Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1565 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Κλοπή.




Περίληψη:
Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας (αντιγραφή σκεπτικού) και μη απάντηση σε ισχυρισμό (ότι το φερόμενο ως κλαπέν το είχε αγοράσει). Απόρριψη λόγων αναίρεσης.





Αριθμός 1565/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη-Εισηγητή, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης (κωλυομένου του Κωνσταντίνου Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ορισθέντα με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή, Νικόλαο Ζαΐρη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Φέστα, περί αναιρέσεως της 2171/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 880/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ.1 ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Και μόνο όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία, στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό είναι ελλιπής. Επίσης επιβαλλόμενη κατά τα πιο πάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ Β. του ίδιου Κώδικα. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2171/2007 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος κατά τον στο διατακτικό τόπο και χρόνο, αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένο, ολικά, κινητό πράγμα, αποσκοπώντας στην παράνομη ιδιοποίηση αυτού. Συγκεκριμένα, αφαίρεσε από οικόπεδο μισθωμένο από τον Γ1, μία καρότσα φορτηγού αυτ/του αξίας 2.000.000 δραχμών περίπου, ιδιοκτησίας ......, την οποία ο τελευταίος είχε εναποθέσει στο εν λόγω οικόπεδο προς φύλαξη. Στην παραπάνω πράξη του ο κατ/νος προέβη με σκοπό να παράνομης ιδιοποίησης του κινητού αυτού πράγματος [καρότσα του φορτηγού αυτ/του), Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα στο διατακτικό". Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο κλοπής, (26 παρ.1α, 27, 272 παρ.1α ΠΚ). Για τη τέλεση της πράξεως αυτής, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφασή του ποινή φυλάκισης οκτώ [8] μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 5,00 ευρώ για την κάθε μέρα φυλάκισης. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση με το πιο πάνω σκεπτικό, όπως αυτό συμπληρώνεται και από το διατακτικό, με σαφήνεια αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της κλοπής. Οι προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση "δεν υφίσταται καμία απολύτως αιτιολογία σε σχέση με τα αναγκαία προαναφερόμενα στοιχεία και το "αιτιολογικό" της απόφασης ταυτίζεται πλήρως με το διατακτικό αυτής", είναι απορριπτέες προεχόντως, ως απαραδέκτως προβαλλόμενες, λόγω της αοριστίας τους, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας, σε σχέση με τις κρίσιμες, έστω με την κατ' αντιγραφή του διατακτικού, παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε ποία κεφάλαια αυτής ανάγονται, ποία πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν. Ανεξαρτήτως αυτού, οι εν λόγω αιτιάσεις είναι και αβάσιμες, διότι, ναι μεν το σκεπτικό επαναλάμβανει κατά σημαντικό μέρος το διατακτικό, πλην όμως το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Οι περαιτέρω αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, κατά τις οποίες στο αδίκημα, της κλοπής πρέπει να υφίσταται γνώση του δράστη ότι αφαιρεί με πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης κινητό πράγμα το οποίο είναι ξένο και στην προκειμένη περίπτωση "από τα πρακτικά της δίκης και από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Γ1 αλλά και την δική μου απολογία προέκυψε και προέβαλα ισχυρισμό ότι το πράγμα το οποίο φέρομαι ότι αφαίρεσα παράνομα κλπ [καρότσα φορτηγού αυτοκινήτου], το πούλησε ο Γ1 και εγώ το αγόρασα" και για τους ισχυρισμούς αυτούς "η προσβαλλόμενη απόφαση καμία απολύτως αναφορά δεν κάνει και η έλλειψη αυτή αποτελεί έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας", είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος προέβαλε οποιονδήποτε αυτοτελή ισχυρισμό. Απλώς κατά την απολογία του αυτός αρνήθηκε την κατηγορία, υποστηρίζοντας ότι δεν έκλεψε τίποτε. Οι αναφερόμενοι στην αίτηση ισχυρισμοί ότι την καρότσα του φορτηγού για την κλοπή της οποίας καταδικάστηκε, την είχε αγοράσει από τον Γ1, ο οποίος του την είχε πουλήσει ως δική του, ανεξαρτήτως του ότι δεν προβληθήκαν στο Δικαστήριο της ουσίας, κατά τρόπο σαφή από τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, δεν αποτελούν αυτοτελείς, αλλά αρνητικούς της κατηγορίας, ισχυρισμούς, στους οποίους το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει με ειδική αιτιολογία. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 Δ (αλλά και Β, όπως εκτιμάται) του ΚΠΔ, δύο λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και για σχετική εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι δεν παρατίθενται περιστατικά που να αιτιολογούν ότι η κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων τέλεσε το αδίκημα της κλοπής και για έλλειψη αιτιολογίας (αλλά και ακροάσεως), διότι δεν απάντησε το Δικαστήριο στον προβληθέντα πιο πάνω ισχυρισμό του, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τα λοιπά οι αναφερόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 204/3-5- 2007 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως κατά της 2171/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ