Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2137 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Κ.Ο.Κ..




Περίληψη:
Παράβαση άρθρου 43 παρ. 2 α, β και 4 του ν. 2695/1999 (ΚΟΚ). Αίτημα αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 59 ΚΠΔ. Απόρριψη αιτήματος αυτού. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Ο μη προσδιορισμός αναγνωσθέντων εγγράφων συνιστά απόλυτη ακυρότητα. Αναίρεση απόφασης για το λόγο αυτό και παραπομπή υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε για νέα συζήτηση.




Αριθμός 2137/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δημητράτο, για αναίρεση της 165/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 24 Απριλίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 191/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθμ. έκθ. 7/29-12-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 165/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 και 474 ΚΠΔ). Μαζί με αυτή θα συνεκδικασθούν και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης τους οποίους προτείνει με το από 24-4-2009 ιδιαίτερο δικόγραφο που κατέθεσε στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 2 περ. α' και β' και 4 του ν. 2696/1999 ορίζεται ότι "Αν από το οδικό τροχαίο ατύχημα επήλθε θάνατος ή σωματική βλάβη, κάθε οδηγός ή άλλος που χρησιμοποιεί την οδό, ο οποίος ενεπλάκη με οποιονδήποτε τρόπο στο ατύχημα, υποχρεούται επιπλέον (των όσων ορίζει η παραγ. 1 του ίδιου άρθρου): α)Να δώσει την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση στους παθόντες, β)να ειδοποιήσει την πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή και να παραμείνει στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξη της, εκτός αν είναι αναγκαία. Αυτός που παραβαίνει τις διατάξεις της παραγράφου 2 περίπτωση α' και β' του άρθρου αυτού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών". Κατά το άρθρο 59 παρ. 1 του ΚΠΔ "όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προβλεπόμενη απ' αυτήν ως άνω αναβολή ή η αναστολή (όρος ταυτόσημος) της ποινικής δίκης γίνεται όταν στην δίκη αυτή υφίσταται προδικαστικό ποινικό ζήτημα. Τέτοιο δε νοείται εκείνο, από το οποίο εξαρτάται η κρίση και απόφαση του ποινικού δικαστή, εκείνο δηλαδή, χωρίς την προηγούμενη λύση του οποίου, δεν είναι δυνατό να προχωρήσει ο δικαστής στην επί της κατηγορίας απόφασή του. Εξάλλου κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο και ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Α' τον ίδιο Κώδικα, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης σε ίσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος (ως είναι και αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 59 του ΚΠΔ). Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η απόλυτη ακυρότητα που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠΔ προϋποθέτει τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υποχρεωτική αναστολή της ποινικής δίωξης και όχι την αναβολή της δίκης και επομένως η παραβίαση των τελευταίων δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης.
Συνεπώς ο από το τελευταίο τούτο αντίθετος δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης και ταυτάριθμος των πρόσθετων λόγων για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω μη αναβολής της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το ότι εξηρτάτο από άλλη εταιρική δίκη με κατηγορούμενο τον αναιρεσείοντα από το ίδιο τροχαίο ατύχημα που αφορά την κατηγορία του της δευτεροβάθμιας δίκης, για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης από αμέλεια (επικαλούμενος άμα ότι εκδόθηκε ήδη η υπ' αριθμ. 347/9-3-2009 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς εφετείου Ναυπλίου), τυγχάνει απαράδεκτος (αφού δεν εμπίπτει σε κάποιες από τις οριζόμενες από το νόμο (άρθρο 59 παρ. 2 ΚΠΔ) περιπτώσεις της υποχρεωτικής αναστολής) και απορριπτέος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσει αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 165/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 9/2/2001 και περί ώρα 05.00 ο ΑΑ οδηγώντας του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και ο νυν κατηγορούμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, έβαιναν στην Ε.Ο ...-..., η οποία είναι ευθεία σε μήκος 2,5 χ/μ με κατεύθυνση προς ... . Φτάνοντας στο μέσο περίπου της ευθείας ο κατηγορούμενος επιχείρησε να προσπεράσει εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας το αυτοκίνητο του ΑΑ. Καθώς όμως εκινείτο παράλληλα με αυτό, μείωσε την ταχύτητα που είχε αναπτύξει, με αποτέλεσμα τα δύο αυτοκίνητα να ακολουθήσουν παράλληλη πορεία για δευτερόλεπτα διανύοντας εκατό περίπου μέτρα. Με την ενέργειά του αυτή, ο κατηγορούμενος ήθελε να προκαλέσει τον πρώτο οδηγό να πραγματοποιήσουν αυτοσχέδιο αγώνα, καθόσον, καίτοι είχε τη δυνατότητα να προσπεράσει ακωλύτως και με ασφάλεια το αυτοκίνητο του τελευταίου, προτίμησε να κινηθεί παράλληλα με αυτό, παραμένοντας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, μέχρι τελικά να πραγματοποιήσει την υπέρβαση και να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας του. Ο πρώτος οδηγός, διαπιστώνοντας την ενέργεια αυτή του κατηγορουμένου, επιτάχυνε το αυτοκίνητό του αναπτύσσοντας υπερβολική ταχύτητα λαμβάνοντας υπόψιν ότι ήταν νύκτα, επικρατούσε σκοτάδι, διότι ο τεχνητός φωτισμός ήταν σβηστός, και διερχόντουσαν από κατοικημένη περιοχή στην οποία το όριο ταχύτητας ήταν 50 χλμ/ώρα, και τελικά κατάφερε και τον προσπέρασε, πλησιάζοντας, όμως, προς το τέλος της ευθείας. Επειδή, όμως, τα δύο αυτοκίνητα είχαν παραπλήσιες επιδόσεις (Citroen του πρώτου οδηγού, Alfa Romeo του κατηγορουμένου), ο πρώτος οδηγός, ευρισκόμενος προφανώς και σε κατάσταση ευθυμίας λόγω του ότι οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,80 γρ. ανά λίτρο, συνέχισε να αναπτύσσει ταχύτητα, έτσι ώστε να απομακρυνθεί από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, το οποίο τον ακολουθούσε από κοντινή απόσταση και που στόχευε στην προσπέραση αυτού, και να είναι αυτός ο τελικός νικητής του αυτοσχέδιου αγώνα. Αποτέλεσμα ήταν τα δύο αυτοκίνητα να εισέλθουν με ταχύτητα που υπερέβαινε κατά πολύ το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας (50 χλμ/ώρα) σε αριστερή ως προς την πορεία του στροφή και έτσι το αυτοκίνητο του πρώτου οδηγού να εκτραπεί της ανωτέρω επαρχιακής οδού δεξιά σε σχέση με την πορεία του και να προσκρούσει σε διαμέρισμα πολυκατοικίας, με αποτέλεσμα αφενός μεν τον θανάσιμο τραυματισμό του συνεπιβαίνοντος ΒΒ, αφετέρου δε τον τραυματισμό του ιδίου (ΑΑ). Η παραπάνω δε οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα η συμμετοχή του στον αυτοσχέδιο οδικό αγώνα, συνιστά εμπλοκή του στο επίδικο τροχαίο ατύχημα, δεδομένου ότι προκάλεσε την προπεριγραφόμενη επικίνδυνη οδική συμπεριφορά του οδηγού του πρώτου οχήματος (λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών που επικρατούσαν), συνεπεία της οποίας ο τελευταίος απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και προσέκρουσε σε παρακείμενη οικία, προκαλώντας τον τραυματισμό του συνεπιβαίνοντος ΒΒ. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του γεγονότος εάν η εν λόγω οδική συμπεριφορά του συνιστά προσθέτως το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, πληρουμένων των προϋποθέσεων που ο νόμος θέτει για την πλήρωση της ειδικής υπόστασης του εν λόγω αδικήματος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, εισερχόμενος στην παραπάνω στροφή και αντιλαμβανόμενος την αμέσως προηγηθείσα πρόσκρουση του προπορευομένου οχήματος και ακινητοποίησή του στο εν λόγω σημείο, δεν στάθμευσε το αυτοκίνητό του προκειμένου να δώσει την αναγκαία βοήθεια στους επιβαίνοντες στο αυτοκίνητο, ούτε ειδοποίησε την πλησιέστερη αστυνομική αρχή παραμένοντας στον τόπο ατυχήματος μέχρι την άφιξή της, όπως ήταν υποχρεωμένος κατ' άρθρο 43 παρ. 2 του ν. 2696/1999, αλλά συνέχισε κανονικά την πορεία του. Έπραξε δε τα παραπάνω, καίτοι, λόγω της μεγάλης σφοδρότητας της πρόσκρουσης, των εκτεταμένων ζημιών και παραμόρφωσης του αυτοκινήτου στο εμπρόσθιο τμήμα αυτού και του γεγονότος ότι οι επιβαίνοντες δεν είχαν εξέλθει απ' αυτό, αντιλήφθηκε ότι ο οδηγός και συνοδηγός (με βάση τα σημεία της σύγκρουσης) είχαν υποστεί τραυματισμό, ανεξαρτήτως του ότι δεν εγνώριζε το είδος και την σοβαρότητα των τραυμάτων τους. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος συνομολογεί ότι είδε το τρακαρισμένο αυτοκίνητο, το οποίο είχε προσπαθήσει να προσπεράσει σε προγενέστερο χρονικό σημείο, και ότι αντιλήφθηκε τη μεγάλη σφοδρότητα της σύγκρουσης. Τα όσα δε αυτός απολογούμενος ισχυρίζεται, περί μη δυνατότητας ασφαλούς στάθμευσης του αυτοκινήτου του στο σημείο της σύγκρουσης ενόψει της υφισταμένης στροφής, δεν αναιρούν την ευθύνη του, δεδομένου ότι μπορούσε να είχε σταθμεύσει στο αμέσως επόμενο ασφαλές κατά την κρίση του σημείο και να επιστρέψει στο σημείο της σύγκρουσης πεζός, προκειμένου να προβεί στις ενδεδειγμένες εκ του νόμου ενέργειες. Πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Περίπτωση αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ δεν συντρέχει, καθόσον ουδέν σχετικό προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, μόνον δε το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για την παροχή του ελαφρυντικού αυτού. Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, μετά τις προαναφερόμενες παραδοχές του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της παράβασης του άρθρου 43 παρ. 2 περ. α και β και 4 του ν. 2696/1999 και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 43 παρ. 2 περ. α και β και 4 του ν. 2696/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη από το δικαστήριο της ουσίας υπόψη, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του από το πιο πάνω άρθρο 358 του ΚΠΔ απορρέοντος δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στ πρακτικά του δικαστηρίου το περιεχόμενο των εγγράφων, που έχουν αναγνωσθεί, πλην όμως είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζονται τα έγγραφα, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα των εγγράφων, που αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη και να προκύπτει σε ποια έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, γιατί διαφορετικά παραβιάζονται οι πιο πάνω διατάξεις, που επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του αναιρεσείοντος για την πράξη της παράβασης του άρθρου 43 παρ. 2 περ. α και β και 4 του ΚΟΚ, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη του αμέσως και κυρίως και όχι ιστορικά και συνεκτίμησε, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα και "τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο" (βλ. αρχή σκεπτικού προσβαλλομένης αποφάσεως). Μεταξύ αυτών ήταν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της ίδιας απόφασης, και τα αναφερόμενα με τους αριθμούς 4 και 5 έγγραφα και ειδικότερα με τον αριθμό 4 "υπόμνημα" και με τον αριθμό 5 "έντεκα (11) εκθέσεις εξέτασης μαρτύρων". Όμως, τόσο από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όσο και από τα πρακτικά της, δεν προκύπτει ποιο συγκεκριμένα ήταν το υπόμνημα και ποιες ήταν οι έντεκα εκθέσεις εξέτασης μαρτύρων, που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο της ουσίας, μαζί με τα άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα, για να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο, διότι δεν αναφέρεται ούτε το πρόσωπο που υπέβαλε το υπόμνημα ούτε η ημερομηνία αυτού, ούτε ο χρόνος και ο τύπος, ούτε η αρχή ενώπιον της οποίας έγιναν οι εξετάσεις των μαρτύρων και τέλος και κυρίως δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των εξετασθέντων μαρτύρων. Έτσι, δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα, γιατί ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στερήθηκε το δικαίωμά του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με όσα αναγράφονται στα παραπάνω έγγραφα. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 1 εδ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, να γίνουν δεκτοί οι ταυτόσημοι πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης και δεύτερος πρόσθετος λόγος, ως βάσιμοι, να αναιρεθεί εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 165/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή