Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1599 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδορκία μάρτυρα.




Περίληψη:
Ψευδορκία (άρθρ. 224 ΠΚ). Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτει την αίτηση.




Αριθμός 1599/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τσιρόπουλο, περί αναιρέσεως της 116/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 297/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για την κατ'άρθρο 224 παρ.2 ΠΚ στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας απαιτείται α) ο μάρτυς να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής αρμοδίας για την εξέτασή του β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση του, ότι αυτά τα οποία κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να (τα) καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστου του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε, θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυς αντελήφθη ή από διηγήσεις τρίτων επληροφορήθη και ως τούτου εγνώριζε.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ'είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω λόγον αναιρέσεως συνιστά κατ'άρθρον 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 116/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ'όψη του και δη "ένορκες επ'ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου (εδέχθη) τα εξής: "Την 7-3-2001 εκδικάστηκε στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου υπόθεση με κατηγορούμενο τον Φ1, κάτοικο .... Οι κατηγορίες που είχαν αποδοθεί στον Φ1 ήταν εκείνες της παράνομης θήρας και της παράνομης κατοχής κυνηγετικού όπλου. Η σχετική ποινική δίωξη είχε ασκηθεί κατά του Φ1 με βάση την από 6-12-1999 μήνυση του κατηγορουμένου που ήταν θηροφύλακας. Κατά την εξέτασή του, ως μηνυτή, στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου την 7-3-2001, ο κατηγορούμενος κατέθεσε, μεταξύ των άλλων: "Ο κατηγορούμενος... μου είπε ότι ήθελε να δοκιμάσει την καραμπίνα του. Δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι πήγαινε για κυνήγι... 'Ηταν στο αγρόκτημά του και μου είπε ότι ήθελε να το δοκιμάσει. Ο κατηγορούμενος μένει 500 μ. από εκεί. Δεν γνωρίζω ακριβώς αν λέγεται ... η .... Ο ίδιος μου είπε ότι είναι χαλασμένο το όπλο του". Μετά από αυτά, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου κήρυξε αθώο τον Φ1 για τις προαναφερόμενες πράξεις. Όμως, τα πιο πάνω αναφερόμενα (κατατεθέντα από τον κατηγορούμενο) δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αφού: α) Η περιοχή στην οποία ο κατηγορούμενος, ως θηροφύλακας, συνάντησε τον Φ1 απέχει από το αγρόκτημα και την οικία του τελευταίου 3.800 περίπου μέτρα, β) ο κατηγορούμενος γνώριζε, ως εκ της υπηρεσίας του, ότι η περιοχή αυτή λέγεται ..., αφού αναφέρει αυτό στη προαναφερόμενη μήνυσή του, γ) ο Φ1 όχι μόνο δεν είπε στον κατηγορούμενο ότι ήθελε να δοκιμάσει τη καραμπίνα του, αλλά όπως αναφέρει στη μήνυση του, μόλις είδε αυτόν (κατηγορούμενο) και το Θ1 (θηροφύλακα) του πρότεινε το όπλο και του είπε : "... φύγε, γιατί θα σου ρίξω, δεν σου δίνω το όπλο...",δ) ο Φ1 έδωσε την εντύπωση στον κατηγορούμενο ότι πήγαινε για κυνήγι ,αφού, στη προαναφερόμενη μήνυσή του, αναφέρει ότι ο Φ1 κυνηγούσε και ε) ο Φ1 όχι μόνο δεν είπε στον κατηγορούμενο ότι το όπλο του ήταν χαλασμένο και ότι ήθελε να το δοκιμάσει, αλλά όταν ο τελευταίος του το ζήτησε εκείνος (Φ1) του πρότεινε το όπλο και του είπε "...φύγε, γιατί θα σου ρίξω,", όπως προαναφέρθηκε, και μόνο όταν είδε και τον άλλο θηροφύλακα (Θ1) τους έδωσε το όπλο. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα (κατατεθέντα από αυτόν) δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, όπως από το περιεχόμενο της από 6-12-1999 μήνυσής του προκύπτει, Εν όψει αυτών το Δικαστήριο πρέπει να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο για ψευδορκία μάρτυρος". Μετά ταύτα εκήρυξεν ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στο .... στις ... ενώ εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας, ενώπιον Αρχής Αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα ενώ εξετάστηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Ναυπλίου, σε ποινική υπόθεση με κατηγορούμενο τον Φ1 κατέθεσε ψευδώς ότι "Ο κατηγορούμενος... μου είπε ότι ήθελε να δοκιμάσει την καραμπίνα του. Δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι πήγαινε για κυνήγι...Ήταν στο αγρόκτημά του και μου είπε ότι ήθελε να το δοκιμάσει. Ο κατηγορούμενος μένει 500 μ. από εκεί. Δεν γνωρίζω ακριβώς αν λέγεται...ή.... Ο ίδιος μου είπε ότι είναι χαλασμένο το όπλο του". Τα αληθινά όμως ήταν τα όσα αναφέρει στην από 6-12-99 μήνυση του σε βάρος του Φ1 και συγκεκριμένα ότι "Στις ... και περί ώρα 17.00 ευρεθείς εκ της υπηρεσίας μου στη θέση ...μαζί με τον Θηροφύλακα Θ1, ο Φ1, μόλις μας είδε μου πρότεινε το όπλο και μου είπε "φύγε γιατί θα σου ρίξω", "δεν σου δίνω το όπλο" που του είχα ζητήσει. Μόλις είδε και τον άλλο θηροφύλακα μας το έδωσε και κατασχέσαμε μία καραμπίνα μάρκας LUIGI FRANCHI με αριθμό ..., που έφερνε πέντε φυσίγγια αντί για τρία. Κατασχέσαμε πέντε (5) φυσίγγια Νο 8. Κυνηγούσε χωρίς άδεια θήρας και δεν μας επέδειξε άδεια κατοχής κυνηγετικού όπλου, όλα αυτά όμως ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ψεύδους τους".
Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 και 224 ΠΚ που εφήρμοσε, τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ'όψη του, χωρίς να εξαιρεί κανένα, ούτε από τα έγγραφα, ούτε από τις μαρτυρικές καταθέσεις και χωρίς να είναι απαραίτητο, για την αιτιολογία να εκθέτει, από ποίο συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο ειδικώς και ορισμένως, μάρτυρες ή έγγραφα, προέκυψε η ενοχή του κατηγορουμένου, τα πραγματικά γεγονότα τα οποία είναι ψευδή και δεν είναι κρίσεις ή γνώμες εκ του ότι κατέθεσεν ότι "δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι πήγαινε για κυνήγι", αφού αυτό συνδέεται ακριβώς με τα λοιπά κατατεθέντα πραγματικά περιστατικά ήτοι ότι "μου είπε ότι ήθελε να δοκιμάσει την καραμπίνα του" και "μου είπε ότι είναι χαλασμένο το όπλο του", εξού και του εδημιουργήθη η άνω άποψη, επίσης αναφέρει ποία τ'αληθή και πως ακριβώς εγνώριζεν αυτά.
Μετά ταύτα οι σχετικοί μόνοι λόγοι αναιρέσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 116/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή