Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2081 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Παράβαση καθήκοντος, Ψευδής βεβαίωση, Πλάνη.




Περίληψη:
Ψευδής βεβαίωση. Παράβαση καθήκοντος. Δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον απορριφθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί συγγνωστής νομικής πλάνης.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2081/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 402/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 804/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως οι ισχυρισμοί αυτοί είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, κατέθεσε και ανέπτυξε προφορικά, κατ' άρθρο 141 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τον από το άρθρο 31 παρ.2 του ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό, περί συγγνωστής νομικής πλάνης, που από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του δικαστηρίου αυτού προκύπτει ότι καταχωρήθηκε και έχει όπως παρακάτω : Ο κατηγορούμενος προέβη στη σύνταξη των επιδίκων δύο συμβολαίων, συνεπεία συγγνωστής νομικής πλάνης αίρουσας τον καταλογισμό, άρθρο 31§2 ΠΚ.
Ειδικότερα ο κατηγορούμενος, πριν και προκειμένου να προβεί στη σύνταξη των επιδίκων υπ' αριθ. ... και ... οριστικών συμβολαίων πωλήσεως με τα οποία ο συγκατηγορούμενός του ΑΑ μετεβίβασε στον εαυτό του με αυτοσύμβαση τρεις αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, ενεργώντας ως πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος του εργολάβου ΒΒ δυν. των υπ' αριθ. ... και ... προσυμφώνων της συμ/φου Β. Φωτοπούλου αλλά και του οικοπεδούχου ΓΓ δυνάμει του υπ αριθ. ... προσυμφώνου του συμ/φου Καλλιντεράκη, δεν περιορίστηκε στην από μέρους του μόνο ερμηνεία των επίμαχων προσυμφώνων (... και ... και ...) σχετικά με την έκταση και τα όρια της με αυτά παρεχομένης πληρεξουσιότητος, αλλά εν όψει της αντιφατικής αντιμετωπίσεως του ζητήματος της μεταπληρεξουσιότητος στην επιστήμη και στη νομολογία (ΑΠ 848/1987, ΑΠ 1279/1998, ΑΠ 926/1989), (Α. Γαζής Ελλ. Δ/νη Τ31 σε. 288, Α. Αθανασόπουλος, Συμβ/κό Δίκαιο σελ. 662), προσέφυγε στη γνώμη, τόσο εμπείρων συναδέλφων του, όπως ο πρωτοδίκως εξετασθείς μάρτυρας, πρόεδρος του συμ/κού συλλόγου Αθηνών ΔΔ, όσο και κυρίως στη νομική υπηρεσία του συμ/κού Συλλόγου Αθηνών, επιφορτισμένη μεταξύ άλλων και με την παροχή, γνωμοδοτήσεων επί ζητημάτων αναφυομένων κατά την άσκηση του συμβ/κού λειτουργήματος και αφού έλαβε την επιβεβαίωση περί του ότι υπήρχε πληρεξουσιότης στην αναγκαία έκταση και όρια, μετά ταύτα προχώρησε στη σύνταξη των επιδίκων συμβολαίων. Είναι χαρακτηριστικό ότι συντάκτης του απολογητικού του υπομνήματος, όπου παρατίθεται και σχετική νομολογία, και παραστάς συνήγορος του στον Ανακριτή είναι ο γνωμοδοτήσας σχετικά προϊστάμενος της Νομικής Υπηρεσίας του Συμβ/κού Συλλόγου Αθηνών.
Κατά ταύτα, υπό την εκδοχή αντιθέτου ερμηνείας των σχετικών περί πληρεξουσιότητος διατάξεων υπό του Δικαστηρίου, η ενέργεια του είναι ποιόν πλάνης, αναφορικά με τα θεμελιωτικά στοιχεία των κατηγορουμένων αδικημάτων, συνισταμένη σε εσφαλμένη από μέρους του ερμηνεία κανόνων δικαίου, εκτός του ποινικού Δικαίου, η δε πλάνη αυτή είναι συγγνωστή, εν όψει του ότι ο κατηγορούμενος κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια να πληροφορηθεί την πραγματική τους έννοια (ΑΠ 696/93 ΠΧ ΜΓ 643) και τελικώς στηρίχθηκε στη νομολογία (ΑΠ 1224/82 ΠΧ ΛΓ470 και ΑΠ 1019/86 Πχ Λστ 912 καθώς και στη γνωμάτευση του νομικού του συμβούλου (ΑΠ 131/95 ΠΧ μστ 524).
Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε τον προβληθέντα ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί συγγνωστής νομικής πλάνης ως αβάσιμο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο συμβολαιογράφο των αποδοθεισών σε αυτόν δύο αξιοποίνων πράξεων, ψευδούς βεβαιώσεως και παραβάσεως καθήκοντος κατ'εξακολούθηση, με το παρακάτω αιτιολογικό :
"Επειδή, από την χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Με το ... προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρέα Καλλιτεράκη ο ΓΓ ανέθεσε στον υιό του εργολάβο ΒΒ την κατασκευή επί του αναφερομένου σ αυτό οικοπέδου ιδιοκτησίας του πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής με δικές του δαπάνες και επιμέλεια ανέλαβε δε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον ίδιο ή σε τρίτα υποδειχθησόμενα απ αυτόν πρόσωπα, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, το ποσοστό των 800,38/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου παρακράτησε δε για τον εαυτό του το απομένον ποσοστό των 199,62/1000 εξ αδιαιρέτου, στο οποίο αντιστοιχούσε η περιγραφόμενη στο προσύμφωνο οριζόντια ιδιοκτησία που επρόκειτο να συσταθεί και δη το Α 1 διαμέρισμα του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου εμβαδού 110 τ.μ. Στον εργολάβο ή στα πρόσωπα που αυτός θα υποδείκνυε θα περιέρχονταν οι υπόλοιπες οριζόντιες ιδιοκτησίες που επρόκειτο να συσταθούν και δη: α) το υπόγειο εμβαδού 155,60 τ.μ. με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου και των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής 173,65/1000 εξ αδιαιρέτου, β) το κατάστημα του ισογείου εμβαδού 78,57 τ.μ. με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου κλπ. 142,06/1000, γ) η υπό στοιχείο Β 1 οριζόντια ιδιοκτησία του δευτέρου ορόφου, εμβαδού 115,17 τ.μ. με ποσοστό συγκυριότητας 208,22/1000 εξ αδιαιρέτου δ) οι οριζόντιες ιδιοκτησίες των πρώτου, δευτέρου και τρίτου ορόφου σε εσοχή (ρετιρέ) ορόφων, εμβαδού 80,28 τ.μ., 50,43 τ.μ. και 22,17 τ.μ. και ποσοστά συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου 145,18/1000, 91,12/1000 και 40,11/1000, αντιστοίχως. Η μεταβίβαση του συνολικού ποσοστού των 800,38/1000 που αντιστοιχούσε στις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες που αποτελούσαν και το εργολαβικό αντάλλαγμα θα γινόταν ως εξής: 1) με την έκδοση της οικοδομικής αδείας τα 200,38/1000, 2) με την αποπεράτωση του από οπλισμένο σκυρόδεμα σκελετού της οικοδομής τα 400/1000, 3) με την αποπεράτωση των επιχρισμάτων (εσωτερικών και εξωτερικών) και την τοποθέτηση των ειδών υγιεινής τα 50/1000 εξ αδιαιρέτου και 4) με την αποπεράτωση του ανωτέρω διαμερίσματος Α1 του οικοπεδούχου τα υπόλοιπα 150/1000 εξ αδιαιρέτου. Παράλληλα για τον σκοπό αυτό με το παραπάνω προσύμφωνο ο οικοπεδούχος παρέσχε στον εργολάβο την εντολή και πληρεξουσιότητα, η οποία ίσχυε και μετά το θάνατο του οικοπεδούχου (άρθρα 223, 726 ΑΚ) να προβεί στην μεταβίβαση των ιδιοκτησιών αυτών ακόμη και με αυτοσύμβαση, υπογράφοντας τις οικείες μεταβιβαστικές πράξεις αφενός ως αντιπρόσωπος του οικοπεδούχου, αφετέρου δε ατομικώς ως εργολάβος, υπό την αίρεση της προηγούμενης εκτελέσεως αντιστοίχου της μεταβιβάσεως μέρους των ως άνω καθορισθεισών εργασιών και αφού είχε συνταγεί η σχετική πράξη περί μη εμφανίσεως του οικοπεδούχου, που θα έπρεπε να είχε προσκληθεί προς τούτο προ 5 ημερών. Είναι επομένως σαφές ότι με το προσύμφωνο παρασχέθηκε στον εργολάβο και μόνον σ' αυτόν η εντολή και πληρεξουσιότητα όπως ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του οικοπεδούχου, ως αντιπρόσωπος του και δεν προβλεπόταν δικαίωμα προς παροχή μεταπληρεξουσιότητας και έτσι, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν ανωτέρω, ο εργολάβος δεν είχε δικαίωμα να υποκαταστήσει άλλον στην πληρεξουσιότητα, αφού τέτοια υποκατάσταση δεν συνηθίζεται σε παρόμοιες περιστάσεις, ούτε η πληρεξουσιότητα αφορούσε αποκλειστικά το συμφέρον του πληρεξουσίου εργολάβου, αλλά και του οικοπεδούχου, αφού η άσκηση του δικαιώματος αυτού συνδεόταν άμεσα με την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών και την σταδιακή ανέγερση της οικοδομής, στην οποία είχε συμφέρον ο οικοπεδούχος. Η μόνη παρέκκλιση του κανόνα αυτού που δικαιολογούταν ήταν να είχε εξαναγκασθεί σε τούτο (υποκατάσταση) ο εργολάβος από τις περιστάσεις, κάτι όμως το οποίο θα έπρεπε να αναφερθεί στη σύμβαση και να εξειδικευθούν οι περιστάσεις αυτές. Στη συνέχεια ο οικοπεδούχος με την ... πράξη του αυτού ως ανω συμβολαιογράφου υπήγαγε την οικοδομή στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, ενώ με το ... συμβόλαιο του αυτού συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ίδιος μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, στον πολιτικώς ενάγοντα ανεψιό του την ψιλή κυριότητα της Α 1 ιδιοκτησίας και παρακράτησε την επικαρπία φόρου ζωής. Κατά το έτος 1985 απεβίωσε ο οικοπεδούχος και ο πολιτικώς ενάγων κατέστη πλήρης κύριος του διαμερίσματος, ταυτόχρονα δε ο οικοπεδούχος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου κατ' ισομοιρία από τα δύο τέκνα του ΒΒ (εργολάβο) και ΕΕ, πατέρα του πολιτικώς ενάγοντος, στον καθένα των οποίων περιήλθε ποσοστό (800,38:2) 400,19/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου όπως και η ενοχική υποχρέωση του θανόντος να προβεί σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως των εν λόγω ποσοστών ως εργολαβικό αντάλλαγμα στον εργολάβο υπό τον όρο εκτελέσεως του ως άνω έργου, ανάλογα με την σταδιακή κατά τα άνω εκτέλεση αυτού. Το έτος 1996 ο εργολάβος και κληρονόμος του οικοπεδούχου ΒΒ άσκησε αγωγή κατά του αδελφού του με την οποία ζήτησε το σύνολο της εργολαβικής του αμοιβής και την μεταβίβαση των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, θεωρώντας ότι είχε εκτελέσει το έργο. Η αγωγή αυτή παραπέμφθηκε σύμφωνα με το άρθρο 11 της εργολαβικής συμβάσεως (προσυμφώνου) σε διαιτησία και τελικώς εκδόθηκε επ αυτής η απρόσβλητη και παράγουσα δεδικασμένο 24/2001 διαιτητική απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο εργολάβος δικαιούταν σε μεταβίβαση ποσοστού εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου 350,38/1000 ο δε εναγόμενος είχε την υποχρέωση να μεταβιβάσει το 14 εξ αδιαιρέτου του ποσοστού αυτού, δηλαδή 175,19/1000, ποσοστό για το οποίο και έγινε δεκτή η αγωγή, καθόσον για το άλλο 14 βαρυνόταν ο ίδιος ως κληρονόμος του οικοπεδούχου, η σχετική όμως ενοχή αποσβέσθηκε, λόγω ενώσεως στο πρόσωπο του της ιδιότητας οφειλέτη και δανειστή (453 ΑΚ). Έτσι, μετά από αφαίρεση του ποσοστού των 350,38/1000 που περιήλθε στο εργολάβο οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οικοπεδούχου εξακολούθησαν να είναι εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία συγκύριοι του υπολοίπου ποσοστού των 450/1000 του οικοπέδου δηλαδή κατά ποσοστό 225/1000 έκαστος. Στο τελευταίο αυτό ποσοστό περιόρισαν με την ... πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Ξυνοτυρά, ο πολιτικώς ενάγων και ο πατέρας του, το ποσοστό των 400,19/1000 εξ αδιαιρέτου επί του κληρονομιαίου οικοπέδου επί του οποίου είχε συστήσει γονική παροχή υπέρ του υιού του - πολιτικώς ενάγοντος - ο εκ των κληρονόμων του οικοπεδούχου ΕΕ με το ... συμβόλαιο της ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Προηγουμένως ο εργολάβος ΒΒ, κληρονόμος όπως λέχθηκε και αυτός εξ αδιαθέτου κατ ισομοιρία του οικοπεδούχου μετά του ανωτέρω αδελφού του ΕΕ, με τα ... και ... προσύμφωνα της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Φωτοπούλου προσυμφώνησε με τον ήδη αποβιώσαντα ΑΑ, που υπήρξε κατηγορούμενος για ηθική αυτουργία στις πράξεις του κατηγορουμένου, και υπεσχέθη να του μεταβιβάσει κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως και χωρίς να έχουν μέχρι τότε αποπερατωθεί, με το μεν πρώτο προσύμφωνο, το υπόγειο, με το δε δεύτερο, το ισόγειο κατάστημα και το διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου. Για τον σκοπό αυτό παρασχέθηκε η εντολή και πληρεξουσιότητα στον αγοραστή, ισχύουσα ακόμη και σε περίπτωση θανάτου του πωλητή να προβεί στην εν λόγω μεταβίβαση με αυτοσύμβαση, ενεργώντας αφενός για τον εαυτό του ατομικά και αφετέρου ως αντιπρόσωπος του εργολάβου - πωλητή. Στη συνέχεια με τα ... και ... συμβόλαια τα οποία συνετάγησαν από τον κατηγορούμενο συμβολαιογράφο, ο ήδη αποθανών ΑΑ μεταβίβασε στον εαυτό του με αυτοσύμβαση τις ανωτέρω τρεις ιδιοκτησίες και ειδικότερα με το πρώτο την κυριότητα του ισογείου καταστήματος και την ιδιοκτησία του δευτέρου ορόφου και με το δεύτερο την κυριότητα του υπογείου με τα αναλογούντα στις ιδιοκτησίες αυτές ποσοστά των (142,05+208,22+173,65/1000) 523,92/10000 επί του οικοπέδου και των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα. Στα αμέσως ανωτέρω συμβόλαια βεβαιώνεται ότι ο ΑΑ παραστάθηκε, αφενός μεν ως εντολοδόχος πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος του εργολάβου, ως και του οικοπεδούχου, αφετέρου δε για τον εαυτό του ατομικώς, ενώ γίνεται μνεία ότι παρέστη κατά την σύνταξη τους και η ΣΤ, θυγατέρα και μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος στο μεταξύ εργολάβου ΒΒ, επί πλέον δε γίνεται μνεία και της ανωτέρω διαιτητικής αποφάσεως. Η βεβαίωση αυτή, όσον αφορά την εκπροσώπηση του οικοπεδούχου από τον αγοραστή ΑΑ, πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: Όσον αφορά το περιελθόν στον εργολάβο ΒΒ ποσοστό των 350,38/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, όπως έκρινε η 24/2001 διαιτητική απόφαση, δεν απαιτούνταν η εντολή και πληρεξουσιότητα του οικοπεδούχου ΓΓ. Όσον αφορά το υπόλοιπο ποσοστό των 173,54/1000 (523,92-350,38/1000) το οποίο επίσης μεταβιβάσθηκε με τα ίδια συμβόλαια και το οποίο αρχικώς ανήκε κατ ισομοιρία στα τέκνα του οικοπεδούχου ΒΒ και ΕΕ, ύστερα δε, λόγω της αναφερθείσης γονικής παροχής, στους ΒΒ και Ψ (πολιτικώς ενάγοντα), κατ ισομοιρία, εξ αυτού για το 1/2 δηλαδή το 86,77/1000 εξ αδιαιρέτου, το οποίο ανήκε στην κυριότητα του εργολάβου, ομοίως δεν απαιτούνταν η εντολή και πληρεξουσιότητα του οικοπεδούχου. Για το υπόλοιπο όμως 1/2 δηλαδή για το 86,77/1000 εξ αδιαιρέτου, το οποίο αρχικά ανήκε στον ΕΕ και για το οποίο ούτε ο ίδιος, ούτε μετέπειτα ο υιός του (πολιτικώς ενάγων) στον οποίο, κατά τα άνω περιήλθε και το εν λόγω μερίδιο λόγω γονικής παροχής, δεν είχαν δώσει στον αγοραστή ΑΑ εντολή και πληρεξουσιότητα για αυτοσύμβαση, η περιεχόμενη στα συμβόλαια βεβαίωση ότι δηλαδή ο αγοραστής είχε την εντολή και πληρεξουσιότητα του οικοπεδούχου ΓΓ για αυτοσύμβαση ήταν ψευδής, καθόσον, όπως λέχθηκε ο οικοπεδούχος ΓΓ δεν είχε παραχωρήσει δικαίωμα μεταπληρεξουσιότητας στον εργολάβο και υιό του και εργολάβο ΒΒ, ούτε και ο τελευταίος μεταβίβασε τέτοιο δικαίωμα στον αγοραστή ΑΑ. Το ψευδές της βεβαιώσεως αυτής γνώριζε πολύ καλά ο κατηγορούμενος συμβολαιογράφος, αφού προέκυπτε από τα ανωτέρω ..., ... προσύμφωνα συμβόλαια και 24/2001 διαιτητική απόφαση, που αναφέρονται και επισυνάπτονται στα επίμαχα συμβόλαια κατ άρθρο 8 παρ. 3 β και 4 Ν. 2830/2000 "Κώδικας Συμβολαιογράφων", το περιεχόμενο των οποίων είναι σαφές και δεν καταλείπει περιθώρια παρερμηνειών ή αμφισβητήσεων, σχετικά με το ζήτημα του δικαιώματος μεταπληρεξουσιότητας, επιπροσθέτως δε στα συμβόλαια δεν γίνεται μνεία ότι ο εργολάβος εξαναγκάσθηκε να υποκαταστήσει τον ΑΑ στην πληρεξουσιότητα από τις περιστάσεις, ούτε περαιτέρω εξειδικεύονται αυτές στα συμβόλαια. Ο ισχυρισμός λοιπόν του κατηγορουμένου περί νομικής πλάνης και μάλιστα συγγνωστής ως προς την δυνατότητα μεταπληρεξουσιότητας προς τον ΑΑ και υποκαταστάσεως του οικοπεδούχου από τον τελευταίο τυγχάνει αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Η ψευδής αυτή βεβαίωση, για το ανήκον στον πολιτικώς ενάγοντα εξ αδιαιρέτου ποσοστό των 86,77/1000 μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες ως προς την εγκυρότητα των ως άνω αυτοσυμβάσεων και την με βάση αυτές μεταβίβαση της κυριότητας του εν λόγω ποσοστού προς τον θανόντα αγοραστή, είναι δε αδιάφορο για την στοιχειοθέτηση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξεως του άρθρου 242 παρ. 1 ΠΚ, το ότι, όπως έγινε δεκτό με την τελεσίδικη 6173/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που αναγνώσθηκε (βλ. 9° φύλλο εμπρόσθια πλευρά), η έννομη αυτή συνέπεια δεν επήλθε και ο ΑΑ δεν απέκτησε με βάση τις αυτοσυμβάσεις αυτές κυριότητα επί των περιγραφομένων σ' αυτές οριζοντίων ιδιοκτησιών και έτσι απορρίφθηκε η από 8-7-2003 αγωγή του κατά του πολιτικώς ενάγοντος και του πατέρα του ΕΕ, με την οποία μεταξύ άλλων ζήτησε να αναγνωρισθεί το με βάση τις αυτοσυμβάσεις αυτές αποκτηθέν δικαίωμα του κυριότητος επί των εν λόγω οριζοντίων ιδιοκτησιών, αρκούσης για την στοιχειοθέτηση της αφηρημένης δυνατότητας του βεβαιουμένου γεγονότος να έχει έννομη συνέπεια (ΑΠ 880/2000 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω ο κατηγορούμενος συμβολαιογράφος κατά παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων που επιβάλλουν να απέχει από την κατάρτιση συμβολαίων τα οποία αντίκεινται στο νόμο, όπως εν προκειμένω, προέβη στην κατάρτιση των ανωτέρω συμβολαίων, με σκοπό να προσπορίσει όφελος στον αγοραστή ΑΑ ισόποσο με την αξία του ποσοστού των 86,77/1000 εξ αδιαιρέτου που ανήκει στον πολιτικώς ενάγοντα, το οποίο, όπως κρίθηκε από την εκκαλουμένη απόφαση, χωρίς η κρίση αυτή να προσβληθεί με έφεση από τον Εισαγγελέα (ο κατηγορούμενος δεν είχε έννομο συμφέρον να την προσβάλλει), ανέρχεται σε 19.754,37 €.
Κατ ακολουθία τούτων, που αποδεικνύονται από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, στοιχειοθετούνται πλήρως οι πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης (242 παρ. 1 ΠΚ) και παραβάσεως καθήκοντος (259 ΠΚ) που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, όπως αυτές εξειδικεύονται στο διατακτικό, και πρέπει, αφού απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του, να κηρυχθεί ένοχος αυτών, κατά το διατακτικό".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου συμβολαιογράφου περί συγγνωστής νομικής πλάνης, χωρίς την απαιτουμένη κατά τα παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά με ελλιπή αιτιολογία.
Ειδικότερα στο άνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: α) αναφέρεται το ... προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό του συμβολαιογράφου Αθηνών, Ανδρέα Καλλιτεράκη, δυνάμει του οποίου ο οικοπεδούχος ΓΓ, ανέθεσε στον εργολάβο υιό του ΒΒ, την κατασκευή επί οικοπέδου του πολυόροφης οικοδομής ανεγειρομένης με το σύστημα της αντιπαροχής και ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον ίδιο ή σε τρίτα υποδειχθησόμενα υπ'αυτού πρόσωπα, ως εργολαβικό αντάλλαγμα το ποσοστό των 800,38/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, στο οποίο θα αντιστοιχούσαν οι καθοριζόμενες σε αυτό οριζόντιες ιδιοκτησίες, υπό τους σε αυτό όρους, παράλληλα δε ο οικοπεδούχος παρέσχε στον εργολάβο την εντολή και πληρεξουσιότητα, ισχύουσα και μετά θάνατο αυτού, να προβεί στη μεταβίβαση των ιδιοκτησιών αυτών, ακόμη και με αυτοσύμβαση, υπογράφοντας ως αντιπρόσωπος του οικοπεδούχου πατέρα του, δεχθέν περαιτέρω το δικαστήριο ότι στο προσύμφωνο αυτό δεν προβλεπόταν και δικαίωμα του εργολάβου προς παροχή μεταπληρεξουσιότητας, ήτοι ο εργολάβος δεν είχε δικαίωμα να υποκαταστήσει άλλον στην πληρεξουσιότητα, β) αναφέρεται ότι ο οικοπεδούχος, με την ... συμβολαιογραφική πράξη υπήγαγε την οικοδομή αυτή στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και 1002, 1117 του ΑΚ, και με το συμβολαιογραφικό ... συμβόλαιο, νόμιμα μεταγραμμένο, μεταβίβασε, λόγω δωρεάς στον πολιτικώς ενάγοντα Ψ, την ψιλή κυριότητα της Α1 οριζόντιας ιδιοκτησίας, ενώ το έτος 1985 απεβίωσε ο άνω οικοπεδούχος και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου και κατ'ισομοιρίαν, στα άνω 800,38/1000, από τα δύο τέκνα του ΒΒ (εργολάβο) και ΕΕ, πατέρα του πολιτικώς ενάγοντος, οι οποίοι κληρονόμησαν και την ενοχική υποχρέωση να μεταβιβάσουν το συμφωνηθέν εργολαβικό αντάλλαγμα των υπολοίπων ποσοστών στον εργολάβο, δηλαδή τον άνω συγκληρονόμο, ανάλογα με την σταδιακή εκτέλεση του έργου, γ) αναφέρεται η 24/2001 Διαιτητική απόφαση, εκδοθείσα κατόπιν αγωγής του εργολάβου και κληρονόμου του οικοπεδούχου κατά του συγκληρονόμου αδελφού του (πατέρα του πολιτικώς ενάγοντος), περί μεταβίβασης των οριζοντίων ιδιοκτησιών που αντιστοιχούσαν στο σύνολο της οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής, η οποία δέχθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι ο εναγόμενος είχε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον ενάγοντα εργολάβο ποσοστό 1/2 ήτοι 175,19/1000 και έτσι οι συγκληρονόμοι του οικοπεδούχου, εξακολουθούσαν να είναι συγκύριοι του υπολοίπου ποσοστού των 450/1000 του οικοπέδου, γιαυτό και ο πολιτικώς ενάγων και ο πατέρας του, με την ... συμβολαιογραφική πράξη, το ποσοστό των 400,19/1000 εξ αδιαιρέτου, επί του οποίου ήδη είχε συσταθεί γονική παροχή, με το ... συμβόλαιο (υπέρ του υιού), περιόρισαν στο 1/2, ήτοι στα 225/1000, δ) αναφέρονται τα σχετικά συμβολαιογραφικά έγγραφα, με αριθμούς ... και ..., που συνέταξε ο κατηγορούμενος συμβολαιογράφος, δυνάμει των οποίων ο ήδη αποθανών αγοραστής ΑΑ, μεταβίβασε στον εαυτό του, με αυτοσύμβαση, τρεις αυτοτελείς ιδιοκτησίες πολυορόφου οικοδομής, από τον εργολάβο ΒΒ επί ξένου οικοπέδου, ιδιοκτησίας του ΓΓ, πατέρα του άνω εργολάβου, παρασταθείς αφενός ατομικά για τον εαυτό του ως αγοραστής και αφετέρου ως εντολοδόχος - πληρεξούσιος του εργολάβου, αλλά και του άνω θανόντος ήδη οικοπεδούχου, δεχθέν όμως το δικαστήριο, ότι ο άνω αγοραστής δεν είχε δικαίωμα πληρεξουσιότητας και του οικοπεδούχου.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές και με την ειδικότερη αιτιολογία ότι στα επίδικα δύο συμβόλαια ..., ..., δε γίνεται μνεία ότι ο εργολάβος εξαναγκάστηκε να υποκαταστήσει τον ΑΑ στην πληρεξουσιότητα από τις περιστάσεις, οι οποίες και δεν εξειδικεύονται στα συμβόλαια, ενώ μνημονεύεται η άνω 24/2001 Διαιτητική απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο οικοπεδούχος ΓΓ δεν είχε παραχωρήσει δικαίωμα μεταπληρεξουσιότητας στον υιό του εργολάβο ΒΒ, το αντίθετο δε που βεβαίωσε στα συμβόλαια ο κατηγορούμενος συμβολαιογράφος είναι ψευδές, γιαυτό και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συγγνωστής νομικής πλάνης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Όμως, ενόψει των παραπάνω εκτεθέντων, της στενής συγγενικής ιδιότητας οικοπεδούχου, εργολάβου και πολιτικώς ενάγοντος, του περιεχομένου της Διαιτητικής αποφάσεως, του μεσολαβήσαντος θανάτου του οικοπεδούχου, της κληρονομή-σεως του οικοπεδούχου από τον εργολάβο υιό του και της διορθωτικής ... συμβολαιογραφικής πράξεως του προηγούμενου ... συμβολαίου γονικής παροχής του άλλου υιού του οικοπεδούχου ΕΕ προς τον υιό του πολιτικώς ενάγοντα, αφενός δημιουργείτο μία σύγχιση ως προς τα πρόσωπα και ως προς τα ακριβή ποσοστά που εδικαιούντο οι κληρονόμοι του οικοπεδούχου, αφετέρου το Δικαστήριο, με το παραπάνω αιτιολογικό του, δεν απαντά επί των ειδικότερων αιτιάσεων του κατηγορουμένου, ο οποίος, για να δικαιολογήσει το συγγνωστό της νομικής του πλάνης, περί την ύπαρξη δικαιώματος μεταπληρεξουσιότητας, που πρόβαλε στο δικαστήριο, επικαλέστηκε ότι "ενόψει του ότι υπήρχε αντιφατική αντιμετώπιση του ζητήματος της μεταπληρεξουσιότητας στην επιστήμη και τη νομολογία, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να πληροφορηθεί την πραγματική έννοια της πληρεξουσιότητας και μεταπληρεξουσιότητας και την ερμηνεία της σχετικής διατάξεως και των προσυμφώνων, είχε προσφύγει, στη γνώμη εμπειρότερων αυτού συναδέλφων του νομικών, όπως του προέδρου του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Αθηνών ΔΔ, που κατέθεσε σχετικά ως μάρτυρας στον πρώτο βαθμό και σε γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας του ιδίου Συλλόγου, από τους οποίους και έλαβε την επιβεβαίωση, ότι υπήρχε μεταπληρεξουσιότητα και μετά ταύτα προχώρησε στη σύνταξη των επιδίκων συμβολαίων", ούτε δικαιολογεί γιατί οι άνω προσπάθειες που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος συμβολαιογράφος ότι κατέβαλε, για να πληροφορηθεί την αληθινή έννοια των ανωτέρω προσυμφώνων σχετικά με την έκταση της παρεχομένης δι'αυτών πληρεξουσιότητας, δεν αρκούσαν για το συγγνωστό της επικαλούμενης νομικής του πλάνης, ως προς την ύπαρξη δυνατότητας μεταπληρεξουσιότητας προς τον αγοραστή ΑΑ και δυνατότητα υποκαταστάσεως του θανόντος οικοπεδούχου από τον τελευταίο, με αποτέλεσμα, η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 402/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή