Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1976 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1976/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπου Παπαηλιού- Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Σπαλιάρα, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 55897/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και της υπ'αριθμ. 62393/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1897.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους του λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, πρέπει, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει, τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως,πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερα προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, για τον οποίο απωλέσθηκε η προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο 473 παρ.1 του ΚΠΔ, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποιν.Ολ.ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι μπορούν να προβάλλονται με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή", σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ.1 και 2 του ίδιου κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή και την Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ'αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, όπως εκτιμάται, 62393/2008 απόφασή του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με αυτήν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης της άσκησής της, η με αριθμό 447/15-1-2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 55987/2001 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του, και με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του νόμου περί επιταγών. Με την έφεσή του, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον 'Αρειο Πάγο, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος επικαλέστηκε και προέβαλε ότι ουδέποτε έλαβε κλήση από το δικαστήριο και ότι το πρώτον έλαβε γνώση της προσβαλλόμενης στις 14-1-2008. Ως απολογία, για την απόρριψη της παραπάνω έφεσης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Κατά του εκκαλούντος-κατηγορουμένου ασκήθηκε, μετά από έγκληση που υπέβαλε ο ...., από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ποινική δίωξη για το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και παραπέμφθηκε να δικασθεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, από το οποίο η υπόθεση εκδικάστηκε μετά από αναβολές στη συνεδρίαση του της 8-5-2001. Η μόνη γνωστή διεύθυνση κατοικίας του εκκαλούντος - κατηγορουμένου για την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επελήφθη της ασκήσεως ποινικής κατ' αυτού διώξεως και παρήγγειλε και επιμελήθηκε κάθε συναφούς, με την ποινική διαδικασία επιδόσεως, ήταν αυτή στην οδό ..., διεύθυνση η οποία προέκυπτε από τη σφραγίδα της επιχειρήσεως του εκκαλούντος .... που είχε τεθεί στη θέση της υπογραφής του εκδότη επί του σώματος της επίδικης επιταγής. Στη διεύθυνση αυτή επιδόθηκε στον εκκαλούντα το κλητήριο θέσπισμα στις ..., όπως προκύπτει από το από ... αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα ... . Ο εκκαλών εμφανίστηκε δύο φορές στο πρωτόδικο δικαστήριο (17-11-1998 και 11-3-1999), κατά τις οποίες η δίκη αναβλήθηκε, τη μία φορά για να προσκομισθεί το σώμα της επιταγής και την άλλη για να κληθεί ο μηνυτής. Ακολούθως, στη δικάσιμο της 8-5-2001 ο εκκαλών δεν εμφανίστηκε και καταδικάστηκε με την υπ'αρ. 55897/2001 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Για τη δικάσιμο δε της 8-5-2001 επιχειρήθηκε, στις 30-3-2001, να γίνει η προς αυτόν επίδοση της σχετικής κλήσεως στην ίδια παραπάνω διεύθυνση, πλην όμως το επιφορτισμένο με την επίδοση όργανο διαπίστωσε ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος απουσίαζε από την τελευταία αυτή γνωστή κατοικία του και η διαμονή του ήταν πλέον άγνωστη, ενώ εκεί δεν ανευρέθη άλλο πρόσωπο εκ των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 του ΚΠΔ, οπότε η προς αυτόν επίδοση της κλήσεως έγινε κατά τους όρους της παρ. 2 του ιδίου άρθρου, ήτοι ως αγνώστου διαμονής, όπως προκύπτει από το από ... αποδεικτικό επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, .... Στη συνέχεια, αφού ακολουθήθηκε η αυτή, ως άνω διαδικασία και για τους παραπάνω αναφερομένους λόγους, η υπ'αρ. 55897/2001 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών επιδόθηκε σε αυτόν στις ...., ως αγνώστου διαμονής, όπως προκύπτει από το από ... αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα.... Ο εκκαλών όμως άσκησε την ένδικη έφεσή του κατά της προαναφερθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως εκπροθέσμως, πολύ πέραν της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας των τριάντα ημερών και δη στις 15-1-2008, όπως προκύπτει από την υπ'αρ. 475/15-1-2008 έκθεση εφέσεως, επικαλούμενος ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της εις βάρος του κατηγορίας και ότι ουδέποτε έλαβε κλήση για να παραστεί στο Δικαστήριο. Όμως, ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ότι η επαγγελματική του κατοικία ήταν, κατά το χρόνο εκδόσεως των επιδίκων επιταγών, η προαναφερθείσα στην οδό ..., που ήταν και η μόνη γνωστή διεύθυνση του στην ασκήσασα την κατά τα άνω κατ' αυτού ποινική δίωξη, Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Η εξετασθείσα στο ακροατήριο μάρτυρας -θυγατέρα του κατέθεσε ότι το έτος 2003 ο εκκαλών κατοικούσε στην οδό ..., όπου κατοικεί μέχρι και σήμερα, ενώ από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από αυτόν προκύπτει ότι διέκοψε την επιχειρηματική του δραστηριότητα το 2000. Πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών γνωστοποίησε νομίμως στην Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών νέα διεύθυνση, έτσι ώστε να αναζητείται έκτοτε στη διεύθυνση αυτή για την επίδοση των προς αυτόν προοριζόμενων εγγράφων. Ειδικότερα, μολονότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε εκδώσει ακάλυπτη επιταγή και γνώριζε ότι για την πράξη αυτή είχε ασκηθεί, μετά από έγκληση του ανωτέρω, εναντίον του ποινική δίωξη (αφού παραστάθηκε δύο φορές στο πρωτόδικο δικαστήριο), εν τούτοις, επί μακρά σειρά ετών, δεν γνωστοποίησε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, στον εγκαλούντα, ούτε και στην Τράπεζα, παρά της οποίας είχε ληφθεί το σώμα της επιταγής, αλλαγή της διευθύνσεώς του, αδιαφορώντας πλήρως, για τις συνέπειες της πράξεώς του να εκδώσει ακάλυπτη επιταγή. Ενόψει τούτων, νομίμως επιδόθηκε σε αυτόν ως αγνώστου διαμονής η εκκαλούμενη απόφαση, αφενός γιατί, ειδικότερα, δεν ήταν γνωστή στην παραγγείλασα την επίδοση Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών άλλη διεύθυνση κατοικίας του, ή εργασίας του πλην αυτής που προέκυπτε από το σώμα της επίδικης τραπεζικής επιταγής και αφετέρου γιατί τα αρμόδια όργανα της επιδόσεως δεν μπορούσαν να τον ανεύρουν στη διεύθυνση αυτή, ούτε υπήρχε εκεί πρόσωπο εκ των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 156 ΚΠΔ.
Συνεπώς, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς". Η παραπάνω αιτιολογία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως την απαιτούν τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, αφού αναφέρεται στην προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση ο χρόνος της επίδοσης της πρωτόδικης απόφασης, που είχε προσβληθεί με την έφεση, το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση αυτή και ο χρόνος άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης. Περαιτέρω, σε σχέση με την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ως εκκαλούντα αμφισβήτηση της διεύθυνσης της επιχειρήσεως που ασκούσε ..., στην οποία αναζητήθηκε ως τελευταία γνωστή διαμονή του, καθώς και την ιδιότητά του ως άγνωστης διαμονής, το τριμελές Πλημμελειοδικείο αντιμετώπισε τους ισχυρισμούς του αυτούς, με αιτιολογία, επίσης ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκθέτει στην απόφασή του ότι στην πιο πάνω διεύθυνση, που ο αναιρεσείων ασκούσε την επιχείρησή του, κλητεύθηκε δύο φορές και εμφανίστηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο, κατά τις οποίες δικασίμους η δίκη αναβλήθηκε. Ακολούθως στη δικάσιμο της 8-5-2001, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε, κλητευθείς, ως αγνώστου διαμονής στην προαναφερόμενη διεύθυνση, ενώ, περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων γνωστοποίησε νομίμως στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών τη νέα του διεύθυνση ..., έτσι ώστε να αναζητείται έκτοτε στη διεύθυνση αυτή για την επίδοση των προς αυτόν προοριζομένων εγγράφων.
Συνεπώς τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 119/17-11-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 62393/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή