Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 88 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Πλαστογραφία.




Περίληψη:
Πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατ’ εξακολούθηση. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης για μη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την ενοχή και τις ελαφρυντικές περιστάσεις. Οι τελευταίοι προβλήθηκαν αορίστως δίχως την επίκληση πραγματικών περιστατικών.




Αριθμός 88/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Πιτσινή, περί αναιρέσεως της 1669-1670/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5.6.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1090/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω (υπερχειλής δόλος), σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πάτρας, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει (ανώμοτη κατάθεση πολιτικώς ενάγοντος, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Εφετείο, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, έγγραφα, την απολογία του πρώτου των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία), αποδείχθηκαν τα εξής: Ο εγκαλών Ψ είναι αδελφός της δεύτερης κατηγορουμένης, η οποία είχε παντρευτεί τον πρώτο κατηγορούμενο, από τον οποίο ήδη έχει πάρει διαζύγιο. Κατά το χρονικό διάστημα που οι κατηγορούμενοι ήταν σύζυγοι, η δεύτερη κατηγορουμένη, εξ αιτίας οικονομικών προβλημάτων αποφάσισε να πάρει δάνεια από διάφορα πιστωτικά ιδρύματα. Έτσι αυτή κατάρτισε: 1) ένα εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2001, συμπληρώνοντας ένα σχετικό έντυπο που χρησιμοποιεί η Δ.Ο.Υ. και φέρεται ότι κατατέθηκε στην Γ' Δ.Ο.Υ. Πατρών με τα στοιχεία του εγκαλούντος, εν αγνοία του τελευταίου και χωρίς τη συναίνεσή του, 2) μία υπεύθυνη δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9), συμπληρώνοντας ένα σχετικό έντυπο που χρησιμοποιεί η Δ.Ο.Υ. και φέρεται ότι κατατέθηκε στην Γ' Δ.Ο.Υ. Πατρών, με τα στοιχεία του εγκαλούντος, εν αγνοία του τελευταίου και χωρίς τη συναίνεσή του και 3) μία βεβαίωση αποδοχών, με την οποία ο εγκαλών φέρεται ότι απασχολήθηκε το 2000 ως οδηγός από την επιχείρηση με την επωνυμία "ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΕΙΣ ΡΟΔΕΑ", εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεσή του. Στη συνέχεία, έχοντας αυτή στην κατοχή της μία βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας του εγκαλούντος, παρουσιάστηκε με γνωστό της άτομο στις 23-7-2001 στο κεντρικό κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στην ..... και επιδεικνύοντας την παραπάνω βεβαίωση παρέστησε στον αρμόδιο υπάλληλο της παραπάνω τράπεζας ότι το παραπάνω γνωστό της άτομο είναι ο εγκαλών και ονομάζεται Ψ. Αυτή συμπλήρωσε την από 23-7-2001 αίτηση για χορήγηση TELEBANK GREDIT, το παράρτημα της από 8.3.2001 σύμβασης χορήγησης TELEBANK CREDIT, καθώς και τη σχετική υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986 προς την Εμπορική Τράπεζα περί μη οφειλών του δανειολήπτη με τα στοιχεία του εγκαλούντος και έθεσε εν αγνοία του παραπάνω εγκαλούντος και χωρίς τη συναίνεσή του την υπογραφή του στα παραπάνω έγραφα, ώστε να προκύπτει ότι αυτός είναι ο αιτών τη χρηματοδότηση από την τράπεζα και έτσι πέτυχε την έγκριση από την παραπάνω τράπεζα ποσού 1.000.000 δρχ. ή 2.934,70 ευρώ, με τη χρήση όλων των παραπάνω εγγράφων. Επίσης η δεύτερη κατηγορουμένη στις 27-7-2001, έχοντας στην κατοχή της μία βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας του εγκαλούντος Ψ, παρουσιάστηκε με ένα γνωστό της άτομο στο κατάστημα της EUROBANK ERGASIAS επί της οδού ..... στην ..... και επιδεικνύοντας την παραπάνω βεβαίωση παρέστησε ψευδώς στον αρμόδιο υπάλληλο της παραπάνω τράπεζας ότι το παραπάνω γνωστό της άτομο είναι ο εγκαλών και ονομάζεται Ψ. Αυτή συμπλήρωσε την από 27-7-2001 αίτηση για χορήγηση ανοικτού δανείου με τα στοιχεία του εγκαλούντος και έθεσε εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεσή του την υπογραφή του στην παραπάνω αίτηση, ώστε να προκύπτει ότι αυτός είναι ο αιτών και έτσι πέτυχε την έγκριση δανείου από την παραπάνω τράπεζα με τη χρήση όλων των παραπάνω εγγράφων. Επίσης η δεύτερη κατηγορουμένη στις 23-8-2001, έχοντας στην κατοχή της μία βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας του εγκαλούντος, παρουσιάστηκε με ένα γνωστό της άτομο στον αρμόδιο υπάλληλο του υπ' αριθμ. ..... καταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στην ..... και επιδεικνύοντας την παραπάνω βεβαίωση παρέστησε ψευδώς σ' αυτόν ότι το παραπάνω γνωστό της άτομο είναι ο εγκαλών και ονομάζεται Ψ. Αυτή συμπλήρωσε την από 23-8-2001 αίτηση για χορήγηση δανείου, τη σχετική υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986 προς την παραπάνω τράπεζα, περί μη οφειλών του δανειολήπτη, την από 28-8-2001 σύμβαση δανείου και την από 28-8-2001 πρόσθετη πράξη σύμβασης δανείου με τα στοιχεία του εγκαλούντος και έθεσε εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεσή του την υπογραφή του στην παραπάνω αίτηση δανείου, ώστε να προκύπτει ότι αυτός είναι ο αιτών και έτσι πέτυχε την έγκριση δανείου ποσού 1.000.000 δρχ. από την παραπάνω τράπεζα, με τη χρήση όλων των παραπάνω εγγράφων. Τέλος, η κατηγορουμένη στις 25-10-2001 και στις 13-11-2001, έχοντας στην κατοχή της μια βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας του εγκαλούντος Ψ, παρουσιάστηκε με ένα γνωστό της άτομο στο κατάστημα της τράπεζας Πειραιώς στην ..... και επιδεικνύοντας την παραπάνω βεβαίωση στον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας παρέστησε ψευδώς ότι το παραπάνω γνωστό της άτομο είναι ο εγκαλών και ονομάζεται Ψ. Αυτή συμπλήρωσε τα από 25-10-2001 και 13-11-2001 ιδιωτικά συμφωνητικά πώλησης κινητών με πίστωση του τιμήματος, παρακράτηση κυριότητας και εκχώρησης απαιτήσεων με τα στοιχεία του εγκαλούντος και έθεσε εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεσή του, την υπογραφή του στα παραπάνω ιδιωτικά συμφωνητικά, ώστε να προκύπτει ότι αυτός είναι ο αιτών τη χρηματοδότηση και έτσι πέτυχε την έγκριση της χρηματοδότησης στο όνομα του εγκαλούντος, συνολικού ποσού 2.146,66 ευρώ, με τη χρήση όλων των παραπάνω εγγράφων. Επομένως, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, χωρίς να της αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84§2β του ΠΚ, διότι αυτή δεν ωθήθηκε στην πράξη της από αίτια μη ταπεινά, αφού η πράξη της αυτή μαρτυρεί διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία αυτής, αλλά και του άρθρου 84§2ε του ΠΚ, διότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτή συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη της, αφού από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. 170/2006 κατηγορητήριο προκύπτει ότι αυτή κατηγορείται για τέλεση των ίδιων εγκλημάτων τον Φεβρουάριο του έτους 2002 και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός της. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη της πράξεως της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση και της επέβαλε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Πατρών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2 και 216 παρ. 2, 1 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο, καθώς και τον εγκληματικό σκοπό (υπερχειλή δόλο) της κατηγορουμένης, με την έκθεση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, των περιστατικών εκείνων, από τα οποία προκύπτει η γνώση της, με την έννοια της βεβαιότητας(επίγνωσης-πλήρους γνώσης), για την πλαστότητα των ανωτέρω εγγράφων, τα οποία η ίδια συμπλήρωσε χωρίς την προηγούμενη εντολή ή συναίνεση του εγκαλούντος, όπως επίσης αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία υπέβαλε στη συνέχεια, τα σχετικά πλαστά έγγραφα, όπως παραπάνω αναφέρεται στις αντίστοιχες τράπεζες, προκειμένου να λάβει, λόγω δανείου, τα ανωτέρω χρηματικά ποσά.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ·' του Κ.Ποιν.Δ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτόν πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η, περί την εκτίμηση των ως άνω αποδείξεων, περί τα πράγματα αναιρετικός ανέλεγκτη κρίση, είναι απαράδεκτος.
Το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα αιτήματα προς αναγνώριση των από το άρθρο 84 & 2 ΠΚ ελαφρυντικών περιστάσεων, που προτείνονται, κατ' άρθρα 170 & 2 και 333 & 2 του ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με επίκληση των θεμελιούντων τούτους πραγματικών περιστατικών. Επομένως, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 & 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ (κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αναίρεσης) λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το εκδώσαν την πληττόμενη απόφαση δικαστήριο, με ανεπαρκή και μη νόμιμη αιτιολογία, απέρριψε τους ισχυρισμούς για την αναγνώριση ελαφρυντικών από το άρθρο 84 & 2 εδ. β' και ε' ΠΚ διότι, από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση, προκύπτει ότι η συνήγορος της αναιρεσείουσας ζήτησε αορίστως την αναγνώριση των παραπάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, απλώς επικαλούμενη τις διατάξεις που τις προβλέπουν, χωρίς να επικαλεστεί και τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν και το δικαστήριο, παρότι δεν είχε υποχρέωση, απάντησε στους σχετικούς ισχυρισμούς, απορρίπτοντας αυτούς με την ως άνω αιτιολογία. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος, παραδεκτός, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμό 25/2008 από 5-6-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 1669-1670/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή