Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 732 / 2012    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ερημοδικία αναιρεσείοντος.




Περίληψη:
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος.




ΑΡΙΘΜΟΣ 732/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα (κωλυομ-ένου του Αρεοπαγίτη Νικόλαου Κωνσταντόπουλου), σύμφωνα με τις υπ' αριθμό 16/2011 και 20/2011 αποφάσεις της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. Φ. του Ε. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Λάσση περί ανακλήσεως της 1473/2011 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουλούρη.

Ο ’ρειος Πάγος, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την ανάκληση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή της ανάκλησης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 95/12.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση ανάκλησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το δικαστήριο όταν δημοσιευθεί η οριστική απόφασή του, που περατώνει την ποινική δίκη (άρθρο 370 Κ.Ποιν.Δ.), εξαντλεί την δικαιοδοσία του και δεν μπορεί να επανέλθει σε αυτήν. Ειδικότερα, όταν ο ’ρειος Πάγος, δέχθηκε καθ' ολοκληρία την αναίρεση κατά αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου μετά από παραδοχή κάποιου λόγου και παρέπεμψε την υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο δεν μπορεί να επιληφθεί και πάλι για την ίδια υπόθεση και να ερευνήσει είτε τον εξέτασε είτε όχι προβληθεντα λόγο αναιρέσεως είτε λόγο από αυτούς για τους οποίους κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. απορρίπτεται ως απαράδεκτο ένδικο μέσο, όπως η εκπρόθεσμη άσκησή του και οι οποίοι δεν συνιστούν τους από το άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα περιοριστικώς προβλεπομένους. Έτσι η επάνοδος του Αρείου Πάγου μετά την έκδοση της αποφάσεώς του με την οποία δέχθηκε αίτηση αναιρέσεως δεν προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.(όπως εκείνη του άρθρου 514 αυτού κατά την οποία δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της αυτής αποφάσεως), αλλά θεσπίζεται η αρχή της απαγορεύσεως της επανειλημμένης προσφυγής στο δικαστήριο για την ίδια υπόθεση. Η θεσπιζομένη απαγόρευση εξειδικεύεται εκτός από το απαράδεκτο της εκ νέου ασκήσεως του αυτού ενδίκου μέσου με την περιορισμένως επιτρεπόμενη διόρθωση η συμπλήρωση της δικαστικής αποφάσεως από το δικαστήριο που εξέδωσε, η οποία στο πεδίο του ποινικού δικονομικού δικαίου δεν είναι δυνατό κατά το άρθρο 145 Κ.Ποιν.Δ. να οδηγεί σε αλλοίωση του είδους της αποφάσεως που απαγγέλθηκε. Κατ' εξαίρεση της ανωτέρω απαγορεύσεως μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις ειδικά όπως σε εκείνη κατά την οποία το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου από παραδρομή απέρριψε αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη και σε εκείνη κατά την οποία από παραδρομή, μετ' απόρριψη των λοιπών παρέλειψε να εξετάσει λόγο αναιρέσεως που παραδεκτώς προτάθηκε μπορεί, ως εκ της αυτοτέλειας καθενός αναιρετικού λόγου που διατυπώνεται στο ίδιο δικόγραφο, να επανέλθει ο ’ρειος Πάγος στην εξέτασή του χωρίς τούτο να αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 145 παρ. 1, 370, 516, 522 και 548 Κ.Ποιν.Δ., διότι για τον λόγο που δεν εξετάσθηκε δεν υπάρχει απόφαση. Δεν συντρέχει όμως η ως άνω εξαίρεση και δεν επιτρέπεται η εκ μέρους διαδίκου που συμμετείχε στην δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως υποβολή αιτήσεως για ανάκληση της αποφάσεως του Αρείου Πάγου που δέχθηκε μετά από εξέταση των παραδεκτώς προσθέντων λόγων την αίτηση αναιρέσεως και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κατ' ουσία κρίση στο αρμόδιο δικαστήριο ακόμη και αν ο διάδικος αυτός είχε με το υποβληθέν υπόμνημα στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επισημαίνει την ύπαρξη λόγου απαραδέκτου της ασκηθείσης αιτήσεως αναιρέσεως και είχε ζητήσει την έρευνά του. Επί των λόγων που σχετίζονται με το απαράδεκτο της αιτήσεως αναιρέσεως είτε προτάθηκαν είτε όχι και είτε λήφθηκαν υπόψη από τον ’ρειο Πάγο είτε από παραδρομή δεν έγιναν δεκτοί μια απόφαση εκδίδεται για το παραδεκτό της αναιρέσεως του ενδίκου μέσου και δεν έχει δικαιοδοσία ο ’ρειος Πάγος που ερευνά εκ νέου της υποθέσεως ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως μετά την απόφασή του με την οποία δέχθηκε την αίτηση αναιρέσεως και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο για να συζητηθεί εκ νέου. Πρόκειται δε για οριστική απόφαση αυτή με την οποία περατώθηκε κατά τον ως άνω τρόπο η δίκη στο Ακυρωτικό Δικαστήριο και όχι για προπαρασκευαστική που μπορεί να ανακαλείται πάντοτε κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 548 Κ.Ποιν.Δ. . Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα με την κρινόμενη από 14/12/2011 αίτησή της ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, επιδιώκει την ανάκληση της υπ' αριθμό 1473/2011 αποφάσεως του παρόντος ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου ισχυριζόμενη ότι εσφαλμένως έγινε δεκτή με αυτήν η από 28/2/2011 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθμό 9535/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων), ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της και δεν εξέτασε ακόμη το Δικαστήριο που εξέδωσε την ανωτέρω απόφαση τους λοιπούς λόγους που ανέφερε η ήδη αιτούσα στο κατατεθέν από 23.9.2011 υπόμνημά της επί της συζητηθείσης ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως. Ειδικότερα κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσας η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου κατά της αθωωτικής για την ίδια ανωτέρω αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε με αναφορά στη διάταξη του άρθρου 479 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. όπως αρχικώς ίσχυε με συνέπεια να είναι εκπρόθεσμη η αίτηση αναιρέσεως ως ασκηθείσα μετά την πάροδο 30 ημερών από της καταχωρήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως στο Ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. που τηρείται στη γραμματεία του Εφετείου που την εξέδωσε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 24 παρ. 3 του ν. 3904/2010, το οποίο εφάρμοσε το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση της οποίας ζητείται η ανάκληση με συνέπεια κατά τα όσα περαιτέρω η αιτούσα ισχυρίζεται να καταστεί χειρότερη η θέση της ως κατηγορουμένης, αφού δέχθηκε ο ’ρειος Πάγος με την 1473/2011 απόφαση ότι ασκήθηκε εμπρόθεσμα η αίτηση αναιρέσεως από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της ως άνω αθωωτικής 9535/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου περαιτέρω με την ως άνω απόφασή του της οποίας ζητείται η ανάκληση ερεύνησε τον προβληθέντα με την αίτηση αναιρέσεως λόγο για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και αφού τον έκρινε βάσιμο αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Τριμελές Εφετείο Αθηνών-Πλημμελημάτων. Με βάση όμως τα παραπάνω αναφερόμενα, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη και η αιτούσα ως διάδικος στην αναιρετική δίκη δεν δικαιούται να ζητήσει την επανεξέταση του εκπροθέσμου ή μη της από 28-2-2011 αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αφού ήδη το δικαστήριο του Αρείου Πάγου επελήφθη της εκδικάσεως της εν λόγω αιτήσεως, την οποία μάλιστα αφού έκρινε ότι παραδεκτώς ασκήθηκε εντός προθεσμίας του άρθρου 479 α Κ.Ποιν.Δ. όπως ίσχυε κατά το χρόνο που επιχειρήθηκε η συγκεκριμένη διαδικαστική πράξη έκανε δεκτή κατά τα προαναφερθέντα καθ' ολοκληρία. Έτσι ο ’ρειος Πάγος εξάντλησε την δικαιοδοσία του και δεν μπορεί να επανέλθει και να επανακρίνει την ίδια υπόθεση δοθέντος και του ότι για το παραδεκτό ή όχι του ενδίκου τούτου μέσου, μια απόφαση εκδίδεται και οι δικαιολογούντες την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου λόγοι δεν έχουν την αυτοτέλεια των αναιρετικών λόγων και δεν απαιτείται χωριστή απόφαση για τον καθένα από αυτούς, όπως εάν επρόκειτο για παράλειψη από παραδρομή της εξετάσεως παραδεκτώς προταθέντος λόγου αναιρέσεως οπότε θα ήταν δυνατή η εξέτασή του, κατά τα προεκτεθέντα. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως απαράδεκτη κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. και να επιβληθούν στην αιτούσα τα δικαστικά έξοδα, ενώ ως προς την παραστάσα πολιτικώς ενάγουσα παρατηρείται ότι στη δίκη στον ’ρειο Πάγο όπως η προκείμενη εξ αφορμής αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας ο πολιτικώς ενάγων παρίσταται μόνον προς υποστήριξη της κατηγορίας και δεν κρίνεται η απαίτησή του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.12.2011 αίτηση της Ε. Φ. του Ε. για ανάκληση της υπ' αριθμό 1473/2011 αποφάσεως του Αρείου Πάγου με την οποία έγινε δεκτή η υπ' αριθμό εκθέσεως 8/2011 από 28/2/2011 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προκειμένου να επανέλθει στην επανεξέταση του παραδεκτού αυτής.
Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή