Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1870 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Ναρκωτικά Έλλειψη αιτιολογίας. Αυτοτελείς ισχυρισμοί Αν δεν αναπτυχθούν προφορικά, είναι απαράδεκτοι και το Δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτούς. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1870/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μιχαλόλια, περί αναιρέσεως της 363-363α/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.1.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 250/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. α1 και η' του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993, 93 και όπως ισχύει με τον Κ.Ν.Ν. 3459/2006, τιμωρείται με τις εκεί προβλεπόμενες ποινές, όποιος, εκτός των άλλων, διαμετακομίζει ναρκωτικά ή αποστέλλει ή παραλαμβάνει εν γνώσει του δέματα που περιέχουν οποιοδήποτε ναρκωτικό ή δίνει εντολή σε άλλον για όμοια αποστολή ή παραλαβή. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι το ως άνω διακεκριμένο και αυτοτελές έγκλημα της αποστολής δέματος, που περιέχει ναρκωτικές ουσίες, το οποίο, σημειωτέον αποτελεί ειδικότερη μορφή μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, πραγματώνεται, αντικειμενικώς, με την παράδοση του δέματος, που περιέχει τη ναρκωτική ουσία στον μεταφορέα για τη μεταφορά του στον παραλήπτη, χωρίς να απαιτείται η παράδοση του δέματος, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας, ότι το δέμα περιέχει ναρκωτική ουσία και τη θέληση (αποκλείεται ο ενδεχόμενος δόλος) πραγματώσεως της αντικειμενικής του υποστάσεως. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Εν προκειμένω, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την 363-363α/2007 απόφασή του, καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε φυλάκιση δύο (2) ετών, την οποία ανέστειλε επί μία τριετία και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €), για αποστολή δέματος με ναρκωτικές ουσίες από μη τοξικομανή. Ειδικότερα το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Στις 9.10.2003, σε έλεγχο, που όργανα του Λιμενικού Σώματος έκαναν σε ασυνόδευτα δέματα, κατά τον απόπλου από το λιμάνι του ... του Ε/Γ - Ο/Γ "Ε... Σ...", βρήκαν σε ένα από αυτά 1) μία πλαστική συσκευασία με κοκαΐνη μικτού βάρους 4,7 γραμμαρίων, 2) μία πλαστική συσκευασία με ηρωίνη μικτού βάρους 0,9 γραμμαρίων και 3) ένα κινητό τηλέφωνο και μία λάμπα. Από τα στοιχεία που του έδωσε ο αποθηκάριος του πλοίου, διαπιστώθηκε ότι αποστολέας ήταν ο κατηγορούμενος Χ και παραλήπτης ο ήδη αποβιώσας (αρχικά δεύτερος κατηγορούμενος) ΑΑ, ο οποίος ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Η εν λόγω μεταφορά των ως άνω ναρκωτικών ουσιών έγινε από τον κατηγορούμενο, προκειμένου να μεταφερθούν αυτά στον ΑΑ, ο οποίος κατά τον ανωτέρω χρόνο ζούσε στο νησί της ... . Είχαν δε συμφωνήσει για την ως άνω μεταφορά τους, καθώς και για τον τρόπο και το μέσο της αποστολής τους. Γνώριζε δε ο κατηγορούμενος ότι μέσα σ' αυτό το ανωτέρω δέμα περιείχε τις ως άνω ναρκωτικές ουσίες και έθεσε στη θέση του αποστολέως το όνομά του, γιατί δεν πίστευε ότι θα επακολουθούσε έλεγχος του περιεχομένου του. Όλα αυτά αποδείχθηκαν από όλα τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία αναννώσθηκαν. Ειδικά από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ΒΒ- λιμενικού υπαλλήλου, που αναγνώστηκε, ως περιλαμβανομένη στην αναννωσθείσα εκκαλουμένη απόφαση, επιβεβαιώνονται όλα τα ανωτέρω, που αφορούν την αποστολή του ως άνω δέματος στον προαναφερόμενο παραλήπτη του, με τον οποίο ο κατηγορούμενος είχε συνεχείς επαφές. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, αλλ' ούτε και από την απολογία του κατηγορουμένου. Οι εν λόγω μάρτυρες κατέθεσαν για την προσωπικότητα του κατηγορουμένου και όχι συγκεκριμένα περιστατικά της ως άνω πράξης του. Περαιτέρω, ο τελευταίος ισχυρίζεται με τους έγγραφους ισχυρισμούς του, ότι τελούσε σε πραγματική πλάνη, γιατί δεν ηδύνατο να γνωρίζει την ύπαρξη ναρκωτικών ουσιών εντός του δέματος. Ο εν λόγω ισχυρισμός του δεν είναι αυτοτελής εκ του άρθρου 30 Π Κ, όπως επικαλείται ο κατηγορούμενος, αλλά αποτελεί άρνηση της εις βάρος του κατηγορίας. Ανεξαρτήτως όμως αυτών, ο εν λόγω ισχυρισμός αποδείχθηκε ότι είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος, γιατί προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το περιεχόμενο του ως άνω δέματος με τις ναρκωτικές ουσίες, γεγονός το οποίο δεν ανατρέπεται από το ότι εντός αυτού ήταν και ένα κινητό τηλέφωνο. Αυτός δε ήταν που έθεσε το όνομά του στη θέση του αποστολέως, το απέστειλε στον ανωτέρω χρήστη ναρκωτικών ουσιών, ενώ αυτός δεν ήταν τοξικομανής. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ανωτέρω πράξεως, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α Π.Κ., που του χορηγήθηκαν πρωτοδίκως, ενώ πρέπει να απορριφθεί ο ανωτέρω ισχυρισμός του περί πραγματικής πλάνης". Με τις παραδοχές του αυτές, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, όπως γι' αυτήν τελικώς καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 περ. η' του ν. 1729/1987, όπως σήμερα ισχύει, την οποία εφήρμοσε ορθά, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η γνώση του αναιρεσειοντος ότι στο δέμα, το οποίο απέστειλε, περιέχονταν ναρκωτικές ουσίες Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ, καθ' ό μέρος πλήττεται η απόφαση ως προς την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, με τις ειδικότερες αιτιάσεις της εσφαλμένης εκτιμήσεως εγγράφων και καταθέσεως μάρτυρος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση του αναιρετικού αυτού λόγου, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας. Επειδή, η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο από το άρθρο 30 του Ποινικού Κώδικα περί πραγματικής πλάνης, που αποκλείει τον καταλογισμό της πράξεως στον δράστη. Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 30 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι πραγματική πλάνη είναι η άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου συστατικού όρου της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού που επαυξάνει το αξιόποινο της πράξεως. Κύριο χαρακτηριστικό της πλάνης αυτής είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένως τι πράττει και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της άγνοιας του ή της εσφαλμένης αντιλήψεως του. Η απόρριψη του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την πιο πάνω διάταξη, είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 331, 141 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προκύπτει με σαφήνεια ότι οι διάδικοι δικαιούνται να εγχειρίσουν σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση εγγράφως τις δηλώσεις τους, επομένως και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, πρέπει όμως να προβάλουν και να αναπτύξουν αυτούς και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση. Αυτό άλλωστε επιβάλλεται και από την αρχή της προφορικότητας της επ' ακροατηρίω κυρίας διαδικασίας, η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 331 του ΚΠΔ και η οποία, όχι μόνο δεν περιστέλλεται με την προαναφερθείσα διάταξη, αλλά αντιθέτως ενισχύεται, αφού η καταχώριση των δηλώσεων αυτών στα πρακτικά τελεί, εκτός των άλλων, και υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης προφορικής αναπτύξεως τους. Έτσι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρίστηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του. Διαφορετικά, ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν (ΟλΑΠ 2/2005).
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε χωρίς αιτιολογία ο αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί πραγματικής πλάνης. Ο λόγος όμως αυτός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα από τον Άρειο Πάγο πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός υποβλήθηκε με έγγραφο από την συνήγορο του αναιρεσείοντος και ενσωματώθηκε στα πρακτικά, χωρίς όμως να αναπτυχθεί και προφορικά, ούτε προκύπτει ότι το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου αναγνώσθηκε στο Δικαστήριο. Από την περιληφθείσα δε στα πρακτικά φράση ότι "η συνήγορος του κατηγορουμένου ανέπτυξε την υπεράσπιση, ζήτησε την απαλλαγή του πελάτη της διότι τελούσε σε πραγματική πλάνη και παρέδωσε τους ακόλουθους γραπτούς ισχυρισμούς" δεν προκύπτει και ότι ο ισχυρισμός αυτός αναπτύχθηκε και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεως του και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, ως εκ περισσού δε απήντησε. Μετά από αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.1.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 363-363α/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ