Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 4 / 2010    (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Διατάραξη ασφάλειας υδάτινων συγκοινωνιών.




Περίληψη:
Μεταξύ των εγκλημάτων της διατάραξης της ασφάλειας των υδάτινων συγκοινωνιών από την οποία επήλθε θάνατος και των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από αμέλεια, υπάρχει φαινομένη και όχι αληθινή συρροή, μόνον όμως εφόσον η αμελής συμπεριφορά εκ της οποίας προκλήθηκαν οι ανθρωποκτονίες και οι σωματικές βλάβες, εμπεριέχεται στη συμπεριφορά που προκάλεσε τη διατάραξη των συγκοινωνιών, πράγμα που είναι ουσιαστικό και κρίνεται εκάστοτε, το δε Εφετείο που έκρινε αντίθετα και δέχθηκε γενικά αληθινή συρροή των εγκλημάτων αυτών, παραβίασε το νόμο, ενώ κατά τη μειοψηφία δέκα έξι μελών, ορθά έκρινε το Εφετείο.




Αριθμός 4/2010



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ



Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ηλία Γιαννακάκη, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Δημήτριο Πατινίδη και Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπροέδρους, Αιμιλία Λίτινα, Ιωάννης Ιωαννίδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Χαράλαμπο Δημάδη, Βασίλειο Λυκούδη, Ιωάννη Σίδερη, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ελένη Σπίτσα, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Δημήτριο Τίγγα, Νικόλαο Μπιχάκη, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου X, κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Ανδρουλάκη και Ιωάννη Ηρειώτη, περί αναιρέσεως της 349/2006, 183, 185, 242/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, κάτοικο ..., 2. Ψ2, κάτοικο ..., 3. Ψ3, κάτοικο ..., 4. Ψ4, κάτοικο ..., 5. Ψ5, κάτοικο ..., 6. Ψ6, κάτοικο ..., 7. Ψ7, κάτοικο ..., 8. Ψ8, κάτοικο ..., 9. Ψ9, ατομικά και ως κληρονόμο της μητέρας του ..., κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 10. Ψ10, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσακαλία, 11. Ψ11, κάτοικο ..., 12. Ψ12, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 13. Ψ13, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσακαλία, 14. Ψ14, κάτοικο ..., 15. Ψ15, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 16. Ψ16, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσακαλία, 17. Ψ17, κάτοικο ..., 18. Ψ18, κάτοικο ..., 19. Ψ19, κάτοικο ..., 20. Ψ20, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 21. Ψ21, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσακαλία, 22. Ψ22, κάτοικο ..., 23. Ψ23, κάτοικο ..., 24. Ψ24, κάτοικο ..., 25. Ψ25, κάτοικο ..., 26. Ψ26, κάτοικο ..., 27. Ψ27, 28. Ψ28, 29. Ψ29, κάτοικοι ..., 30. Ψ30, κάτοικο ..., 31. Ψ31, κάτοικο ..., 32. Ψ32, κάτοικο ..., 33. Ψ33, κάτοικο ..., 34. Ψ34, κάτοικο ..., 35. Ψ35, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 36. Ψ36, κάτοικο ..., 37. Ψ37, που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσακαλία, 38. Ψ38, κάτοικο ..., 39. Ψ39, κάτοικο ..., 40. Ψ40, κάτοικο ..., 41. Ψ41, κάτοικο ..., 42. Ψ42, κάτοικο ..., 43. Ψ43, κάτοικο ..., 44. Ψ44, κάτοικο ..., 45. Ψ45, κάτοικο ..., 46.Ψ46, κάτοικο ..., 47. Ψ47, κάτοικο ..., 48. Ψ48, κάτοικο ..., 49. Ψ49, κάτοικο ..., 50. Ψ50, κάτοικο ..., 51. Ψ51, κάτοικο ..., 52. Ψ52, κάτοικο ..., 53. Ψ53, κάτοικο ..., 54. Ψ54, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 55. Ψ55, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσακαλία, 56. Ψ56, κάτοικο εν ζωή ... και ήδη αποβιώσας, όπως προκύπτει από την αριθμ. .../9.4.2007 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου ... ..., 57. Ψ57, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσακαλία, 58. Ψ58, κάτοικο ..., 59. Ψ59, κάτοικο ..., 60. Ψ60, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 61. Ψ61, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσακαλία, 62. Ψ62, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, 63. Ψ63, κάτοικο ..., 64. Ψ64, κάτοικο ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσακαλία, 65. Ψ65, κάτοικο ..., 66. Ψ66, κάτοικο ..., 67. Ψ67, κάτοικο ..., 68. Ψ68, κάτοικο ..., 69. Ψ69, κάτοικο ..., 70. Ψ70, κάτοικο ..., 71. Ψ71, κάτοικο ..., 72. Ψ72, κάτοικο ..., 73. Ψ73, κάτοικο ..., 74. Ψ74, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 75. Ψ75, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσακαλία, 76. Ψ76, κάτοικο ..., 77. Ψ77, κάτοικο ..., 78. Ψ78, κάτοικο ..., 79. Ψ79, κάτοικο ..., 80. Ψ80, κάτοικο ..., 81. Ψ81, κάτοικο ..., 82. Ψ82, κάτοικο ..., 83. Ψ83, κάτοικο ..., 84. Ψ84, κάτοικο ..., 85. Ψ85, κάτοικο ..., 86. Ψ86, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 87. Ψ87, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσακαλία, 88. Ψ88, κάτοικο ..., 89. Ψ89, κάτοικο ..., 90. Ψ90, κάτοικο ..., 91. Ψ91, κάτοικο ..., 92. Ψ92, κάτοικο ..., 93. Ψ93, κάτοικο ..., 94. Ψ94, κάτοικο ..., 95. Ψ95, κάτοικο ..., 96. Ψ96, κάτοικο ..., 97. Ψ97, κάτοικο ..., 98. Ψ98, κάτοικο ..., 99. Ψ99, κάτοικο ..., 100. Ψ100, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 101. Ψ101, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσακαλία και 102. Ψ102, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.

Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή.

Ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1320/2007.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1530/2008 απόφαση του Ε΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ως προς τον παραπεμφθέντα στην Ολομέλεια λόγο αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται νόμιμα στην Πλήρη Ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου η από 19 Ιουλίου 2007 αίτηση αναίρεσης του X κατά της υπ’ αριθ. 349/2006, 183/2007, 185/2007 και 242/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, μόνον ως προς τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ε’ ΚΠΔ λόγο της περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 28, 94 παρ. 1, 302, 314 ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 291 παρ. 1γ του ιδίου Κώδικα, και ειδικότερα αν, μεταξύ των εγκλημάτων της κακουργηματικής διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας και των εντεύθεν προκληθεισών από αμέλεια ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών, υφίσταται πραγματική συρροή εγκλημάτων, όπως δέχθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση ή φαινομένη τοιαύτη, με αποτέλεσμα οι ανθρωποκτονίες και οι σωματικές βλάβες από αμέλεια να απορροφώνται από το βασικό έγκλημα της διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία πράξη όμως επήλθε θάνατος (άρθρο 291 παρ. 1γ ΠΚ), μετά από παραπομπή της σ’ αυτήν με την υπ’ αριθ. 1530/2008 απόφαση του Ε’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που έκρινε ομόφωνα ότι πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας και παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον.

Ι. Στις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου 291 Π.Κ. ορίζεται ότι "1. Όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της σιδηροδρομικής ή της υδάτινης συγκοινωνίας ή της αεροπλοΐας, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, β) με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, γ) με κάθειρξη, ισόβια ή πρόσκαιρη, τουλάχιστον δέκα ετών, αν στην περίπτωση του στοιχ. β' επήλθε θάνατος. 2. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του απ' αυτές προβλεπομένου εγκλήματος, απαιτείται αντικειμενικά ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διατάραξη με πράξη ή παράλειψη της ασφάλειας, εκτός των άλλων και της υδάτινης συγκοινωνίας ή ακτοπλοΐας, έτσι ώστε να είναι δυνατό να προκύψει κίνδυνος σε ξένα πράγματα και κίνδυνος ζωής ή υγείας ανθρώπου ή να επήλθε θάνατος. Υποκειμενικά δε απαιτείται πρόθεση, δηλαδή άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος. Με άμεσο δόλο, κατά την έννοια του άρθρου 27 παρ.1 ΠΚ, ενεργεί όποιος επιδιώκει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί την αναγκαία συνέπεια της πράξεως ή παραλείψεώς του και δεν αφίσταται αυτής, ενώ με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος ο οποίος προβλέπει ως ενδεχόμενο το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Κατά συνέπεια, επί του ως άνω εγκλήματος, με άμεσο δόλο ενεργεί, όποιος γνωρίζει και επιδιώκει τη διατάραξη της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας, αλλά και εκείνος που προβλέπει ότι τούτο αποτελεί την αναγκαία συνέπεια της πράξεως ή της παραλείψεώς του (από οφειλόμενη ενέργεια), με συνείδηση ότι εντεύθεν είναι δυνατόν να προκύψει κίνδυνος σε άνθρωπο και δεν αφίσταται της συμπεριφοράς του αυτής. Η απαιτούμενη κατά τον νόμο πρόθεση, πρέπει να καλύπτει, όχι τον θάνατο ή τη σωματική βλάβη, ή ακόμη τη δημιουργία κινδύνου για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των επιβατών του συγκοινωνιακού μέσου του πλοίου, αλλά τη διατάραξη της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας και τη δυνατότητα προκλήσεως κινδύνου από αυτήν. Ενδεχόμενος δόλος ή κυριολεκτικά "δόλος αποδοχής του ενδεχομένου", η ύπαρξη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης δεν προβλέπει μεν το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά αποβλέπει σε κάτι άλλο, προβλέπει, όμως, ότι η εκπλήρωση της επιδιώξεώς του αυτής θα έχει ως πιθανή συνέπεια την πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος και, παρά τούτο, προχωρεί στην τέλεση της πράξεώς του. Έτσι, "αποδέχομαι" τον κίνδυνο επελεύσεως του αποτελέσματος σημαίνει ότι σταθμίζω τα υπέρ και τα κατά με βάση τα δεδομένα στοιχεία και αποφασίζω να προβώ στην πράξη, για το λόγο ότι αυτό είναι σημαντικότερο από το φόβο μήπως επέλθει τελικώς το αποτέλεσμα. Ως φυσικός αυτουργός του ως άνω εγκλήματος μπορεί να είναι ο πλοίαρχος ή άλλα άτομα που συμμετέχουν στον πλουν, αλλά και όσοι έχουν την υποχρέωση να ελέγχουν την ασφάλεια του πλοίου και παραβαίνουν την υποχρέωσή τους αυτή. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, ή μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η διάταξη αυτή προβλέπει το δια παραλείψεως τελούμενο έγκλημα, το οποίο θεωρείται υφιστάμενο οσάκις αυτός που παρέλειψε να αποτρέψει την επέλευση αποτελέσματος ανήκοντος στην αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος τελέσεως τιμωρείται όπως αυτός που δι' ενεργείας παρήγαγε το αποτέλεσμα, δηλαδή ο δράστης του εγκλήματος τελέσεως. Πρόκειται για ειδική μορφή εγκλήματος, δεδομένου ότι η αντικειμενική υπόστασή του τελείται όχι μόνο δι' ενεργείας, αλλά και δια παραλείψεως, που εξομοιώνεται νομικώς με την δι' ενεργείας παραγωγή του αποτελέσματος. Προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης, δηλαδή ειδικής και όχι γενικής υποχρεώσεως του υπαιτίου για ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου, από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου, από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος.

ΙΙ. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 277 και 278 Π.Κ., για την κατά νόμο θεμελίωση του εγκλήματος της προκλήσεως ναυαγίου από αμέλεια, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η πλήρης καταβύθιση του πλοίου ή η προσάραξη αυτού κατά τρόπο που να μη μπορεί να πλέει, καθώς και η από τη βύθιση ή την προσάραξη πρόκληση δυνατότητας κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα ή κινδύνου για άνθρωπο, υποκειμενικώς δε αμέλεια με ή χωρίς συνείδηση. Η βύθιση ή προσάραξη μπορεί να τελεσθεί με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη και με παράλειψη, όταν το υποκείμενο της πράξεως είναι πρόσωπο που έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για την ασφάλεια του πλοίου, ενώ σε κάθε περίπτωση πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της σχετικής παραλείψεως ή ενεργείας και του επελθόντος βλαπτικού για το πλοίο αποτελέσματος.

ΙΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28, 302§1 και 314§1 ΠΚ συνάγεται ότι η αντικειμενική υπόσταση, στο μεν έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια συνίσταται στην πρόκληση θανάτου άλλου, στο δε έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια η αξιόποινη συμπεριφορά συνίσταται στην πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται να βεβαιώνονται όλα τα στοιχεία της αμέλειας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 28 ΠΚ ως προς την πρόκληση του θανάτου και των σωματικών κακώσεων ή βλαβών. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 14§2, 15 και 28 ΠΚ προκύπτει ότι, εφόσον η ανθρωποκτονία από αμέλεια και η σωματική βλάβη από αμέλεια είναι εγκλήματα ουσιαστικά ή αποτελέσματος μπορούν να τελεσθούν είτε με ενέργεια, η οποία συνιστά τη θετική εκδήλωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, είτε με παράλειψη, η οποία συνιστά την αρνητική τοιαύτη. Σε περίπτωση που η ανθρωποκτονία τελείται με παράλειψη ή αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς απαιτείται να συντρέχουν οι όροι του άρθρου 15 ΠΚ δηλ. ο δράστης να μην προβαίνει σε ενέργεια που έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να πράξει και η παράλειψη αυτή να αποτελεί αιτιακή συνθήκη για την παραγωγή του αποτελέσματος. Για την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ήδη προαναφέρθηκε. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης και για τον καταλογισμό μιας τελικά άδικης ανθρωποκτονίας ή σωματικής βλάβης σε ενοχή του δράστη απαιτείται, όπως λέχθηκε, να υπάρχει αμέλεια, κατά την έννοια του άρθρου 28 ΠΚ. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι, όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από τη διάταξη συνάγεται ότι η ποινική αμέλεια διακρίνεται σε συνειδητή και μη συνειδητή, συνειδητή δε είναι αν ο υπαίτιος πρόβλεψε ότι από τη συμπεριφορά του ήταν δυνατό να προέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν, ενώ μη συνειδητή αμέλεια υπάρχει αν ο υπαίτιος δεν πρόβλεψε το αποτέλεσμα, καίτοι όφειλε και μπορούσε να το προβλέψει, εφόσον είχε καταβάλει την προσήκουσα προσοχή, που κατ' αντικειμενική κρίση απαιτείται. Αν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης από αμέλεια είναι απότοκο της αμελείας πολλών, το κάθε πρόσωπο υπέχει ευθύνη αυτοτελώς και χωριστά από τα άλλα, κατά το λόγο της αμέλειάς του που αποδείχθηκε και εφόσον πάντως το αποτέλεσμα που επήλθε τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με αυτήν. Αν από μια πράξη του δράστη προκληθεί ο θάνατος ή ο τραυματισμός περισσοτέρων προσώπων υπάρχει αληθινή κατ ιδέα συρροή ανάμεσα στις περισσότερες ανθρωποκτονίες από αμέλεια ή τις σωματικές βλάβες από αμέλεια, αφού υπάρχουν περισσότερα από ένα έννομα αγαθά που προσβάλλονται.

IV. Αν από την πράξη της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών επέλθει θάνατος ή σωματική βλάβη υπάρχει συρροή κατ` ιδέα του εγκλήματος αυτού και της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ή της σωματικής βλάβης από αμέλεια. Το αν όμως η συρροή αυτή είναι αληθινή ή φαινομένη, πρέπει να αποτελεί αντικείμενο έρευνας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τις κατωτέρω διακρίσεις. Ειδικότερα έχουν, στην νομική επιστήμη και νομολογία, υποστηριχθεί δύο αντίθετες απόψεις:

Κατά τη μια η διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών χερσαίων, θαλασσίων κλπ από δόλο ή αμέλεια, συνιστά έγκλημα δυνητικής διακινδύνευσης, που στρέφεται εναντίον αόριστου αριθμού εννόμων αγαθών, ατόμων δηλ. που χρησιμοποιούν τις συγκοινωνίες, χερσαίες, θαλάσσιες, αεροπλοΐα κλπ. Εάν από την πράξη αυτή του δράστη προκληθεί θάνατος ή σωματική βλάβη ενός ή περισσοτέρων ατόμων στοιχειοθετούνται επιπλέον τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματα βλάβης του εννόμου αγαθού της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας συγκεκριμένου ή συγκεκριμένων ατόμων. Η συρροή όμως ενός εγκλήματος γενικής διακινδύνευσης με ένα έγκλημα βλάβης, κατά την άνω άποψη, είναι πάντα αληθινή εξαιτίας της ετερότητας των προσβαλλομένων εννόμων αγαθών.

Κατά την ετέρα άποψη η θανατηφόρα διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών αποτελεί έγκλημα εκ του αποτελέσματος δηλ. σύνθετο ιδιώνυμο έγκλημα και ότι τα εγκλήματα "εκ του αποτελέσματος", όταν τελούνται, συρρέουν φαινομενικά (και όχι αληθινά) με τα επιμέρους δύο εγκλήματα (δόλου και αμέλειας) που τα αποτελούν. Έτσι η ανθρωποκτονία από αμέλεια που αποτελεί παράλληλα και αυτοτελές έγκλημα χάνει την αυτοτέλειά της μπροστά στη θανατηφόρα διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών απορροφούμενη από αυτήν. Η διάταξη που θα εφαρμοστεί είναι αυτή του άρθρου 291 παρ. 1 γ ή του 290 παρ. 1β ΠΚ, ανάλογα αν πρόκειται για διατάραξη της θαλάσσιας κλπ ή της χερσαίας συγκοινωνίας, αντίστοιχα και όχι αυτή του άρθρου 302 ΠΚ, αφού η πρώτη περιλαμβάνει τη δεύτερη και συνεπώς την απορροφά. Φαινομένη ακόμη, κατά την άποψη αυτή, είναι η συρροή ανάμεσα στη σωματική βλάβη και στο από το αποτέλεσμα έγκλημα της θανατηφόρας διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών, θαλασσίων κλπ. ή χερσαίων κατά περίπτωση. Τούτο δε διότι ο νομοθέτης έχει ακριβώς, λόγω της φύσης του εγκλήματος αυτού, συνεκτιμήσει την επέλευση περισσοτέρων του ενός θανατηφόρων αποτελεσμάτων και συνακόλουθα αν το αποτέλεσμα του κινδύνου από το παραπάνω έγκλημα (και γενικά από τα κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα) για άλλα πρόσωπα εξελίχθηκε σε θάνατο και για άλλα σε σωματικές βλάβες, οι τελευταίες απορροφώνται από το εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο θανατηφόρο έγκλημα, αφού το έλασσον εμπεριέχεται στο μείζον.

V. Το Δικαστήριο. λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προεκτεθέντα, ειδικά στη διατάραξη της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας, που αποτελεί και το αντικείμενο του παραπεμφθέντος στην Ολομέλεια λόγου αναιρέσεως, κρίνει, κατά την γνώμη που επικράτησε, ότι πρέπει να γίνουν οι ακόλουθες διακρίσεις:

Όταν, επί διαταράξεως από δόλο (άμεσο ή ενδεχόμενο, κατά την ανωτέρω έννοια) της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας, επέλθει θάνατος και σωματικές βλάβες, οπότε τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 291 παρ. 1γ ΠΚ, όπως αναλύθηκε ανωτέρω και για τον θάνατο και για τις σωματικές βλάβες, που αποτελούν, όπως ήδη λέχθηκε, το έλασσον σε σχέση με αυτόν, δεν μπορεί να υποστηριχθεί, γενικώς και αδιακρίτως, ότι υφίσταται φαινομένη συρροή μεταξύ των εγκλημάτων της διατάραξης της υδάτινης συγκοινωνίας από πρόθεση, που προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 291 παρ. 1 γ, σε συνδυασμό με β΄ ΠΚ και εκείνων των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από αμέλεια, που τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 302 και 314 ΠΚ, αντίστοιχα, με αποτέλεσμα οι δεύτερες να απορροφώνται από την πρώτη, με την οποία μόνον θα τιμωρείται ο δράστης, αλλά τούτο πρέπει να αποτελεί αντικείμενο έρευνας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικότερα:

1.- Αν η από πρόθεση διατάραξη της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας, με πράξεις ή παραλείψεις οφειλομένων ενεργειών και γενικότερα όπως αποδίδεται στον κατηγορούμενο, από μόνη της, χωρίς όμως να μεσολαβήσει άλλη αμελής συμπεριφορά αυτού, ανεξάρτητη αυτοτελής και μεταγενέστερη εκείνων ή εκείνης, με τις οποίες τελέσθηκε η διατάραξη, η οποία δεν είναι αναγκαίο να καταλήξει στην πρόκληση ναυαγίου, όπως η έννοια αυτού αναλύθηκε ανωτέρω, είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο ή τους θανάτους και τις σωματικές κακώσεις, θα εφαρμοσθεί μόνον η διάταξη του άρθρου 291 παρ. 1γ σε συνδυασμό με β΄ ΠΚ που προβλέπει και τιμωρεί την πράξη αυτή και όχι και εκείνες των άρθρων 302 και 314 ΠΚ, που προβλέπουν και τιμωρούν τα εγκλήματα των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από αμέλεια, τα οποία συρρέουν φαινομενικά με εκείνη και απορροφώνται από αυτή.

2.- Όταν όμως οι θάνατοι και οι σωματικές βλάβες προκλήθηκαν κατόπιν αυτοτελούς, ανεξάρτητης και πέραν εκείνης που προκάλεσε την διατάραξη αμελούς συμπεριφοράς, κατά την ανωτέρω έννοια, μετά της οποίας, όπως και με την προκαλέσασα την από δόλο διατάραξη, τελούν σε αιτιώδη συνάφεια, τότε υφίσταται αληθινή συρροή μεταξύ των πράξεων που προβλέπουν και τιμωρούν οι διατάξεις των άρθρων 291 παρ. 1 γ σε συνδυασμό με β΄ και εκείνων που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 302, 314 ΠΚ. Έτσι, στην περίπτωση αυτή, λόγω της αληθινής συρροής των ανωτέρω εγκλημάτων, θα τύχουν εφαρμογής όλες οι ανωτέρω διατάξεις, κατά τις οποίες θα τιμωρηθεί ο δράστης, χωρίς να συντρέχει, κατά τα προλεχθέντα, περίπτωση διπλής τιμώρησης της αυτής πράξης. Το πότε υπάρχει τέτοια αμελής συμπεριφορά και σε ποιες πράξεις ή παραλείψεις συνίσταται αυτή, που την διαφοροποιούν, κατά την προαναφερθείσα έννοια, σε τρόπο ώστε να μη εντάσσεται στην συμπεριφορά που προκάλεσε την διατάραξη, είναι ζήτημα που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέσθηκαν οι αξιόποινες πράξεις της κρινόμενης κάθε φορά υπόθεσης.

VΙ. Στην κρινόμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ανωτέρω παραπεμπτική απόφαση έγινε δεκτό ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων διατάξεων και με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κρίθηκε από το Εφετείο ότι πραγματώθηκε από τον αναιρεσείοντα, μεταξύ των άλλων και το έγκλημα της από ενδεχόμενο δόλο διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας και ότι, μεταξύ της πράξεως αυτής (291 παρ. 1 ΠΚ) και εκείνης του ναυαγίου από αμέλεια (άρθρο 278 σε συνδυασμό με 277 ΠΚ), η οποία επίσης πραγματώθηκε, υπάρχει αληθινή συρροή. Κατά τα δεκτά γενόμενα από την ίδια απόφαση, εν προκειμένω το ναυάγιο συντελέσθηκε με τη βύθιση του πλοίου. Κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ο αναιρεσείων πλοίαρχος του Ε/Γ – Ο/Γ πλοίου με το όνομα ‘’Ε... Σ...’’ κρίθηκε ένοχος της πράξεως της από ενδεχόμενο δόλο διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας από την οποία επήλθε θάνατος 80 ανθρώπων. Για να καταλήξει στην κρίση αυτή δέχθηκε, ανέλεγκτα, ότι ο αναιρεσείων με την ανωτέρω ιδιότητά του: α) δεν μερίμνησε ώστε οι υδατοστεγείς θύρες του πλοίου να είναι κλειστές, σύμφωνα με τον όρο του 333/2000 πιστοποιητικού ασφαλείας με το οποίο ήταν ασφαλισμένο το πλοίο, β) επέτρεψε τη χρήση θαλαμίσκων μελών του πληρώματος κάτω από το κατάστρωμα οχημάτων, ενώ τούτο απαγορευόταν από το ανωτέρω 333/2000 πιστοποιητικό ασφαλείας του πλοίου, γ) αν και σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ. 4 του Β. Δ/τος 683/1960 και την υπ αριθ. 12 διαταγή που ο ίδιος ως πλοίαρχος είχε εκδώσει, όφειλε να έχει τοποθετήσει οπτήρα, καθ’ ήν στιγμή το πλοίο διέπλεε μέσα από σημεία με σοβαρούς ναυτιλιακούς κινδύνους (Βραχονησίδες ‘’...’’ και αβαθή), δεν το έπραξε, με συνέπεια μετά την 22.00΄ ώρα ουδείς να εκτελεί χρέη οπτήρα στη γέφυρα, δ) δεν ανέλαβε, αυτοπροσώπως, τη διακυβέρνηση του πλοίου, ενόψει των ανωτέρω σοβαρών ναυτιλιακών κινδύνων, αν και ήταν υποχρεωμένος από τα άρθρα 14 περ. γ΄ του Β.Δ. 683/1960 και 219 Β.Δ. 187/1973, ε) παρέλειψε την εκτέλεση τακτικών και ουσιαστικών γυμνασίων καθαιρέσεως λέμβων, εγκατάλειψης πλοίου, κλεισίματος υδατοστεγών θυρών, όπως υποχρεούταν από τα άρθρα 16 Β.Δ. 683/1960, 6 Π.Δ. 363/1984 κεφ. 6 ΕΑΔ, ενώ δεν είχε μεριμνήσει και για την αφομοίωση της διαίρεσης από το πλήρωμα σε περίπτωση εγκατάλειψης του πλοίου όπως όφειλε σύμφωνα με το άρθρο 4 ΠΔ 363/1984 και ΚΑΝ 36 της SOLAS, στ) παρέλειψε να βεβαιωθεί ότι τα σωστικά μέσα του πλοίου ήταν σε καλή λειτουργία, αφού πολλά από αυτά δεν είχαν φώτα, σφυρίχτρες και καλό αντωτικό υλικό και ζ) δεν πραγματοποίησε, κατά τον απόπλου του πλοίου από τον Πειραιά, ενημέρωση των επιβατών για τα σωστικά μέσα και τους σταθμούς συγκέντρωσής τους και δεν επέδειξε σε μέλη του πληρώματος τη χρήση των ατομικών σωσιβίων, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Π.Δ. 363/1984. Όλες οι ανωτέρω παραλείψεις οφειλομένων κατά νόμο ενεργειών έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση ότι αποτελούν την συμπεριφορά, με την οποία, σε συνδυασμό και με την συμπεριφορά των συγκατηγορουμένων του AA, BB και ΓΓ, συντελέσθηκε η διατάραξη της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας με ενδεχόμενο δόλο. Με την αυτή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, σε συνδυασμό πάντοτε με τη συμπεριφορά των πρώτου και τρίτου εκ των ως άνω συγκατηγορουμένων του, έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση ότι αυτός τέλεσε την πράξη του με ενσυνείδητη αμέλεια ναυαγίου του ως άνω πλοίου, που προκλήθηκε με την ολοσχερή βύθισή του, περί ώρα 23.02΄ της 26-9-2000, μετά 45-50΄ από την οφειλομένη σε συγκλίνουσα αμέλεια του ιδίου και του συγκατηγορουμένου του AA πρόσκρουσή του στη βόρεια από τις βραχονησίδες ‘’...’’, από την οποία (πρόσκρουση) προκλήθηκαν ρήγματα από τα οποία εισήλθαν τεράστιες ποσότητες ύδατος αρχικά στο μηχανοστάσιο του πλοίου και στη συνέχεια, από τις ανοιχτές υδατοστεγείς θύρες, στους λοιπούς χώρους του πλοίου, το οποίο και το κατέκλυσαν και προκάλεσαν τη βύθισή του και το ναυάγιο, εκ του οποίου προκλήθηκε κίνδυνος ανθρώπου, ο οποίος και πραγματοποιήθηκε αφού απώλεσαν την ζωή τους 80 επιβαίνοντες και υπέστησαν σωματικές βλάβες άλλοι 67, πράξη για την οποία και τον κήρυξε επίσης ένοχο. Τέλος, ως προς τα εγκλήματα των κατά συρροή ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από χωρίς συνείδηση αμέλεια, για τα οποία κήρυξε επίσης ένοχο τον αναιρεσείοντα, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα: «… Αν και λόγω του επαγγέλματος του, όπως και οι συγκατηγορούμενοι του AA, BB και ΓΓ, ήταν υπόχρεος να καταβάλλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από έλλειψη αυτής (προσοχής), την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, προξένησε, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει: α) ανθρωποκτονίες κατά συρροή από αμέλεια και β) σωματικές βλάβες κατά συρροή από αμέλεια. Ειδικότερα. Ενώ από την συμπεριφορά του και εκείνη του AA επήλθε πρόσκρουση του πλοίου στη βόρεια των βραχονησίδων ‘’...’’ και ακολούθησε κατάκλυση αυτού, λόγω των ανοικτών υδατοστεγών θυρών που αυτός είχε αφήσει ανοιχτές, κατά παράβαση του 333/2000 πιστοποιητικού ασφαλείας του πλοίου, δεν σήμανε συναγερμό γενικής κατάστασης ανάγκης, προκειμένου να ειδοποιηθεί το πλήρωμα και να προβεί έγκαιρα και οργανωμένα στη διαδικασία εγκατάλειψης από τους επιβάτες του πλοίου (το οποίο πλήρωμα, άλλωστε, με προηγούμενες παραλείψεις του που προαναφέρθηκαν ούτε είχε εκγυμνασθεί κατάλληλα, ούτε είχε αφομοιώσει τους πίνακες διαίρεσης). Από τις συγκλίνουσες δε συμπεριφορές των ανωτέρω (X, AA, BB και ΓΓ), όπως στις οικείες θέσεις εκτίθεται, επήλθε ο θάνατος, συνεπεία πνιγμού, 80 επιβαινόντων του πλοίου (τα ονόματα των οποίων παρατίθενται στην απόφαση) και σωματικές κακώσεις σε 67 εξ αυτών (των οποίων τα ονόματα επίσης παρατίθενται). Η αποδιδόμενη σ αυτόν ανωτέρω αμελής συμπεριφορά, ότι δηλαδή, αμέσως μετά την πρόσκρουση στην βραχονησίδα, δεν σήμανε συναγερμό γενικής κατάστασης ανάγκης, με 7 βραχείς και 1 μακρύ συριγμούς, προκειμένου να ειδοποιηθεί το πλήρωμα και να ενεργοποιηθεί το σχέδιο διάσωσης και ασφαλούς απομάκρυνσης των επιβατών και να προβεί έγκαιρα και οργανωμένα στη διαδικασία εγκατάλειψής του από αυτούς, την οποία συνδέει αιτιωδώς η προσβαλλομένη απόφαση με τις πράξεις των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από ασυνείδητη αμέλεια, των οποίων κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, ανάγεται σε χρονικό σημείο, κατά το οποίο δεν είχε ολοκληρωθεί η τέλεση της πράξεως του ναυαγίου από αμέλεια, αφού δεν είχε επισυμβεί η πλήρης βύθιση του πλοίου και εμπεριέχεται στην συμπεριφορά που οδήγησε στην ολοκλήρωση του εγκλήματος αυτού, αφού με τον τρόπο αυτό, αλλά και τους άλλους εκτιθέμενους στην απόφαση, συντελέσθηκε η δυνατότητα προκλήσεως κινδύνου για τους επιβάτες, που αποτελεί, όπως λέχθηκε ανωτέρω, στοιχείο της πράξεως του ναυαγίου. Ο κίνδυνος αυτός τελικά επήλθε με την πρόκληση 80 θανάτων και 67 σωματικών βλαβών. Οι ανθρωποκτονίες και οι σωματικές βλάβες των επιβαινόντων αποτελούν συνέχεια της πράξης του ναυαγίου από αμέλεια, η οποία, όπως έκρινε η παραπεμπτική απόφαση, συρρέει αληθώς με την πράξη του άρθρου 291 παρ. 1 ΠΚ. Οι αυτές πράξεις και παραλείψεις, εφόσον εμπεριέχονται στην συμπεριφορά που προκάλεσε τη διατάραξη, που κορυφώθηκε με τη βύθιση του πλοίου, με την οποία πραγματώθηκε η πράξη του ναυαγίου, συνδέονται αιτιωδώς με την τελευταία, αφού δεν έλαβε χώρα άλλη αμελής συμπεριφορά, αυτοτελής, ανεξάρτητη και πέραν εκείνων που συντέλεσαν στην πρόκληση της διατάραξης από ενδεχόμενο δόλο.

VΙΙ. Συνεπώς, όπως ήδη λέχθηκε, η, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου, ανωτέρω αμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, με την οποία στοιχειοθετήθηκε η τέλεση των εγκλημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται, από τις διατάξεις των άρθρων 302 και 314 ΠΚ εμπεριέχεται στην προκαλέσασα την διατάραξη συμπεριφορά, η οποία είχε, ως τελικό αποτέλεσμα, την πρόκληση του ναυαγίου. Η θεμελίωση, από την αναιρεσιβαλλομένη, της χωρίς συνείδηση αμέλειας για την στοιχειοθέτηση των ανθρωποκτονιών και των σωματικών βλαβών, στην μη εκπομπή του ανωτέρω σήματος κινδύνου, παραβλέπει ότι αυτή δεν είναι αυτοτελής, ανεξάρτητη και μεταγενέστερη της πράξεως της διατάραξης και του ναυαγίου, αφού, όπως λέχθηκε, η παράλειψή της αποδίδεται στον αναιρεσείοντα στο ανωτέρω χρονικό σημείο (μετά την πρόσκρουση), όταν, όπως λέχθηκε, εξακολουθούσε η διατάραξη και δεν είχε ολοκληρωθεί η πράξη του ναυαγίου, αφού η βύθιση του πλοίου επισυνέβη, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, μετά 50 λεπτά περίπου. Δεν είναι δυνατή η τιμώρηση στην προκειμένη περίπτωση του αναιρεσείοντος, αφενός μεν κατά τη διάταξη του άρθρου 291 παρ. 1 γ, και αφετέρου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 302 και 314 ΠΚ., αφού, στην κρινόμενη περίπτωση, υπό τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά περιστατικά, υφίσταται, μεταξύ των πράξεων της διατάραξης της θαλάσσιας συγκοινωνίας από πρόθεση και των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από αμέλεια, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων αυτών, φαινομένη και όχι αληθινή συρροή.

VΙΙΙ. Συνακόλουθα, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, η προσβαλλομένη απόφαση που έκρινε στην προκειμένη περίπτωση, ότι μεταξύ της πράξεως της διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας και των πράξεων των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 291 παρ. 1 γ σε συνδυασμό με β΄ και 302, 314 ΠΚ, αντίστοιχα, υφίσταται αληθινή συρροή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις και εκείνη του άρθρου 94 ΠΚ και πρέπει ο λόγος της αναιρέσεως, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, να γίνει δεκτός.

Κατά την γνώμη δέκα πέντε (15) μελών και δη του Αντιπροέδρου Κωνσταντίνου Κούκλη και των Αρεοπαγιτών: Αιμιλίας Λίτινα, Χαραλάμπους Δημάδη, Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Βιολέττας Κυτέα, Βαρβάρας Κριτσωτάκη, Ελένης Σπίτσα, Γεωργίας Λαλούση, Δημητρίου Μουστάκα, Δημητρίου Μαζαράκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικολάου Πάσσου, Ιωάννη Παπαδόπουλου, Δημητρούλας Υφαντή και Αικατερίνης Βασιλακοπούλου – Κατσαβριά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα προκύπτουν τα ακόλουθα: α) στα εκ δόλου εξ αποτελέσματος εγκλήματα, όπως είναι και το του άρθρου 291 παρ. 1γ ΠΚ και ειδικότερα της διατάραξης της υδάτινης συγκοινωνίας, όπου ο θάνατος είναι επιβαρυντική περίπτωση, πρέπει να αποδοθεί σε αμέλεια του δράστη, το δε φερόμενο ως τελούμενο ταυτόχρονα, κυρίως από τις αυτές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απορροφάται από το πρώτο (κακούργημα), αφού και στις δύο αυτές περιπτώσεις προσβάλλεται το ίδιο έννομο αγαθό, ήτοι η ανθρώπινη ζωή, η οποία άπαξ αφαιρείται και δεν μπορεί να νοηθεί στάδιο εγκληματικής συμπεριφοράς, έστω και ηπιότερης μορφής, κατά της ζωής του ιδίου ατόμου, το τέλος της οποίας επέρχεται με την διάπραξη του βαρυτέρου εγκλήματος του άρθρου 291 παρ. 1γ ΠΚ. Δηλονότι, με την παραδοχή ότι ο δράστης τέλεσε το έγκλημα του άρθρου 291 παρ. 1γ του ΠΚ και κηρυχθεί ένοχος από το αρμόδιο ποινικό Δικαστήριο για την πράξη αυτή, δεν μπορεί ταυτόχρονα να κηρυχθεί ένοχος και για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με θύμα τον ίδιο άνθρωπο και, στην περίπτωση που έχει ασκηθεί δίωξη συγχρόνως και για τα δύο ως άνω εγκλήματα, πρέπει το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας ορθά το νόμο, να δεχθεί ότι το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απορροφάται από το κακούργημα της διατάραξης της υδάτινης συγκοινωνίας από πρόθεση, αν από την πράξη αυτήν επήλθε θάνατος, για το οποίο και μόνο θα καταδικάσει τον δράστη αυτού. Έτσι, δεν χωρεί διπλή ποινική αξιολόγηση από την προσβολή του ιδίου εννόμου αγαθού του ιδίου ανθρώπου, με το ίδιο αποτέλεσμα. Πρέπει να επισημανθεί ότι αν από την αυτή κακουργηματική πράξη του άρθρου 291 παρ. 1γ ΠΚ επήλθαν πλείονες του ενός θάνατοι, αυτοί απλώς συνεκτιμώνται στην επιμέτρηση της ποινής (μέσα στα από την ίδια διάταξη οριζόμενα όρια) και δεν αποτελούν περισσότερα εγκλήματα. Το ίδιο ισχύει για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όταν από τη διατάραξη της υδάτινης συγκοινωνίας από πρόθεση επέρχονται, εκτός του ενός ή πλειόνων θανάτων, και μία ή πλείονες σωματικές βλάβες σε ένα ή περισσότερα άτομα, δηλονότι και οι σωματικές αυτές βλάβες απορροφώνται από το βαρύτερο έγκλημα του άρθρου 291 παρ. 1γ ΠΚ, αφού και στην περίπτωση αυτήν προσβάλλεται το ίδιο έννομο αγαθό, δηλονότι η σωματική ακεραιότητα ή (και) η υγεία του ατόμου ή των ατόμων, καίτοι στη διάταξη αναφέρεται η προσβολή της ζωής μόνο (θάνατος), όχι και το υποδεέστερο αυτής έννομο αγαθό της σωματικής ακεραιότητας ή της υγείας του ανθρώπου. Επομένως, και στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί ο δράστης που από πρόθεση διατάραξε την ασφάλεια της υδάτινης συγκοινωνίας και από την οποία διατάραξη επήλθαν σωματικές βλάβες σε άλλους, από αμέλεια του ίδιου δράστη, να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη του άρθρου 291 παρ. 1γ του ΠΚ και συγχρόνως για το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια (άρθρο 314 παρ. 1 ΠΚ), αλλά θα κηρυχθεί ένοχος της πρώτης των πράξεων αυτών.

Κατά τη μειοψηφούσα γνώμη τεσσάρων μελών, των Αρεοπαγιτών Ιωάννη Σίδερη, Γεωργίου Γεωργέλλη, Κωνσταντίνου Φράγκου και Βασιλείου Φράγγου, με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα πλοίαρχο Χ και σε σχέση με τα εγκλήματα της κακουργηματικής διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας με ενδεχόμενο δόλο και ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από αμέλεια και κατά συρροή, το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου ποινικές διατάξεις (άρθρα 27, 291 παρ. 1γ', 278 ΠΚ, 14 περ. γ’ Β.Δ. 683/1960 και 187 Β.Δ. 187/1973 και 28, 94 παρ. 1, 2, 302, 314 ΠΚ, ), δεχθέν ότι μεταξύ των εγκλημάτων της κακουργηματικής διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας, με επελθόντα θάνατο ανθρώπων (άρθρο 291 παρ. 1γ' ΠΚ) και των εντεύθεν προκληθεισών κατά συρροή ανθρωποκτονιών από αμέλεια και σωματικών βλαβών από αμέλεια, υπάρχει πραγματική συρροή εγκλημάτων, και όχι φαινομένη τοιαύτη, με αποτέλεσμα οι εν λόγω 80 ανθρωποκτονίες από αμέλεια και οι 67 σωματικές βλάβες από αμέλεια να μην απορροφώνται από το (βασικό) έγκλημα της διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας με ενδεχόμενο δόλο (άρθρα 291 παρ. 1γ' ΠΚ), και ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια σχετικός λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα πραγματικά περιστατικά αμελείας που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα πλοίαρχο, τα οποία στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων των ανθρωποκτονιών και των σωματικών βλαβών από αμέλεια, είναι αυτοτελή, ανεξάρτητα, δεν ταυτίζονται με εκείνα που προηγήθηκαν χρονικά και επέφεραν την πρόσκρουση του πλοίου στις βραχονησίδες και το ναυάγιο και στηρίζουν αποκλειστικά το από πρόθεση (με ενδεχόμενο δόλο) τελεσθέν κακούργημα της διατάραξης της υδάτινης συγκοινωνίας, από μόνα τους δε, επακολουθήσαντα χρονικά, του συνεπεία του πρώτου εγκλήματος της διατάραξης επελθόντος ναυαγίου, δεν στηρίζουν την άνω διατάραξη της υδάτινης συγκοινωνίας, αλλά στηρίζουν αυτοτελώς και αποκλειστικά τις ανθρωποκτονίες και τις σωματικές βλάβες από αμέλεια. Επίσης, διότι αντικείμενο της αποδοχής του κατηγορουμένου σε καθένα από τα αδικήματα αυτά είναι διαφορετικό και οι εφαρμοστέες ως άνω ποινικές διατάξεις προστατεύουν διαφορετικό έννομο αγαθό. ’λλωστε, οι περιπτ. β και γ του 291 ΠΚ δεν καλύπτουν γραμματικά και τις επελθούσες σωματικές βλάβες από αμέλεια. Συνεπώς, τα άνω συρρέοντα εγκλήματα ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από αμέλεια δεν απορροφώνται από το άνω έγκλημα της κακουργηματικής διατάραξης υδάτινης συγκοινωνίας με πρόκληση θανάτου. Ένα μέλος του Δικαστηρίου (ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας) διετύπωσε της εξής γνώμη: Από τη γραμματική διατύπωση και τη λογική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 291 του Π.Κ. προκύπτει ότι, αφενός μεν για τη συγκρότηση του προβλεπόμενου, με την παράγραφο 1, από δόλο εγκλήματος απαιτείται η επέλευση ενός αποτελέσματος (κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα ή κινδύνου σε άνθρωπο ή θάνατο ανθρώπου), για το οποίο πρέπει, κατά το άρθρο 29 του Π.Κ., να συντρέχει αμέλεια του δράστη, αφετέρου δε καθίσταται ανεφάρμοστη η αμέσως προηγούμενη, με βάση το επερχόμενο αποτέλεσμα, περίπτωση συγκροτήσεως του αδικήματος αυτού, προσδίδοντας σ' αυτήν επικουρικό χαρακτήρα, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αμέσως επόμενης περιπτώσεως, η οποία και μόνον εφαρμόζεται. Έτσι η τρίτη (υπό στοιχείο γ' της παραγράφου 1) περίπτωση πραγματώσεως του κοινώς επικίνδυνου εγκλήματος της διαταράξεως της ασφάλειας σιδηροδρομικής ή υδάτινης συγκοινωνίας ή αεροπλοΐας εξαντλείται με την από δόλο, έστω και ενδεχόμενο, παράβαση των σχετικών διαταγμάτων και κανονισμών και την, κατά την πραγμάτωση αυτών των παραβάσεων, από αμέλεια του δράστη, επέλευση του θανάτου (ενός οποιουδήποτε) ανθρώπου. Η από αμέλεια του δράστη επέλευση του θανάτου ή σωματικών βλαβών και άλλων, πέραν του ενός, ανθρώπων δεν καλύπτεται με την ανωτέρω ποινική διάταξη και θεμελιώνει αυτοτελείς νομοτυπικές μορφές των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή για το καθένα από αυτά (άρθρα 302 και 314 του Π.Κ., αντιστοίχως, σε συνδυασμό με το άρθρο 94 παρ. 2 του Π.Κ.), διότι: 1) Εξεταζόμενη η παράγραφος 1 του άρθρου 291 του Π.Κ., δεν περιέχει αυτοτελώς τιμωρούμενο βασικό αδίκημα και επιβαρυντικές περιπτώσεις εκ του αποτελέσματος, αλλά διαπλάθει τρεις αυτοτελείς νομοτυπικές μορφές του εγκλήματος, διαβαθμιζόμενης βαρύτητας εκ του αποτελέσματος, ανάλογα με το είδος και τη σπουδαιότητα του προσβαλλόμενου ή διακινδυνευόμενου έννομου αγαθού, ενώ η επέλευση αυτού του αποτελέσματος από αμέλεια τιμωρείται και αυτοτελώς μόνον στην τελευταία περίπτωση. 2) Κατά γενική αρχή του ποινικού δικαίου ως προς τα εγκλήματα των άρθρων 302 και 314 του Π.Κ., επειδή προσβάλλουν προσωποπαγή έννομα αγαθά (σωματικής ακεραιότητας και ζωής), είτε τελούνται με μία είτε με περισσότερες πράξεις αξιολογούνται ιδιαιτέρως το καθένα και εφαρμόζονται ως προς αυτά οι περί συρροής διατάξεις του άρθρου 94 του Π.Κ., δεν είναι δε επιτρεπτή η αθροιστική ποινική αξιολόγησή τους από το δικαστήριο ούτε η ως προς αυτά εφαρμογή των διατάξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος. 3) Ενόψει τούτων, η επιλογή του νομοθέτη να αρκεί η από αμέλεια του δράστη επέλευση του θανάτου ενός και μόνον ανθρώπου για τη συγκρότηση του βαρύτερου εγκλήματος της τρίτης περιπτώσεως της παραγράφου 1 του άρθρου 291 Π.Κ. είναι συνειδητή. Αντίθετα, στην αμέσως προηγούμενη ελαφρότερη περίπτωση πραγματώσεως του εγκλήματος, με το αυτό έννομο αγαθό σε διακινδύνευση, δεν αποκλείεται να αφορά περισσότερους του ενός ανθρώπους, ενώ όταν στην περίπτωση αυτή συντελούνται και σωματικές βλάβες από αμέλεια, που δεν περιλαμβάνονται στην παράγραφο 1β του άρθρου 291, υπάρχει συρροή περισσοτέρων εγκλημάτων. 4) Εφόσον όμως με συνειδητή νομοθετική επιλογή δεν έχει περιληφθεί (και αποκλείσθηκε) για τη συγκρότηση του εγκλήματος της τελευταίας περιπτώσεως της παραγράφου 1 του άρθρου 291 Π.Κ. ο θάνατος περισσοτέρων του ενός ανθρώπων, δεν είναι επιτρεπτή διασταλτική ερμηνεία - που προϋποθέτει μη ηθελημένο νομοθετικό κενό - για να διευρυνθεί το εννοιολογικό περιεχόμενο της διατάξεως αυτής, ώστε να περιλάβει περισσότερα αυτοτελή από αμέλεια εγκλήματα κατά της ζωής, ενόψει του προσβαλλόμενου με αυτό προσωποπαγούς έννομου αγαθού, πέραν του από αμέλεια του δράστη θανάτου ενός και μόνον ανθρώπου. 5) Ευρισκόμενες έτσι έξω από την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 291 παρ. 1γ του Π.Κ., οι πλέον της μιας ανθρωποκτονίες (και σωματικές βλάβες) από αμέλεια, οι οφειλόμενες σε διατάραξη της ασφάλειας των σιδηροδρομικών ή υδάτινων συγκοινωνιών ή της αεροπλοΐας, δεν είναι νοητή απορρόφησή τους από τη διάταξη του άρθρου 291 παρ. 1γ του Π.Κ. 6) Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να αντληθεί από τον καθορισμό πλαισίου ποινής καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών ή ισόβιας, που υπαγορεύθηκε προφανώς στην τελευταία περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 291 Π.Κ. από την ανάγκη συνεκτιμήσεως ως επιβαρυντικών περιστάσεων των πιθανώς επί πλέον προκληθέντων, με τη διατάραξη των σιδηροδρομικών ή υδάτινων συγκοινωνιών ή της αεροπλοΐας, κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα ή κινδύνου ανθρώπου, κατά τις επικουρικώς προβλεπόμενες και φαινομενικώς συρρέουσες με την τελευταία, όταν πραγματώνεται, δύο πρώτες περιπτώσεις της ίδιας παραγράφου, για τις οποίες απειλείται ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον δύο ετών και πρόσκαιρης καθείρξεως αντιστοίχως. Τούτο άλλωστε ενισχύεται και από την προσεκτική παρατήρηση και σύγκριση των ελαχίστων και μεγίστων ορίων ποινών στις περιπτώσεις β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 291 του Π.Κ., που διαμορφώνονται αναλόγως με την ως άνω λογική αφετηρία και στη βάση της γενικής αρχής ότι, εφόσον το επερχόμενο αποτέλεσμα δεν αφορά προσβολή προσωποπαγών εννόμων αγαθών και δεν τιμωρείται αυτοτελώς, τελούμενο από αμέλεια, όπως συμβαίνει στην περίπτωση διακινδυνεύσεως ανθρώπου της περιπτώσεως β', τότε δεν αποκλείεται διασταλτική ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως. 7) Καθορίζοντας ο νομοθέτης, για την περίπτωση διακινδυνεύσεως ανθρώπου ή ανθρώπων (παρ. 1β του άρθρου 291 Π.Κ.), πλαίσιο ποινής πρόσκαιρης καθείρξεως (5-20 ετών) και για την περίπτωση θανάτου ανθρώπου (παρ. 1γ του άρθρου 291 Π.Κ.) ελάχιστο μεν όριο ποινής προσαυξημένο από το αντίστοιχο της παρ. 1β κατά 5 έτη (από 5 σε 10 έτη καθείρξεως), ανώτατο δε όριο ποινής, ελλείψει άλλης ενδιάμεσης διαβαθμίσεως μετά την εξάντληση του ανώτατου ορίου πρόσκαιρης καθείρξεως στην παρ. 1β, την ισόβια κάθειρξη, καθίσταται πρόδηλο ότι περιέχεται ως λογικό υπόβαθρο, στην περίπτωση της παραγράφου 1γ του άρθρου 591 του Π.Κ., να καλύπτεται η ποινική απαξία μιας και μόνον ανθρωποκτονίας από αμέλεια υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυξημένης βαρύτητας που δικαιολογούν για τη διακινδύνευση και ενός μόνον ανθρώπου τουλάχιστον κάθειρξη 5 ετών, όχι δε απεριόριστου αριθμού ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από αμέλεια -ενόψει μάλιστα και των ισχυόντων ορίων ποινών για καθένα από τα συρρέοντα αδικήματα - υπό οποιαδήποτε πιθανή εκδοχή συγκροτήσεως του εγκλήματος του άρθρου 291 του Π.Κ.. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, κατά το μέρος που δεν υπολόγισε για τη συγκρότησή του κατά το άρθρο 291 παρ. 1γ του Π.Κ. εγκλήματος τη μία (πρώτη) από τις ανθρωποκτονίες από αμέλεια, εσφαλμένως ερμήνευσε και ακολούθως εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 291 παρ. 1, 29, 94, 302 και 314 του Π.Κ. και θα έπρεπε αυτή να αναιρεθεί, κατά το μέρος αυτό, ως προς τον αναιρεσείοντα Χ, κατά τον βάσιμο από το άρθρο 510 παρ. 1Ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, ενώ θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένδικη αίτηση, κατά το μέρος που αποδίδεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, διότι το Εφετείο έκρινε, ότι δεν απορροφώνται οι πέραν της μιας ανθρωποκτονίες από αμέλεια και σωματικές βλάβες από αμέλεια από το έγκλημα της παραγράφου 1 περίπτωση γ του άρθρου 291 Π.Κ. και συρρέουν με αυτό.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, πρέπει ο λόγος αναιρέσεως που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, εκτός εκείνου που αναίρεσε η παραπεμπτική υπ’ αριθ. 1530/2008 απόφαση του Ε’ Ποινικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα X και ειδικότερα κατά το κεφάλαιο που τον κήρυξε ένοχο ξεχωριστά για τα πλημμελήματα των ανθρωποκτονιών και των σωματικών βλαβών κατά συρροή από αμέλεια. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β΄, 370 εδ. β΄ και 511 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον ’ρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλομένη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ’ αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση οι πράξεις των ανθρωποκτονιών (80) και των σωματικών βλαβών (67) από αμέλεια, κατά συρροή (άρθρα 28, 94 παρ. 1, 302 παρ. 1 και 314 παρ. 1 ΠΚ (για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος (προαναφερόμενα άρθρα και 18 του ΠΚ) φέρεται δε ότι τελέσθηκαν στον Πειραιά και στις βραχονησίδες «...» σε απόσταση ενάμισι (1,5) ναυτικού μιλίου από τον όρμο Παροικιάς Πάρου την 26-9-2000, έκτοτε δε και μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον της Ολομέλειας του Δικαστηρίου τούτου (19-11-2009) πολύ δε περισσότερο μέχρι τη διάσκεψη και τη δημοσίευση της παρούσης απόφασης παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο των πράξεων αυτών. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως ο οποίος κρίθηκε μη βάσιμος, πρέπει κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 511 εδ. γ ΚΠΔ) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για τις ως άνω πλημμεληματικού χαρακτήρα αξιόποινες πράξεις λόγω παραγραφής, κατά τα στο διατακτικό, απαλειφθεί δε το μέρος των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης οι οποίες αφορούν τις ποινές που επιβλήθηκαν στον ως άνω αναιρεσείοντα για τα εγκλήματα αυτά, ήτοι των δύο (2) ετών για κάθε μία ανθρωποκτονία από αμέλεια και των οκτώ (8) μηνών για καθεμία σωματική βλάβη από αμέλεια και της από αυτές προελθούσας επαύξησης της συνολικής ποινής της κάθειρξης των έντεκα (11) ετών, έντεκα (11) μηνών και είκοσι πέντε (25) ημερών κατά έξι (6) έτη, πέντε (5) μήνες και είκοσι πέντε (25 ημέρες), λαμβάνοντας υπόψη ότι η επαύξηση της βαρύτερης ποινής της κάθειρξης των πέντε (5) ετών ήταν είκοσι πέντε (25) ημέρες για κάθε μία από τις ανθρωποκτονίες από αμέλεια και συνολικά 2000 ημέρες και πέντε (5) ημέρες για κάθε μία των 67 σωματικών βλαβών και συνολικά 335 ημέρες, ήτοι συνολικά 2335 ημέρες ίσον 77 μήνες και 25 ημέρες ίσον 6 έτη 5 μήνες και 25 ημέρες, ώστε να διατηρηθεί μόνο η συνολική ποινή της κάθειρξης των πέντε (5) ετών και έξι (6) μηνών που επιβλήθηκε σ’ αυτόν μετά την προσμέτρησή τους για το κακούργημα του άρθρου 291 παρ. 1 γ ΠΚ (κάθειρξη πέντε έτη) και για τα συρρέοντα πλημμελήματα της πρόκλησης ναυαγίου από αμέλεια (φυλάκιση 18 μηνών) και της μη αυτοπρόσωπης διεύθυνσης του πλοίου (φυλάκιση 10 μηνών), ήτοι κάθειρξη πέντε (5) έτη + φυλ. 4 μηνών + φυλ. 2 μηνών, ίσον κάθειρξη 5 έτη και 6 μήνες.

Κατά τη γνώμη ενός μέλους του Δικαστηρίου (του αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα), ως προς το περιλαμβανόμενο στην αντικειμενική υπόσταση του κοινώς επικίνδυνου εγκλήματος του άρθρου 291 παρ. 1γ του Π.Κ. βαρύτερο αποτέλεσμα του «θανάτου» ανθρώπου – ενός κατά τη μειοψηφούσα γνώμη που εκτίθεται σε προηγούμενη θέση της παρούσας και οποιουδήποτε αριθμού θανάτων ανθρώπων κατά την επικρατούσα γνώμη στο Δικαστήριο αυτό, η οποία και ενδιαφέρει την υπόθεση στη συνέχεια – θα έπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα επιμέτρηση της ποινής του κατηγορουμένου, προκειμένου να υπολογισθεί στην ενιαία ποινή του ως άνω κακουργήματος και η ποινική απαξία του θανάτου ανθρώπων που κρίθηκαν ως αυτοτελή συρρέοντα εγκλήματα ανθρωποκτονίας από αμέλεια, να μην παύσει δε οριστικά η ποινική δίωξη τούτων λόγω παραγραφής τους ως πλημμελημάτων για τους εξής λόγους: 1) Η ύπαρξη της κακουργηματικής μορφής του κοινώς επικίνδυνου εγκλήματος του άρθρου 291 παρ. 1γ του Π.Κ., που έχει ως αποτέλεσμα το θάνατο ανθρώπου, προϋποθέτει, εφόσον το βαρύτερο αποτέλεσμα συνιστά στοιχείο της αντικειμενικής του υποστάσεως, ενεργό ως προς αυτό ευθύνη του δράστη, ενώ αν έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο τούτου με την εφαρμογή από το Δικαστήριο των περί παραγραφής του ως αυτοτελούς πλημμελήματος διατάξεων και πριν από την επιμέτρηση της ποινής του κατηγορουμένου με συνυπολογισμό της ποινικής απαξίας όλων των θανάτων ανθρώπων, στερείται η καταδικαστική απόφαση από νόμιμη βάση. 2) Εφόσον, κατά την επικρατούσα στο Δικαστήριο αυτό ερμηνευτική εκδοχή, όλοι οι θάνατοι από αμέλεια του δράστη περιλαμβάνονται δι’ απορροφήσεως στην αντικειμενική υπόσταση του κακουργήματος του άρθρου 291 παρ. 1γ του Π.Κ. και είναι εσφαλμένη η από το Εφετείο, κατά μετατροπή της αρχικής κατηγορίας για ανθρωποκτονίες με ενδεχόμενο δόλο, καταδίκη του κατηγορουμένου (πέρα από το βασικό έγκλημα) και για ανθρωποκτονίες από αμέλεια κατά συρροή, θα έπρεπε να γίνει επανόρθωση του σφάλματος του Εφετείου, ώστε να συνεκτιμηθούν, κατά τη συνολική ποινική απαξία τους, οι θάνατοι ανθρώπων ως προσδιοριστικά στοιχεία της βαρύτητας του ως άνω κακουργήματος. Διότι τόσο με την ποινική δίωξη όσο και με τη μετατροπή της κατηγορίας από το Εφετείο η ποινική απαξία των θανάτων κατά το ναυάγιο του πλοίου είχε αποχωρισθεί από το κακούργημα του άρθρου 291 παρ. 1γ Π.Κ. και υποβλήθηκε αυτοτελώς σε ποινική αξιολόγηση, χωρίς να ληφθεί υπόψη στο βασικό έγκλημα, τουλάχιστον στο σύνολό της και πέρα από το μέτρο του θανάτου ενός ανθρώπου που εμπίπτει στη νομοτυπική μορφή του προαναφερόμενου κακουργήματος. 3) Ως στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του κακουργήματος του άρθρου 291 παρ.1γ του Π.Κ. οι από αμέλεια του δράστη θάνατοι ανθρώπων πρέπει να συνεκτιμώνται στο σύνολο της βαρύτητάς τους κατά την επιμέτρηση της ποινής του κατηγορουμένου (άρθρο 79 του Π.Κ.) και δεν είναι νόμιμο, πριν συμβεί αυτό, να υποβάλλονται σε ιδιαίτερη παραγραφή ως πλημμελήματα ανθρωποκτονίας από αμέλεια, στη βάση όχι της ορθή κρίσης του Ακυρωτικού, αλλά της εσφαλμένης κρίσης του ουσιαστικού Δικαστηρίου, η οποία θα έπρεπε να επαναληφθεί χωρίς το νομικό σφάλμα της και να κρίνει τούτο ενιαίως την ποινική απαξία όλων των θανάτων στα πλαίσια του κακουργήματος, χωρώντας στη συνέχεια στην παραγραφή της κατηγορίας για τα πλημμελήματα ανθρωποκτονιών από αμέλεια. 4) Η εφαρμογή της ερμηνευτικής εκδοχής της απορροφήσεως από το κακούργημα του άρθρου 291 παρ. 1γ του Π.Κ. όλων των αποτελεσμάτων της προκλήσεως ναυαγίου, που συνιστούν προσβολές προσωποπαγών εννόμων αγαθών, ως επιεικέστερη εκείνης της αυτοτέλειας των ανθρωποκτονιών από αμέλεια, δεν θα προσέκρουε στην με το άρθρο 470 του Κ.Ποιν.Δικ. καθιερούμενη αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του ασκήσαντος ένδικο μέσο κατηγορουμένου, την οποία θα όφειλε επίσης να λάβει υπόψη και το Εφετείο κατά τη νέα επιμέτρηση της ποινής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθ. 349/2006, 183/2007, 185/2007 και 242/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, μόνον όσον αφορά τον αναιρεσείοντα X.

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του ως άνω αναιρεσείοντος για το ότι στις 26.9 2000 στον Πειραιά και στις βραχονησίδες «...», σε απόσταση ενάμισι (1,5) ναυτικού μιλίου από τον όρμο της ..., με μία πράξη του τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα. Αν και λόγω του επαγγέλματός του (ως πλοίαρχος του πλοίου «Ε... Σ...» ήταν υπόχρεος να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από έλλειψη της προσοχής αυτής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει: α) ανθρωποκτονίες κατά συρροή από αμέλεια και β) σωματικές βλάβες κατά συρροή από αμέλεια. Ειδικότερα: ενώ από τις συμπεριφορές αυτού και του AA, που ανωτέρω περιγράφηκαν, επήλθε πρόσκρουση του πλοίου στην βόρεια των βραχονησίδων «...» και ακολούθησε κατάκλιση αυτού, λόγω των ανοικτών υδατοστεγών θυρών που είχε αφήσει ανοικτές αυτός, κατά παράβαση του 333/2000 πιστοποιητικού ασφαλείας του πλοίου και δεν έκλεισε, μετά την πρόσκρουση, τις εξ αυτών W3 και W4, ο ΓΓ, Α' Μηχανικός, στη συνέχεια αυτός δεν σήμανε συναγερμό γενικής κατάστασης ανάγκης, προκειμένου να ειδοποιηθεί το πλήρωμα και να προβεί έγκαιρα και οργανωμένα στη διαδικασία εγκατάλειψης από τους επιβάτες του πλοίου «Ε... Σ...» (το οποίο άλλωστε πλήρωμα με προηγούμενες παραλείψεις του ανωτέρω, που προαναφέρθηκαν, ούτε είχε εκγυμνασθεί κατάλληλα, ούτε είχε αφομοιώσει τους πίνακες διαίρεσης). Από τις συγκλίνουσες δε συμπεριφορές των ανωτέρω (X, AA, BB και ΓΓ), όπως αναφέρθηκαν τόσο στο παρόν κεφάλαιο, όσο και στα προηγούμενα υπ' αριθ. 1 και 2, επήλθε: α) θάνατος, συνεπεία πνιγμού, των εξής 80 από τους επιβαίνοντες και δη των: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ..., 8) ..., 9) .., 10) ..., 11) ..., 12) ..., 13) ., 14) ..., 15) ..., 16) ..., 17) ..., 18) ..., 19) ..., 20) ..., 21) ..., 22) ..., 23) ..., 24) ..., 25) ..., 26) ..., 27) ..., 28) ..., 29) ..., 30) ..., 31) ..., 32) ..., 33) ..., 34) ..., 35) ..., 36) ..., 37) ..., 38) ..., 39) ..., 40) ..., 41) ..., 42) ..., 43) ..., 44) ..., 45) ..., 46) ..., 47) ..., 48) ..., 49) ..., 50) ..., 51) ..., 52) ..., 53) ..., 54) ..., 55) ..., 56) ..., 57) ..., 58) ..., 59) ..., 60) ..., 61) ..., 62) ..., 63) ..., 64) ..., 65) ..., 66) ..., 67) ..., 68) ..., 69) ..., 70) ..., 71) ..., 72) ..., 73) ..., 74) ..., 75) ..., 76) ..., 77) ..., 78) ..., 79) ... και 80) ... και (β) προκλήθηκαν σωματικές κακώσεις στους εξής 67 εκ των επιβαινόντων και δη: 1) ..., μώλωπες, πυρετό, 2) ..., κάκωση σπονδύλου μέσης, 3) ..., κάκωση κρανίου, κάκωση αυχένα και μυϊκών ομάδων, 4) ..., επίμονη κεφαλαλγία, εμβοές, κρίσεις ημικρανίας, ίλιγγος, 5) ..., κάταγμα αγκώνα και καρπού, 6) ..., ρήξη τυμπανικού υμένος δεξιού ωτός, 7) ..., αυχενική κάκωση, 8) Ψ93, οξεία, εμπύρετη ασθματική βρογχίτιδα, αϋπνία, καταθλιπτικό συναίσθημα, κρίσεις πανικού, 9) Ψ28, αναπνευστικό πρόβλημα, αιμοπτύσεις, 10) ..., μώλωπες, υποθερμίες, 11) ..., κάκωση οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης και μικροαιματουρία, 12) ..., πολλαπλούς μώλωπες, μόλυνση δεξιάς χειρός, επιδείνωση σακχάρου, 13) ..., κακώσεις στην πλάτη και αρ. χέρι, 14) ..., αντιδραστική κατάθλιψη με έντονο άγχος και κρίσεις πανικού, καταθλιπτική διάθεση, αϋπνία, ανορεξία, καταθλιπτικό ιδεασμό με ιδέες αναξιότητας και ανημπόριας, 15) ..., τραυματισμό στον λαιμό, θλάση τενόντων χειρών, κάκωση (σπάσιμο) δοντιών, 16) Ψ46, κεφαλαλγίες, υψηλή πίεση, 17) ..., μώλωπες και εκδορές πολλαπλές, 18) ..., μώλωπες και άλγος στο στέρνο, 19) ..., μώλωπες, σοκ, 20) ..., μώλωπες, σοβαρό νευρικό κλονισμό, 21) Ψ20, κάκωση μετωπιαίας χώρας κρανίου, πολλαπλές εκδορές, κακώσεις μαλακών μορίων ραχιαίας επιφανείας, ΟΜ-κάκωση ποδ/κής αρθρ. ΔΕ και ραχιαίας επ. ΔΕ άκρων ποδών, 22) ..., σοβαρό αιμάτωμα στην ευαίσθητη περιοχή, πιθανό ρωγμώδες κάταγμα πλευρού, 23) Ψ42, χρόνια κατάθλιψη, 24) ..., επιφανειακά τραύματα, 25) Ψ45, κάκωση κεφαλής, χωρίς απώλεια συνειδήσεως, αυτόματο αιθουσαίο κεντρικό νυσταγμό, κάκωση στον υπερκλείδιο βόθρο αριστερά, αυχεναλγία, μικρή δεξιά οπισθοπλάγια κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου Α5-Δ6, καταθλιπτική συνδρομή, 26) Ψ51, κεντρική διάτρηση τύμπανου δεξιά, κάκωση θωρακοοσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλη, κάκωση υπερκλειδίου χώρας, κεφαλαλγία, κρίσεις πανικού, 27) ..., αυχενικό (μετακίνηση σπονδύλων), 28) ..., κάταγμα δεξιά πλευράς, 29) Ψ97, μώλωπες πολλαπλούς, κάκωση όνυχος στο μεγάλο δάκτυλο αριστ. ποδός, πνευμονία, 30) Ψ30, βρογχοπνευμονία, 31) Ψ77, κάταγμα πλευρών, 32) ..., αιμάτωμα στο κεφάλι, ιλίγγους, ζαλάδες, κεφαλαλγίες, 33) ..., για διάφορες αιτιάσεις, νοσηλεύθηκε επί τρεις (3) ημέρες στο Κ.Υ. Πάρου, 34) ..., εκδορές σε διάφορα σημεία του σώματος, 35) ..., οξεία συναισθηματική ψύχωση (καταθλιπτική συνδρομή με έντονη απορύθμιση της ψυχικής λειτουργίας και ισορροπίας, έντονες διαταραχές της σκέψης, αντίληψης και της προσωπικότητας), έντονη σωματομετατρεπτική συμπτωματολογία (ανορεξία, γαστρεντερικές διαταραχές, καταβολή, άτυπα ισχαιμικά καρδιολογικά επεισόδια, διαταραχές ρυθμού καρδιάς, πιέσεως), 36) ..., μώλωπες στο στήθος, σοβαρό νευρικό κλονισμό, 37) ..., τραυματισμό αριστερού οφθαλμού, εκχύμωση στο άνω βλέφαρο, τραύμα βολβού, αποκόλληση γιαλύδου και πιθανή αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, 38) ..., υψηλή πίεση, 39) ..., κάταγμα στη μέση, χαμηλά, 40) Ψ21, μώλωπες και εκδορές στα άκρα, 41) Ψ23, κακώσεις των δακτύλων της δεξιάς χειρός, 42) ..., κάκωση γονάτων, 43) ..., μώλωπες στα άνω άκρα, σοβαρό νευρικό κλονισμό, 44) ..., καταθλιπτική αγχώδη συνδρομή, 45) ..., κάκωση αυχένα, 46) Ψ32, θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής, θλάση αριστερού ποδός, 47) Ψ37, ευσυγκινησία, νευρικό κλονισμό, 48) ..., αγχώδη διαταραχή με σωματοποιητικά ενοχλήματα, επίμονη αϋπνία, ταχυκαρδία, εφιάλτες, ζάλη, 49) ..., μυϊκό άλγος στην πλάτη, εκχύμωση, μώλωπες στο πόδι, 50) ..., διαταραχή συναισθήματος, φοβικές εκδηλώσεις, άγχος, ευσυγκινησία και έντονα σωματοποιητικά ενοχλήματα, εκσεσεισμένη αϋπνία, ζάλη, ταχυκαρδία, 51) ..., ρήξη δεξιού ώμου, 52) ..., θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής, 53) ..., κάκωση μυϊκή - συνδεσμική δεξιάς ωμικής χώρας, 54) ..., μέση εκκριτική ωτίτιδα, 55) ..., μετατόπιση μεταξύ του 4ου και 5ου σπονδύλου μέσης, 56) ..., εισρόφηση νερού, 57) ..., κρίσεις δύσπνοιας με βήχα και υποξυγοναιμία, 58) ..., αποσπαστική ρήξη οπισθίου χιαστού συνδέσμου αριστερού γόνατος, έντονα ενοχλήματα αυχενοβραχιόνιου συνδρόμου, 59) ..., καρδιακή αρρυθμία, 60) ..., μώλωπες στο πρόσωπο, 61) Ψ91, μώλωπες στο πρόσωπο, 62) ..., μετατόπιση δίσκων μέσης, 63) ..., μικροτραυματισμούς, 64) ..., πολλαπλές κακώσεις στο σώμα, 65) Ψ83, έντονη μετατραυματική διαταραχή, 66) ..., μώλωπες στον αριστερό αγκώνα και 67) ..., επικονδυλίτιδα άνω άκρου, τενοντίτιδα καμπτήρων, αγχώδη νεύρωση, έντονη κεφαλαλγία. Τα ανωτέρω αποτελέσματα τα πρόβλεψαν, αλλά πίστεψαν, ότι δεν θα επέρχονταν.

Απαλείφει από την άνω προσβαλλόμενη απόφαση, που αφορά τις ποινές που επιβλήθηκαν στον ως άνω αναιρεσείοντα, α) την ποινή της φυλάκισης των δύο (2) ετών, για την καθεμία από τις ογδόντα (80) ανθρωποκτονίες από αμέλεια και β) την ποινή της φυλάκισης των οκτώ (8) μηνών για την καθεμία από τις εξήντα επτά (67) σωματικές βλάβες από αμέλεια, καθώς και την επαύξηση των έξι (6) ετών, των πέντε (5) μηνών και είκοσι πέντε (25) ημερών, ώστε να παραμείνει μόνον η επιβληθείσα ποινή της κάθειρξης των πέντε (5) ετών και έξι (6) μηνών, που αφορά τα άλλα συρρέοντα και για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, εγκλήματα: α) της διατάραξης της ασφαλείας της υδάτινης συγκοινωνίας από ενδεχόμενο δόλο, με περαιτέρω αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος ογδόντα (80) ατόμων από τους επιβαίνοντες στο πλοίο «Ε... Σ...», λόγω πνιγμού τους και να υποστούν σωματικές κακώσεις σε άλλους εξήντα (67) επιβαίνοντες στο ίδιο πλοίο, που οφειλόταν και σε αμέλεια του αναιρεσείοντος, β) της πρόκλησης ναυαγίου από αμέλεια και γ) της μη κυβέρνησης αυτοπροσώπως του ως άνω πλοίου κατά τον είσπλου και έκπλου εις λιμένας και άλλους επικίνδυνους διόδους, κατά τα αναφερόμενα, ως προς τα εγκλήματα αυτά, στο διατακτικό της ως άνω απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2010 και 27 Μαΐου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή