στην συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος αποκαλύπτοντας τις αληθινές εγκληματικές του προθέσεις, δήλωσε στην ανωτέρω αλλοδαπή ότι για να εξοφλήσει το χρέος της προς αυτόν, θα έπρεπε να εργαστεί στο παραπάνω μπαρ, όπου, εκτός των άλλων, θα έπρεπε να εκδίδεται με αμοιβή σε διάφορους άντρες. Αυτή αντέδρασε και δεν ήθελε να πράξει κάτι τέτοιο. Τότε ο άνω κατηγορούμενος, χρησιμοποιώντας απειλές κατά της ζωής της και της ζωής των μελών της οικογενείας της και εκμεταλλευόμενος και την ευάλωτη θέση αυτής, η οποία βρισκόταν στην Ελλάδα μόνη της και σε δεινή οικονομική κατάσταση, την υποχρέωσε να εκδίδεται σε αόριστο αριθμό ανδρών, ερχόμενη σε ερωτικές επαφές μαζί τους, παρά τη θέληση της, τα δε χρηματικά ανταλλάγματα καρπώνονταν αυτός, κατά το μεγαλύτερο μέρος. Ειδικότερα στις αρχές Νοεμβρίου του 2003 την παρέδωσε, με σκοπό την γενετήσια εκμετάλλευσή της, στον τέταρτο κατηγορούμενο Ζ3, ιδιοκτήτη, όπως προαναφέρθηκε, του πιο πάνω μπαρ "...", στο οποίο εργαζόταν ως σερβιτόρος ο πέμπτος κατηγορούμενος Ζ4. Στο παραπάνω μπαρ η ανωτέρω αλλοδαπή εργάστηκε, κάνοντας "χορό-στριπτήζ" και "κονσομασιόν" μέχρι τις αρχές Απριλίου 2004. Παράλληλα ο τέταρτος κατηγορούμενος, σε συνεννόηση με τον πρώτο κατηγορούμενο, αφού επικοινωνούσε με διαφόρους άνδρες- πελάτες του καταστήματός του, οι οποίοι επιθυμούσαν ερωτική συνεύρεση με την ως άνω αλλοδαπή, την παρότρυνε, εκμεταλλευόμενος την πιο πάνω ευάλωτη θέση της και την εν γένει ψυχολογική της κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει από τις πιο πάνω απειλές του πρώτου κατηγορουμένου, σε τέτοια συνεύρεση, η οποία επραγματοποιείτο συνήθως στο ξενοδοχείο "...", που βρίσκεται κοντά στο μπαρ ή σε κάποιο χώρο της επιλογής του πελάτη. Έτσι η ανωτέρω, η οποία δεν ήταν προηγουμένως πόρνη, πραγματοποιούσε 3-4 ερωτικές επαφές την ημέρα εξακολουθητικά κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα έναντι αμοιβής 70 ευρώ, από την οποία μικρό μέρος, το ύψος της οποίας δεν εξακριβώθηκε, εισέπραττε αυτή και το υπόλοιπο το διένειμαν μεταξύ τους οι πρώτος και τέταρτος κατηγορούμενοι, εξασφαλίζοντας στον εαυτό τους από την κατ' εξακολούθηση εκμετάλλευση της πιο πάνω γυναίκας, συνεχές και σπουδαίο εισόδημα. Ας σημειωθεί ότι σε βάρος του τετάρτου κατηγορουμένου έχει σχηματιστεί και άλλη δικογραφία για την πράξη της κατ' επάγγελμα μαστροπείας κατά συρροή, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ.1020/408986/17α/28-12-2002 έγγραφο της Διεύθυνσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης (βλ. το έγγραφο αυτό). Ο πέμπτος κατηγορούμενος Ζ4, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, εργαζόταν στο πιο πάνω μπαρ ως σερβιτόρος, φρόντιζε πολλές φορές και, κυρίως, όταν απουσίαζε από το κατάστημα ο τέταρτος κατηγορούμενος, να κανονίζει αυτός τις συναντήσεις της παθούσας με διάφορους άνδρες για σεξουαλική επαφή, εισπράττοντας για λογαριασμό του τελευταίου το ανάλογο μέρος της αμοιβής, παρέχοντας έτσι απλή συνδρομή στην ως άνω αξιόποινη πράξη του τετάρτου κατηγορουμένου σε βάρος της παραπάνω αλλοδαπής. Επίσης από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (αρχές Νοεμβρίου 2003- αρχές Απριλίου 2004) και σε ημερομηνία που δεν διευκρινίστηκε επακριβώς, επειδή ο τέταρτος κατηγορούμενος διέκοψε την λειτουργία του μπαρ "..." για μία (1) εβδομάδα, ο πρώτος κατηγορούμενος, αφού προηγουμένως συνεννοήθηκε με τον έκτο κατηγορούμενο Ζ5, ιδιοκτήτη του μπαρ με την επωνυμία "...", που βρίσκεται στο ..., μετέφερε, παρά την θέληση της, εκεί την Ψ, με σκοπό την γενετήσια εκμετάλλευση της. Η τελευταία εγκαταστάθηκε για μια εβδομάδα σε ξενοδοχείο στο χωριό ... του νομού ..., κατά τη διάρκεια της οποίας εργάστηκε στο ως άνω μπαρ του έκτου κατηγορουμένου. Η εργασία της περιλάμβανε "χορό-στριπτήζ" και "κονσομασιόν", ενώ παράλληλα ο έκτος κατηγορούμενος, σε συνεννόηση με τον πρώτο κατηγορούμενο, αφού επικοινωνούσε με διαφόρους άνδρες- πελάτες του καταστήματός του, οι οποίοι επιθυμούσαν ερωτική συνεύρεση με την ως άνω αλλοδαπή, την παρότρυνε, εκμεταλλευόμενος την πιο πάνω ευάλωτη θέση της και την εν γένει ψυχολογική της κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει από τις πιο πανω απειλές του πρώτου κατηγορουμένου, σε τέτοια συνεύρεση, η οποία επραγματοποιείτο σε κατάλληλα διαμορφωμένους χώρους μέσα στο μπαρ. Η παθούσα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ήταν πριν πόρνη, πραγματοποιούσε (στο ως άνω μπαρ) 4-5 ερωτικές επαφές ημερησίως αντί αμοιβής που καθόριζε ο έκτος κατηγορούμενος, το ύψος της οποίας δεν προσδιορίστηκε, την οποία και εισέπραττε ο τελευταίος. Ο έκτος κατηγορούμενος από το ποσό που εισέπραττε για κάθε ερωτική επαφή, 20 ευρώ έδινε στην παθούσα, ένα μέρος, το ύψος του οποίου δεν προσδιορίστηκε, το κατέβαλα στον πρώτο κατηγορούμενο και το υπόλοιπο το κρατούσε ο ίδιος για δικό του λογαριασμό, εξασφαλίζοντας έτσι στον εαυτό του από την κατ' εξακολούθηση εκμετάλλευση της πιο πάνω γυναίκας, συνεχές και σπουδαίο εισόδημα. Στις αρχές του Απριλίου του 2004 η Ψ ζήτησε από τον πρώτο κατηγορούμενο να την αφήσει "ελεύθερη". Όμως αυτός αρνήθηκε να το κάνει, ισχυριζόμενος, ότι "δεν του έχει ξεπληρώσει το χρέος της προς αυτόν". Στη συνέχεια στις αρχές Απριλίου 2004 (ο πρώτος κατηγορούμενος) προώθησε την ανωτέρω στην περιοχή της ..., παραδίδοντας την στον δεύτερο κατηγορούμενο, που ανέλαβε να την μεταφέρει εκεί για γενετήσια εκμετάλλευση και για να κάνει χορό στριπτήζ και κονσομασιόν εκεί στο καμπαρέ "..." για διάστημα 2 εβδομάδων περίπου. Ο δεύτερος κατηγορούμενος γνώριζε τον σκοπό για τον οποίο μετέφερε την παθούσα στην .... Ο πρώτος κατηγορούμενος, καθώς αποδείχθηκε, είχε τελέσει και στο παρελθόν την αξιόποινη πράξη της σωματεμπορίας σε βάρος των γυναικών ... και ..., υπηκόων ..., για την οποία και καταδικάστηκε με την 3378/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία έχει γίνει αμετάκλητη (βλ. την απόφαση αυτή), ενώ σε βάρος του έχει σχηματιστεί και άλλη δικογραφία για τις πράξεις της σωματεμπορίας και της μαστροπείας σε βάρος της ..., υπηκόου ... (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 1048/4/185/35-ιδ/16-11-2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης). Από την επανειλημμένη δε τέλεση των πράξεων αυτών προκύπτει σκοπός του για τον πορισμό εισοδήματος. Με βάση τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της κατ' επάγγελμα σωματεμπορίας και -μαστροπείας σε βάρος της Ψ, για τις οποίες κατηγορείται ο πρώτος κατηγορούμενος. Ας σημειωθεί ότι μετά την ισχύ του Ν. 3064/2002, μεταξύ των αδικημάτων της σωματεμπορίας και της μαστροπείας υφίσταται αληθής πραγματική συρροή, καθένα δε χωριστά υλοποιεί τη νομοτυπική διακεκριμένου αδικήματος. Πρέπει, επομένως, ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των ανωτέρω πράξεων και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως ένδεκα (11) ετών. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: " Α) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με τη χρήση βίας και απειλής αλλά και άλλου εξαναγκαστικού μέτρου προσέλαβε αλλά και προώθησε στην ελληνική, επικράτεια και επιπλέον παρέδωσε πρόσωπο με αντάλλαγμα σε άλλον, με σκοπό να προβεί ο ίδιος αλλά και άλλοι στη γενετήσια εκμετάλλευση αυτού, επίσης για να πετύχει τον ίδιο σκοπό απέσπασε τη συναίνεση προσώπου με τη χρήση απατηλών μέσων και το παρέσυρε εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του με υποσχέσεις και δώρα, τέλεσε δε την ως άνω πράξη κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της (και στο παρελθόν) προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Ειδικότερα στις 22-8-2003 ήλθε σε επαφή, μέσω της ... υπηκόου Ξ, με την υπήκοο ... Ψ και εκμεταλλευόμενος τα οικονομικά της προβλήματα, την διαβεβαίωσε, ότι έχει τη δυνατότητα να εξασφαλίσει σ' αυτήν εργασία και μάλιστα με υψηλές αποδοχές σε διάφορα νυχτερινά κέντρα διασκεδάσεως, με τον τρόπο αυτό δε έπεισε αυτή να έλθει στη ..., αφού προηγουμένως εξασφάλισε και κατέβαλε σ' αυτήν τα έξοδα του ταξιδιού. Εκεί, χρησιμοποιώντας απειλές κατά της ζωής της και της ζωής των μελών της οικογενείας της και εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση της, η οποία ήταν μόνη και σε δεινή οικονομική κατάσταση, την υποχρέωσε να εκδίδεται σε αόριστο αριθμό ανδρών, ερχόμενη σε ερωτικές επαφές μαζί τους, παρά τη θέληση της, τα δε χρηματικά ανταλλάγματα καρπώνονταν αυτός, κατά το μεγαλύτερο μέρος. Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι τις αρχές Απριλίου του 2004 υποχρέωσε την Ψ, να εκδίδεται σε αόριστο αριθμό ανδρών που σύχναζαν στο κέντρο διασκέδασης "...", που βρίσκεται στη ... και εκμεταλλεύονταν ο Ζ3, στον οποίο και την παρέδωσε, και για χρονικό διάστημα μιας εβδομάδας, που εμπίπτει στο ως άνω χρονικό διάστημα στο κέντρο διασκέδασης "...", που βρίσκεται στο ... και εκμεταλλεύονταν ο Ζ5, στον οποίο και την παρέδωσε. Στη συνέχεια, στις αρχές Απριλίου του 2004 προώθησε την Ψ στην περιοχή της .... Είναι δε ο κατηγορούμενος άτομο που τελεί το έγκλημα της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση αυτού (και κατά το παρελθόν) προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος.
Β) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προήγαγε στην πορνεία γυναίκα κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Συγκεκριμένα, αφού με απατηλές υποσχέσεις εξεύρεσης εργασίας σε νυκτερινά κέντρα και μάλιστα με υψηλές αποδοχές έπεισε την υπήκοο ... Ψ, να έλθει στην ... την υποχρέωσε εν συνεχεία, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση της, αφού ήταν μόνη της και σε δεινή οικονομική κατάσταση, και χρησιμοποιώντας απειλές κατά της ζωής αυτής και των συγγενών της, να έρχεται σε ερωτικές επαφές με αόριστο αριθμό αντρών, έναντι αμοιβής το μεγαλύτερο μέρος της οποίας καρπώνονταν ο ίδιος, ο οποίος έπραττε αυτό με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, όπως προκύπτει από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής. Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι τις αρχές Απριλίου του 2004 υποχρέωσε την Ψ, η οποία δεν ήταν προηγουμένως πόρνη, να εκδίδεται σε αόριστο αριθμό ανδρών που σύχναζαν στο κέντρο διασκέδασης "...", που βρίσκεται στη ... και εκμεταλλεύονταν ο Ζ3, στον οποίο και την παρέδωσε, και για χρονικό διάστημα μιας εβδομάδας, που εμπίπτει στο ως άνω χρονικό διάστημα στο κέντρο διασκέδασης "...", που βρίσκεται στο ... και εκμεταλλεύονταν ο Ζ5, στον οποίο και την παρέδωσε. Το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβή από τις ερωτικές αυτές επαφές, το ύψος του οποίου δεν εξακριβώθηκε, το καρπωνόταν ο ίδιος, εξασφαλίζοντας έτσι στον εαυτό του από την κατ'εξακολούθηση εκμετάλλευση της πιο πάνω γυναίκας, συνεχές και σπουδαίο εισόδημα". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ', 94, 98, 351 παρ. 1, 2 και 4 στοιχ. δ'και 349 παρ. 3 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, μέσω της αναφερομένης ρωσσίδας υπηκόου, ήλθε σε επικοινωνία με την παθούσα, την οποία και έπεισε, εκμεταλλευόμενος την δεινή οικονομική της κατάσταση, να έλθει να εργασθεί στην Ελλάδα, επιμελήθηκε την άφιξη, την μεταφορά της στην ... και στη συνέχεια στη ... στο μπαρ του Ζ3, ότι την εξανάγκασε να αρχίσει να εκδίδεται με αμοιβή σε διάφορους άνδρες, κάπτοντας τις αντιρρήσεις της με απειλές κατά της ζωής της και των μελών της οικογενείας της στην ... (μητέρα της και τέκνο της), το περιεχόμενο των οποίων και δεν χρειαζόταν να προσδιορίζει, από την παραδοχή δε ότι με αυτές κάμφθηκε η αντίδραση της συνάγεται ότι ήταν πρόσφορες προς τούτο και επιπλέον εκμεταλλεύθηκε την ευάλωτη θέση της, ως εκ του ότι βρισκόταν μόνη της στην Ελλάδα και σε άσχημη οικονομική κατάσταση και έτσι την υποχρέωσε να εκδίδεται, παρά την θέλησή της, σε αόριστο αριθμό ανδρών, τα δε χρηματικά ανταλλάγματα τα καρπώνονταν αυτός, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους και οι συγκατηγορούμενοι του και μη αναιρεσείοντες, τον ρόλο των οποίων στην όλη επιχείρηση και προσδιορίζει. Προκύπτει λοιπόν, από τις παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου, ότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό του, που ήταν να εκδίδεται η παθούσα αντί αμοιβής, την οποία καρπωνόταν αυτός και οι συγκατηγορούμενοι του, χρησιμοποίησε, για να στεφθεί μα απόλυτη επιτυχία η προσπάθεια του να οδηγήσει την παθούσα στην Ελλάδα και να την πείσει να εκδίδεται και τους δύο ανωτέρω τρόπους τελέσεως της πράξεως της σωματεμπορίας, η συνδρομή και των δύο, όπως λέχθηκε, δεν αποκλείεται και δεν χρειαζόταν, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εξειδικεύει τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκαν οι απειλές, που, όπως σαφώς δέχθηκε, κατευθύνονταν κατά της ζωής της παθούσης και των μελών της οικογενείας της. Περαιτέρω η παραδοχή ότι την φιλοξένησε επί δύο μήνες σε σπίτι φιλικών του προσώπων στην ... και στο διάστημα αυτό φρόντισε να την εφοδιάσει με τα κατά νόμο έγγραφα που νομιμοποιούσαν την παραμονή της στην Ελλάδα και την εργασία της στα νυκτερινά κέντρα του αναφέρει των συγκατηγορούμενών του και μη αναιρεσειόντων, δεν αντιφάσκει προς τις λοιπές παραδοχές της αποφάσεως και ιδιαίτερα εκείνη περί εκμεταλλεύσεως της ευάλωτης θέσης της, για την πλήρη αιτιολόγηση της οποίας δεν χρειαζόταν να διαλάβει, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, περισσότερα των ανωτέρω στοιχεία, αφού, όπως σαφώς προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αποφάσεως, ο τρόπος αυτός ενέργειας, εντάσσεται στο εγκληματικό σχέδιο του να την εκδίδει, κατά τον προσδιοριζόμενο τρόπο, έναντι αμοιβής που τελικά θα καρπωνόταν αυτός και οι συγκατηγορούμενοί του, χωρίς την ύπαρξη των προβλημάτων που μπορούσε να προκαλέσει η παράνομη παραμονή της στη Ελλάδα και εκ του λόγου αυτού, ενδεχόμενη σύλληψη και απέλασή της. Περαιτέρω το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ιδιοκτήτες των νυκτερινών κέντρων συγκατηγορούμενοι του, τους οποίους προσδιορίζει, ενεργούσαν, πάντοτε σε συνεννόηση μαζί του και υποχρέωναν την παθούσα, που όπως έγινε δεκτό δεν ήταν πόρνη, να εκδίδεται σε τρίτους πελάτες των επιχειρήσεων τους, οι οποίοι επιθυμούσαν ερωτικές συνευρέσεις μαζί της, που πραγματοποιούταν στα αναφερόμενα ξενοδοχεία, ή και σε κατάλληλα διαμορφωμένο χώρο του κέντρου διασκέδασης, η δε αμοιβή για κάθε συνεύρεση διαμοιράζονταν μεταξύ του αναιρεσείοντος και των ιδιοκτητών των κέντρων και των λοιπών συγκατηγορουμένων του, ανάλογα με τον ρόλο του καθενός στην όλη επιχείρηση γενετήσιας εκμετάλλευσης και προωθήσεως στην πορνεία της αλλοδαπής, επιχείρηση την οποία ο αναιρεσείων και οι λοιποί είχαν αναγάγει σε επάγγελμα, αφού από αυτήν ποριζόταν σοβαρό εισόδημα, αν ληφθεί υπόψη ότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, οι συνευρέσεις ήσαν πολλές και γινόντουσαν κατ επανάληψη. Δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προσδιοριζόταν ο τρόπος με τον οποίο γινόταν οι συνεννοήσεις μεταξύ των ιδιοκτητών των κέντρων διασκεδάσεως και του αναιρεσείοντος, ο οποίος την προώθησε, κατά την ανωτέρω έννοια, σ αυτούς, με τον σκοπό πάντοτε την γενετήσια εκμετάλλευσή της και την προαγωγή της στην πορνεία και δεν δημιουργείται αντίφαση από το ότι, οι μεν ιδιοκτήτες των κέντρων διασκεδάσεως κηρύχθηκαν ένοχοι της πράξεως της μαστρωπείας (παραγ. 3 άρθρου 349 ΠΚ, η συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων στο πρόσωπό τους της εν λόγω πράξεως και όχι της σωματεμπορίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει, συνάγεται από τις ανωτέρω παραδοχές, στο αιτιολογικό της αποφάσεως), αυτός δε και των δύο πράξεων, που, όπως λέχθηκε ανωτέρω, συρρέουν αληθινά, αφού, κατά τις ίδιες παραδοχές, που κατά τούτο περιέχουν τα ανωτέρω στοιχεία της σωματεμπορίας, αυτός ήταν εκείνος, ο οποίος προώθησε την αλλοδαπή σ αυτούς, με σκοπό την γενετήσια εκμετάλλευσή της, σκοπός ο οποίος και επιτεύχθηκε με την προαγωγή της στην πορνεία, την οποία υλοποίησαν και οι ιδιοκτήτες των κέντρων διασκεδάσεως και αυτός, αφού, κατά τις αυτές πάντοτε παραδοχές, προηγούταν, απαραιτήτως, συνεννόηση μαζί του, δεδομένου ότι, εφόσον την προώθησε σ αυτούς με τον ανωτέρω σκοπό, έπρεπε να τον ενημερώνουν για τις επί μέρους ενέργειες τους, που κατέτειναν σε επίτευξη του σκοπού αυτού και να λαμβάνουν την έγκρισή του. Περαιτέρω, με τις ίδιες παραδοχές, αιτιολογείται πλήρως η προώθηση της αλλοδαπής, από τον αναιρεσείοντα, μέσω του αδελφού του και συγκατηγορουμένου του, με τον ανωτέρω σκοπό, του οποίου τελούσε και αυτός σε γνώση, στον αναφερόμενο συγκατηγορούμενό του, ιδιοκτήτη κέντρου διασκεδάσεως στην ..., ο διακριτικός τίτλος του οποίου και αναφέρεται, ο οποίος επιτεύχθηκε, όπως σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως, κατά τον αυτό ως άνω τρόπο και δεν χρειαζόταν για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται από ποιόν παραλήφθηκε εκεί η παθούσα, αφού τυγχάνει σαφές ότι αυτός ήταν ο κατονομαζόμενος ιδιοκτήτης του κέντρου, ο οποίος και φρόντισε, με το αζημίωτο βέβαια, να υλοποιήσει τον σκοπό αυτό, όπως και οι άλλοι ιδιοκτήτες παρομοίων κέντρων. Τέλος, με τις παραδοχές της αναιρεσειβαλλομένης, αιτιολογείται πλήρως η κατ επάγγελμα τέλεση της πράξεως της σωματεμπορίας, αφού γίνεται δεκτό ότι την εν λόγω πράξη είχε τελέσει και στο παρελθόν και από την επανειλημμένη τέλεσή της προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και δεν χρειαζόταν, για την πληρότητα της αιτιολογίας και της θεμελιώσεως της εν λόγω κρίσεως, να αναφέρονται και άλλα πραγματικά περιστατικά, πέραν εκείνων που κατά ανωτέρω περιέχονται εκτενώς στο αιτιολογικό της αποφάσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Κατ ακολουθία τούτων οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ και Ε ΚΠΔ, πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών, υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.

ΙV. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων πλήττει την απόφαση του Εφετείου για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα διότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, ούτε εκτίμησε τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και δη την 1156/2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου της αδελφής της παθούσης (αναγνωσθέν έγγραφο με αριθμό 29), την από 5-5-2004 υπεύθυνη δήλωση αλλοδαπής υπηκόου (αναγνωσθέν με αριθμό 3), το περιεχόμενο των οποίων παραθέτει και τέλος την απολογία του. Η προσβαλλομένη απόφαση, στην αρχή του σκεπτικού, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, από την εκτίμηση και αξιολόγηση των οποίων κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα που ακολουθεί, αναφέρει τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά, όλα τα νομίμως αναγνωσθέντα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και η του αναιρεσείοντος. Από την αναφορά αυτή του Δικαστηρίου των αποδεικτικών μέσων κατ είδος, προκύπτει ότι αυτό έλαβε υπόψη και εκτίμησε όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω, όπως και την απολογία του αναιρεσείοντος. Σύμφωνα δε με τα ως άνω υπό στοιχείο
ΙΙ εκτεθέντα, όσον αφορά την πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που πρέπει να περιέχει η απόφαση, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, δεν μπορεί να συναχθεί το αντίθετο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, εκ του ότι το Δικαστήριο δεν αναφέρει ιδιαιτέρως τα έγγραφα αυτά στο σκεπτικό, ούτε προβαίνει σε συγκριτική αξιολόγηση τους μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, ούτε, διότι δίδεται σε ορισμένα από αυτά ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα και τέλος διότι το Δικαστήριο, κατά την μη ελεγχόμενη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, κατέληξε στην ανωτέρω καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση.
Συνεπώς ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 19-5-2009 αίτηση (δήλωση) του Χ, για αναίρεση της με αριθμ. 141-142/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ