Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1056 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Ψευδής βεβαίωση, Καταχραστές Δημοσίου.




Περίληψη:
Ψευδής βεβαίωση - Απάτη σε βάρος Δημοσίου. Ηθική αυτουργία σ' αυτές. Δέχεται αναίρεση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, που στρέφεται κατά (παραπεμπτικού) βουλεύματος του οποίου την αναίρεση δεν δικαιούται ο κατηγορούμενος. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας και παραπέμπει.




Αριθμός 1056/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση του 75/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1 και 2) Χ2, κάτοικοι ...... .

Το Συμβούλιο Εφετείο Δωδεκανήσου με την υπ' αριθμ. 75/2008 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ. 50/20-10-2008 αίτησή του, που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1663/2008.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 573/16-12-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:1-Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά το άρθρο 485 ΚΠΔ, την 50/08 αίτηση αναιρέσεως του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία ζητά την αναίρεση του 75/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, το οποίο, κρίνοντας σε πρώτο και τελευταίο βαθμό κατά το άρθρο 308 παρ.1 εδ.γ ΚΠΔ, παραπέμπει τους κατηγορουμένους 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκους ......, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου για ψευδή βεβαίωση κλπ. η οποία είναι τυπικά παραδεκτή και ουσιαστικά βάσιμη για τους λόγους που περιλαμβάνονται αναλυτικά στην αίτηση αναιρέσεως, στο περιεχόμενο της οποίας εξ ολοκλήρου αναφέρομαι.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α-Να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η 50/08 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του 75/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου.
Β-Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο τούτο βούλευμα, Και
Γ-Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, προς νέα συζήτηση της υποθέσεως.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 483 παρ. 3 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 479, το δεύτερο εδάφιο της οποίας εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος είτε οριστικού, είτε προδικαστικού ή παρεμπίπτοντος. Το δικαίωμα αυτό του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ζητεί την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, δηλαδή και εκείνων των βουλευμάτων που δεν παρέχεται αντίστοιχο δικαίωμα στον κατηγορούμενο, αιτιολογείται, διότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 88 παρ. 1, 5 του Συντάγματος, ο Εισαγγελέας είναι δικαστικός λειτουργός και με την ιδιότητά του αυτή ενεργεί ως εκπρόσωπος της πολιτείας εντός του κύκλου των νομίμων αρμοδιοτήτων του, προς διαφύλαξη και διασφάλιση της σύννομης κοινωνικής συμβίωσης. Εντός των νομίμων αυτών αρμοδιοτήτων του ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση και κατά του ως άνω βουλεύματος, χωρίς να ταυτίζεται ή να εξομοιώνεται με τους διαδίκους της ποινικής προδικασίας. Επομένως η με αριθμό 50/2008 αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά του 75/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, δια του οποίου, παραπέμφθηκαν οι Χ1 και Χ2 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, για να δικασθούν ο πρώτος για ψευδή βεβαίωση και απάτη, κατ' εξακολούθηση, σε βάρος του Δημοσίου, με όφελος και ζημία που προξένησε ο δράστης η οποία υπερβαίνει το ποσό των 146.000 ευρώ και ο δεύτερος για ηθική αυτουργία στα εγκλήματα αυτά, κατ' εξακολούθηση, ασκήθηκε παραδεκτώς, έστω και αν δεν προβλέπεται το ένδικο αυτό μέσο και για τους κατηγορούμενους.
Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται στο βούλευμα με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Εξάλλου, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 στοιχείο δ, ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά την έννοια του άνω άρθρου, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263Α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά ή προς αναπλήρωση άλλου β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ του ΠΚ, και δη δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη, έναντι πάντων, για τα βεβαιούμενα σ' αυτό γεγονότα, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, δηλαδή περιστατικών που δεν έλαβαν χώρα, ή συνέβησαν κατά διαφορετικό τρόπο, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν τη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, και δ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση του να βεβαιώνει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενη της παραγωγής αυτών από την πράξη και συγχρόνως στην εκ προοιμίου αποδοχή αυτής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την, εν γνώσει, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία, ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από την άνω διάταξη επίσημη αντιστοιχία. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθ. 46 παρ. 1α του Π.Κ. προκύπτει ότι για την ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ., β) η διάπραξη από τον άλλον της πράξης αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Τέλος, κατά το άρθρο 1 παρ. 1, όπως αντικ. από το άρθρο 4 παρ.5 του Ν.1738/87, τροπ. με το άρθρο 2 του Ν. 1877/90, αντικ. με το άρθρο 36 παρ.1 του Ν.2172 της 16/16-12-1993 και τροπ. με το άρθρο 4 παρ. 3 εδ. α του Ν.2408 της 31-5/4-6-96 του ΑΝ. 1608/50, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216,218,236,237, 242,258,372,375 και 386 του ΠΚ, εφόσον στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ ή κατ' άλλου Νομ. Προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263α ΠΚ και το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης ή η ζημιά που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και αν συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το προσβαλλόμενο 75/2008 βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό του, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω:
Ο Χ1, μόνιμος υπάλληλος του Κτηματολογίου Ρόδου το οποίο υπάγεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, με την πρόσθετη ειδικότητα αυτήν του τεχνικού αρμόδιος για τον τεχνικό έλεγχο των αιτούμενων μεταγραφών στο Κτηματολόγιο Ρόδου και τη σύνταξη των σχεδιαγραμμάτων που τίθενται στον φάκελο που τηρείται για κάθε ακίνητο α. στις 17.07.2000 κατόπιν της υπ' αρ. πρωτ. ...... αίτησης του κατηγορουμένου Χ2 για ενοποίηση των ακινήτων ιδιοκτησίας του (και ήδη από 22.10.2001 ιδιοκτησίας της ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΑΕ) με αριθμούς κτηματομερίδων ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ..., ...με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ... και ... με εκθέτη ..., συνέταξε τοπογραφικό σχεδιάγραμμα για τα ως άνω ακίνητα, τα οποία ενοποιήθηκαν στην κτηματομερίδα ... με εκθέτη ..., στο οποίο (σχεδιάγραμμα) συμπεριέλαβε στα ακίνητα ιδιοκτησίας του Χ2 και περιοχής εμφανίζοντας ψευδώς ότι αυτές αποτελούν ιδιοκτησία της ως άνω εταιρίας. Συγκεκριμένα περιέλαβε στο σχεδιάγραμμα που συνέταξε για τα ενοποιημένα ακίνητα: στην μερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης των 19.636 τμ., επιπλέον έκταση 1.161 τ.μ., στην μερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης 11.462 τμ. επιπλέον έκταση 1.725 τμ., στην μερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης των 180 τμ. επιπλέον έκταση 2.370 τμ., στην κτηματομερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης 3.438 τμ. επιπλέον έκταση 375 τμ. Συνολικά δε περιέλαβε στο τοπογραφικό διάγραμμα πέραν της αληθούς έκτασης των 52.828 τμ. επιπλέον έκταση 5.631 τμ. η οποία είναι εκτός κτηματογραφηθείσας περιοχής, β) στις 26.02.2003 κατόπιν της υπ' αριθμ. πρωτ. ...... αίτησης της ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΑΕ για ενοποίηση των ακινήτων ιδιοκτησίας της με αριθμούς κτηματομερίδων ... με εκθέτη ... (ήτοι της κτηματομερίδας που προήλθε από την ενοποίηση που αναφέρεται στο στοιχείο α.) και ... με εκθέτη ..., συνέταξε εκ νέου εσφαλμένο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα για τα ως άνω ακίνητα, τα οποία ενοποιήθηκαν στην κτηματομερίδα ... με εκθέτη ..., στο οποίο (σχεδιάγραμμα) συμπεριέλαβε και πάλι στα ακίνητα ιδιοκτησίας της ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΑΕ (πρώην ιδιοκτησίας Χ2) και εκτάσεις εκτός κτηματογραφηθεΐσας περιοχής εμφανίζοντας ψευδώς ότι αυτές αποτελούν ιδιοκτησία της ως άνω εταιρίας. Συγκεκριμένα περιέλαβε στο σχεδιάγραμμα που συνέταξε για τα ενοποιημένα ακίνητα: στην μερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης των 19.636 τμ., επιπλέον έκταση 1.161 τμ., στην μερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης 11.462 τμ. επιπλέον έκταση 1.725 τμ., στην μερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης των 180 τμ. επιπλέον έκταση 2.370 τμ., στην κτηματομερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης 3.438 τμ. επιπλέον έκταση 375 τμ. Συνολικά δε περιέλαβε και στο νέο τοπογραφικό διάγραμμα πέραν της αληθούς έκτασης των 55.580 τμ. μετά την ενοποίηση, την επιπλέον έκταση των 5.631 τμ., η οποία είναι εκτός κτηματογραφηθεΐσας περιοχής, γ) στις 18.02.2003 κατόπιν της υπ' αρ. πρωτ. ...... αίτησης της εταιρίας ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, για ενοποίηση των ακινήτων ιδιοκτησίας της με αριθμούς κτηματομερίδων ... με εκθέτη ... (ήτοι της κτηματομερίδας που προήλθε από την ενοποίηση που αναφέρεται στο στοιχείο α.) και ... με εκθέτη ... μετά τον έλεγχο στις 17.02.2003 του διοικητικού υπαλλήλου, διενέργησε τεχνικό έλεγχο για τις προϋποθέσεις της ενοποίησης ήτοι έλεγχο εάν τα ακίνητα είναι όμορα, προσδιορισμό της μερίδας στην οποία θα γίνει η ενοποίηση και η κατόπιν άθροισης συνολική έκταση που καταλαμβάνουν οι προς ενοποίηση κτηματομερίδες. Κατά το έλεγχο αυτό με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς επί της ως άνω αίτησης ότι η συνολική έκταση των ακινήτων προς ενοποίηση είναι 65.570 τμ. αντί του ορθού 55.580 τμ., κάνοντας εν γνώσει του εσφαλμένη άθροιση των εκτάσεων των προς ενοποίηση μερίδων (52.828 + 2.752 =65.570). δ) στις 16.01.2003 κατόπιν της υπ' αριθμ.πρωτ. ...... αίτησης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ για ενοποίηση των ακινήτων ιδιοκτησίας της με αριθμούς κτηματομερίδων ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ... συνέταξε εσφαλμένο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα για τα ακίνητα, τα οποία ενοποιήθηκαν στην κτηματομερίδα ... με εκθέτη ..., στο οποίο (σχεδιάγραμμα) συμπεριέλαβε στα ακίνητα ιδιοκτησίας της ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ και έκταση εκτός κτηματογραφηθεΐσας περιοχής εμφανίζοντας ψευδώς ότι αυτή αποτελεί ιδιοκτησία της ως άνω εταιρίας. Συγκεκριμένα στο σχεδιάγραμμα που συνέταξε για τα ενοποιημένα ακίνητα περιέλαβε στη μερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης των 7.562 τμ., επιπλέον έκταση 875 τμ. Δηλαδή περιέλαβε στο εν λόγω σχεδιάγραμμα πέραν της αληθούς συνολικής έκτασης των 45.437 τμ. επιπλέον έκταση 875 τμ. η οποία είναι εκτός κτηματογράφησης ε) στις 06.05.2003 κατόπιν της υπ'αριθμ.πρωτ. ...... αίτησης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ για ενοποίηση των ακινήτων ιδιοκτησίας της με αριθμούς κτηματομερίδων ... με εκθέτη ... (ήτοι της κτηματομερίδας που προήλθε από την ενοποίηση που αναφέρεται στο στοιχείο γ) και ... γαιών .... συνέταξε εκ νέου τοπογραφικό σχεδιάγραμμα για τα ακίνητα, τα οποία ενοποιήθηκαν στην κτηματομερίδα ... με εκθέτη ..., στο οποίο (σχεδιάγραμμα) συμπεριέλαβε στα ακίνητα ιδιοκτησίας της ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ και έκταση εκτός κτηματογραφηθείσας περιοχής εμφανίζοντας ψευδώς ότι αυτή αποτελεί ιδιοκτησία της ως άνω εταιρίας. Συγκεκριμένα στο σχεδιάγραμμα που συνέταξε για τα ενοποιημένα ακίνητα περιέλαβε στη μερίδα ... με εκθέτη ... πέραν της αληθούς έκτασης των 7.562 τμ., επιπλέον έκταση 875 τμ. Δηλαδή περιέλαβε και στο νέο σχεδιάγραμμα που συνέταξε, πέραν της αληθούς συνολικής έκτασης των 47.937 τμ. μετά την ενοποίηση, την επιπλέον έκταση 875 τμ. η οποία είναι εκτός κτηματογραφηθείσας περιοχής, στ. σε χρόνο που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς κατά την ανάκριση και πάντως μεταξύ 08.01.2003 και 09.01.2003 κατόπιν της υπ' αρ. πρωτ. ...... αίτησης της εταιρίας ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, μετά τον έλεγχο του διοικητικού υπαλλήλου, ακολούθησε ο διενεργηθείς από αυτόν τεχνικός έλεγχος για τις προϋποθέσεις της ενοποίησης ήτοι εάν τα ακίνητα είναι όμορα, ο προσδιορισμός της μερίδας στην οποία θα γίνει η ενοποίηση και η κατόπιν άθροισης συνολική έκταση που καταλαμβάνουν οι προς ενοποίηση κτηματομερίδες. Κατά το έλεγχο αυτό με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς επί της ως άνω αίτησης-πράξης ενοποίησης ότι η συνολική έκταση των ακινήτων προς ενοποίηση είναι 50.437 τμ. αντί του ορθού 45.437 τμ., κάνοντας εν γνώσει του εσφαλμένη άθροιση των εκτάσεων των προς ενοποίηση μερίδων (13.500 + 7.562 + 10.313 + 11.812 + 2.250 = 50.437). ζ.) σε χρόνο που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς στην ανάκριση και πάντως μεταξύ 09.01.2003 και 10.03.2005 με πρόθεση υπεξήγαγε έγγραφο το οποίο ήταν προσιτό σε αυτόν λόγω της υπηρεσίας του και ειδικότερα απέκρυψε την υπ'αριθμ. πρωτ. ...... αίτηση - πράξη ενοποίησης ακινήτων ιδιοκτησίας της ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΑΕ. Τα όσα ψευδώς βεβαίωσε στα σχεδιαγράμματα που συνέταξε και στις αιτήσεις-πράξεις ενοποίησης καθώς και η απόκρυψη της πράξης ενοποίησης αναμφισβήτητα προκάλεσαν έννομες συνέπειες καθώς πρόκειται για έγγραφα που παρέχουν δημόσια πίστη. Από τις πράξεις του δε αυτές απειλήθηκε να προξενηθεί στο Δημόσιο ζημία που υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ και ειδικότερα απειλήθηκε ζημία ύψους 336.541 ευρώ, αντίστοιχη της αξίας των παραπάνω εκτάσεων που ανήκουν στη δημόσια περιουσία του Δημοσίου για τις οποίες βεβαίωσε ψευδώς ότι αποτελούν ιδιοκτησία της ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΑΕ, συμπεριλαμβάνοντας αυτές στο σχεδιάγραμμα των ακινήτων ιδιοκτησίας της. Το γεγονός δε ότι οι παραπάνω εκτάσεις εμπίπτουν στον κοινόχρηστο χώρο προκύπτει από το με αριθμ.πρωτ. ...... και με ημερομηνία 27-6-2005 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδ/σου το οποίο και στάλθηκε μετά από σχετικό ερώτημα του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και το οποίο αποφαίνεται σε σχετικό αίτημα της εταιρείας "ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ Α.Ε." που εκπροσωπεί ο δεύτερος κατηγορούμενος για εξαγορά των επίμαχων μεριδίων των τεμαχίων διανομής ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ... του Αγροκτήματος ...... μαζί με τις κτηματομερίδες ... με εκθέτη ..., ... με εκθέτη ... ιδιοκτησίας της ίδιας εταιρείας που ενοποιήθηκαν με την υπ' αριθμ. 5031/2000 πράξη του Κτηματολογικού Δικαστή ενοποιήθηκαν και αποτέλεσαν την μερίδα ... ... γαιών ......, αποτελούν κοινόχρηστη ζώνη παραλίας, η οποία στο τοπογραφικό της χαραχθείσας στο παρελθόν οριογραμμής αιγιαλού δεν εμφανίζεται. Ο ίδιος ως άνω υπάλληλος του Κτηματολογίου Ρόδου συνεχίζοντας την παράνομη δραστηριότητα του προσκόμισε τα έγγραφα με τις λανθασμένες αθροίσεις στον Κτηματολογικό δικαστή για τις δικές του ενέργειες και ειδικότερα: Το ψευδές αυτό γεγονός, δηλαδή ότι τα προς ενοποίηση ακίνητα έχουν συνολική έκταση 65.570 τμ., παρέστησε ως αληθές, θέτοντας την ένδειξη "ελέγχθηκε" και την υπογραφή του, πείθοντας τον κτηματολογικό δικαστή να διατάξει την καταχώρηση της αίτησης-πράξης ενοποίησης στα κτηματολογικά βιβλία με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η πράξη ενοποίησης και να αναγραφεί στα βιβλία του Κτηματολογίου ότι το ενοποιηθέν ακίνητο έχει έκταση 65,570 τμ., ήτοι 9.990 τμ. πέραν της αληθούς έκτασης, η πράξη δε αυτή συνοδεύονταν από εσφαλμένο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε εν γνώσει του με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ψευδώς ως έκταση ανήκουσα στην ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΑΕ, έκταση η οποία είναι κοινόχρηστη και ανήκει στη δημόσια περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου. Με την ίδια ακριβώς μέθοδο· προσκόμισε και πάλι στο Κτηματολογικό Δικαστή για επικύρωση και τις υπόλοιπες ενοποιημένες μερίδες που είχαν συνολική έκταση 50.437 τμ. και ειδικότερα: Το ψευδές αυτό γεγονός, δηλαδή ότι τα προς ενοποίηση ακίνητα έχουν συνολική έκταση 50.437 τμ., παρέστησε ως αληθές, θέτοντας την ένδειξη "ελέγχθηκε" και την υπογραφή του, πείθοντας τον κτηματολογικό δικαστή να διατάξει την καταχώρηση της αιτούμενης ενοποίησης στα κτηματολογικά βιβλία και εν συνεχεία να καταχωρηθεί η πράξη ενοποίησης και να αναγραφεί στα βιβλία του Κτηματολογίου ότι το ενοποιηθέν ακίνητο έχει έκταση 50.437 τμ., ήτοι 5.000 τμ πέραν της αληθούς έκτασης, η πράξη δε αυτή συνοδεύονταν από εσφαλμένο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε εν γνώσει του με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ψευδώς ως έκταση ανήκουσα στην ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΑΕ, έκταση η οποία είναι κοινόχρηστη και δημόσια περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου. Από τις πράξεις του δε αυτές απειλήθηκε να προξενηθεί στο Δημόσιο ζημία που υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ και ειδικότερα απειλήθηκε ζημία ύψους 223.500 ευρώ, αντίστοιχη της αξίας των παραπάνω εκτάσεων που ανήκουν στη δημόσια περιουσία του Δημοσίου, πέραν των δικαστικών εξόδων που θα απαιτηθούν εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου για τους μεταξύ τους δικαστικούς αγώνες για αναγνώριση της κυριότητας του στα ακίνητα αυτά, για τις οποίες βεβαίωσε ψευδώς ότι αποτελούν ιδιοκτησία της ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΑΕ, συμπεριλαμβάνοντας αυτές στο σχεδιάγραμμα των ακινήτων ιδιοκτησίας της. Επομένως, σε βάρος του συγκεκριμένου υπαλλήλου προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του διότι επιφορτισμένος με το τεχνικό μέρος των κατατεθειμένων αιτήσεων στο Κτηματολόγιο έμπειρος με αρκετά χρόνια υπηρεσίας βαρύνεται με τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις δεν μπορούν να ευσταθήσουν οι ισχυρισμοί του περί λογιστικού αθροιστικού λάθους διότι δεν είναι μεμονωμένο και ασήμαντο αλλά επαναλαμβανόμενο και καθοριστικό σε βάρος των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου, εξ ίσου δε σημαντικό είναι και το γεγονός της εξαφάνισης του φακέλου από τα αρχεία του Κτηματολογίου της Ρόδου με προφανή σκοπό τη συγκάλυψη της παράνομης δραστηριότητας του όσον αφορά την εκχώρηση των παραπάνω κοινόχρηστων εκτάσεων στην εταιρεία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ Α.Ε. " με την μέθοδο του αθροιστικού τεχνικού λάθους. Είναι φανερό έτσι ότι οι παραπάνω ενέργειες του Χ1 όχι μόνο δεν δικαιολογούν την ύπαρξη ανθρώπινου λάθους, αλλά αντίθετα η κατ' επανάληψη τέλεση τους μαρτυρεί ότι έγιναν από τον παραπάνω υπάλληλο με σκοπό να προσπορίσει στην παραπάνω εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος και να εξαπατήσει το διευθυντή του Κτηματολογίου και τον Κτηματολογικό Δικαστή, ο οποίος επικύρωσε την πλασματική συνένωση των μερίδων βασιζόμενος στις ψευδείς βεβαιώσεις του συγκεκριμένου υπαλλήλου και στα μη ορθά σχεδιαγράμματα τούτου. Τούτο ενισχύεται και από τα ακόλουθα στοιχεία. Το αρχικό διάγραμμα διανομής του Υπουργείου Γεωργίας απεικόνιζε με μία στιγματισμένη γραμμή τα όρια ιδιοκτησιών και κοινοχρήστων χώρων, οι οποίοι είχαν εξαιρεθεί της μεταγραφής των αρχικών παραχωρητηρίων. Η γραμμή των Κ.Μ. που δείχνει ποιες περιοχές είναι εκτός κτηματογράφησης φαίνεται στο σχεδιάγραμμα αυτό. Όμως ο παραπάνω υπάλληλος συνειδητά επέλεξε να χρησιμοποιήσει έναν άλλο χάρτη, όπου δεν εμφαίνεται η διαχωριστική γραμμή κτηματογράφησης με σκοπό να επεκταθεί η έκταση της παραπάνω εταιρείας και εντός κοινοχρήστων χώρων, που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο και μόνο, αν ήθελαν αποχαρακτηριστεί, ήταν δυνατόν να περιέλθουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και ν' αποτελέσουν αντικείμενο μεταβίβασης σε τρίτους. Η παραπάνω εταιρεία έχει ανεγείρει ξενοδοχειακή μονάδα στην περιοχή ...... για την οποία είχε εκδοθεί η ...... οικοδομική άδεια. Στο φάκελο της οικοδομικής άδειας δεν βρέθηκε το προβλεπόμενο και απαιτούμενο πιστοποιητικό ιδιοκτησίας για την αναφερόμενη στο Κτηματολόγιο έκταση 55.480 τμ. προσκομίστηκε δε εκ των υστέρων πιστοποιητικό ιδιοκτησίας με βάση την ψευδή βεβαίωση του παραπάνω υπαλλήλου ότι η έκταση ανέρχεται σε 65.570 τμ. (βλ. τις από 10.12.2004, 18.3.2005, και 28.3.2005 ένορκες καταθέσεις του προϊσταμένου της Πολεοδομίας Ρόδου ......). Το συγκεκριμένο ξενοδοχειακό συγκρότημα είχε κριθεί αυθαίρετο, γιατί υπήρχε υπέρβαση του συντελεστή δόμησης, είχαν κατασκευαστεί κτίσματα σε απόσταση μικρότερη από 50 μ. από τον αιγιαλό, είχαν λάβει χώρα υπερβάσεις κάλυψης των ορόφων (έπρεπε να κατασκευαστούν δύο όροφοι και όχι τέσσερις που τελικά κατασκευάστηκαν και τέλος είχαν λάβει χώρα υπερβάσεις καθ' ύψος και αλλαγή χρήσης). Προκειμένου η παραπάνω εταιρεία να επιτύχει αναθεώρηση της άδειας και να προβεί σε νομιμοποίηση των αυθαιρέτων κτισμάτων και της κατάληψης του αιγιαλού επινοήθηκε η επέκταση της εδαφικής έκτασης που πράγματι της ανήκει, ενόψει του ότι με βάση σχετική απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ467Β/17.4.2003) και το Π.Δ. της 30/6. .1991 (ΦΕΚ 4748/23.7.1991) στη ΖΟΕ ...... οι ξενοδοχειακές μονάδες μπορούν να τοποθετούνται μέχρι τη γραμμή του αιγιαλού και της παραλίας εφόσον διασφαλίζουν έκταση μεγαλύτερη των 50 στρεμμάτων. Επίσης και η υπέρβαση του συντελεστή δόμησης μπορούσε να νομιμοποιηθεί με την επιχειρούμενη αύξηση της έκτασης του οικοπέδου ή την αγορά άλλου. Μάλιστα δε από το φάκελο της σχετικής οικοδομικής άδειας στην Πολεοδομία Ρόδου εξαφανίστηκε το πραγματικό πιστοποιητικό ιδιοκτησίας που αναφερόταν στην πραγματική έκταση που η παραπάνω εταιρεία είχε στην κυριότητα της.
Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής και σε βάρος του δεύτερου κατηγορουμένου εκπροσώπου της "ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΑΕ", αφού ήταν αυτός που υπέβαλε τις σχετικές αιτήσεις, τις οποίες χειρίστηκε ο πρώτος κατηγορούμενος και με συνεχείς παραινέσεις και προτροπές που έγιναν με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο την απόφαση να τελέσει τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται ο πρώτος κατηγορούμενος.
Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να παραπεμφθούν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, το οποίο είναι αρμόδιο καθ' ΰλη και κατά τόπο για να δικαστούν ως υπαίτιοι των πράξεων που κατηγορούνται (111§1, 122§1, 128§1, 130§1 Κ.Π.Δ.), οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1,12, 14, 16, 17, 18, 26§1, 27§1, 46§α, 51, 52, 94§1, 98§1, 242§1, 2 και 3, 386§§1 και 3 Π.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο 1§1 του Ν 1608/1950.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου δέχθηκε ότι υπάρχουν "επαρκείς ενδείξεις ενοχής" σε βάρος των κατηγορουμένων και παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, για να δικασθούν για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν. Με αυτά που δέχθηκε όμως το Συμβούλιο Εφετών, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του, το Συμβούλιο Εφετών, που το εξέδωσε: 1) Αναφέρεται επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, στα οποία στήριξε την κρίση του, δίχως να βεβαιώνει, συγχρόνως, ότι έλαβε υπόψη του και τα υπόλοιπα, με περιεχόμενο αντίθετο ή διαφορετικό προς εκείνα και να αιτιολογεί, γιατί επιλέγει μερικά από αυτά και αποκλείει τα υπόλοιπα, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται βέβαιο ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και ειδικά α) τα 367805/66,367805/66 και 368367/66 παραχωρητήρια του Υπουργείου Γεωργίας, με τα οποία είχαν παραχωρηθεί στους δικαιοπαρόχους του δεύτερου κατηγορουμένου τα ακίνητα της πρώτης και της δεύτερης κατηγορίας β) τη 2641/04 απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε βάσει της από 31-5-83 έκθεσης της κατά νόμο επιτροπής, με την οποία έγινε οριοθέτηση του αιγιαλού γ) τη 2641/89 πράξη του Κτηματολογίου και τη σχετική βεβαίωση του Διευθυντή της Υπηρεσίας, που εκδόθηκε ύστερα από την ΔΚ 1259 απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου, δ) την από 16-10-07 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τεχνικού συμβούλου ...... και το σχετικό σχεδιάγραμμα, ε) την από 24-11-04 αναφορά του Διευθυντή του Κτηματολογίου προς τον Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου και στ) το 10011/174/Β έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου οικονομικών και 2) Δεν εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τις αναφερόμενες στο βούλευμα αποδείξεις και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στους κατηγορούμενους πιο πάνω αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή τους και ειδικότερα δεν διευκρινίζει το σχετικό συλλογισμό του και στη συνέχεια δεν αιτιολογεί καθόλου την κρίση του, κατά την οποία από τη λαθεμένη άθροιση και αναγραφή του εμβαδού της έκτασης σε 65.570 τμ αντί του ορθού 55.580 τμ, στα αγροτεμάχια της τρίτης κατηγορίας {περ. γ}, σε 46.212 τμ, αντί του ορθού σε 45.437 τμ, στα αγροτεμάχια της τέταρτης κατηγορίας και σε 50.437 τμ, αντί του ορθού 45.437 στα αγροτεμάχια της έκτης κατηγορίας {περ. στ}, προκύπτει ζημία σε βάρος του δημοσίου, αφού δεν βεβαιώνει με το βούλευμα του, ότι τα επιπλέον τετραγωνικά μέτρα εδάφους, που από τη λαθεμένη άθροιση αναφέρονται στα σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα, αντιστοιχούν και αφορούν σε υπάρχουσα, με συγκεκριμένα όρια έκταση του Δημοσίου και ποια, ώστε να μπορεί ο δεύτερος κατηγορούμενος να τα διεκδικήσει με βάση τη κτηματογράφηση, τούτο δε ανεξάρτητα αν η εσφαλμένη αυτή αναγραφή στα σχετικά τοπογραφικά σχεδιαγράμματα οφείλεται σε λανθασμένη ή σκόπιμη ενέργεια του πρώτου κατηγορούμενου. Δηλαδή με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αιτιολογείται, επαρκώς, η παραδοχή του Συμβουλίου, κατά την οποία, από τις ενέργειες του πρώτου κατηγορουμένου, απειλήθηκε η ζημία του Δημοσίου που προαναφέρθηκε και ειδικότερα ότι η διόγκωση και μόνο του εμβαδού των αγροτεμαχίων, που περιγράφονται στα τοπογραφικά σχεδιαγράμματα, τα οποία συνέταξε ο πρώτος κατηγορούμενος, η οποία, όπως δέχεται το Συμβούλιο, οφείλεται στην εσφαλμένη άθροιση, χωρίς την παράλληλη αύξηση των διαστάσεων και την μετατόπιση των ορίων των, αποτελεί πρόσφορο τρόπο κτήσεως δικαιώματος κυριότητας σε τμήμα άλλων ακινήτων κυριότητας τρίτου, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση του Δημοσίου και τίτλο μεταβίβασης του αντίστοιχου τμήματος εδάφους, απροσδιόριστης έκτασης, στους αρχικούς δικαιούχους των αγροτεμαχίων. Επομένως είναι βάσιμος ο, από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, που περιέχεται στην αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει αυτή να γίνει δεκτή, ν' αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί (άρθρο 519 ΚΠΔ) η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το με αριθμό 75/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που το εξέδωσαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή