Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1265 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών παρά τοξικομανούς από κοινού με μη διάδικο στην παρούσα δίκη, από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο. Λόγοι της αιτήσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Ειδική αιτιολογία υπάρχει και για το χαρακτηρισμό του ως ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1265/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 48/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ξ. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 326/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για ανυπαρξία καταλογισμού ή ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ή για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων πρέπει να αιτιολογείται, ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται, παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται, να απάντησε, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 48/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ευρώ και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5000) ευρώ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Στις 3.12.2004 και περί ώραν 14.00, η Αλβανίδα υπήκοος ... βρισκόταν στη συμβολή των οδών ... και ..., στο Δήμο ..., και πεζή προς το Γυμναστήριο. Ξαφνικά, ήλθε από πίσω της ένα δίκυκλο μοτοποδήλατο και ο άνδρας που επέβαινε σ' αυτό της άρπαξε την τσάντα, πλην δεν κατόρθωσε να διαφύγει γιατί καταδιώχθηκε από περαστικούς και ακινητοποιήθηκε από αυτούς. Ακολούθως, έφθασε περιπολικό του Α.Τ. ..., τον συνέλαβαν και τον προσήγαγαν στο Αστυνομικό Τμήμα, όπου διαπιστώθηκε ότι ονομαζόταν Ψ. Σε γενόμενη έρευνα επάνω του βρέθηκαν 4 αυτοσχέδιες συσκευασίες (φιξάκια) που περιείχαν ηρωίνη, συνολικού μικτού βάρους 0,8 γραμ. περίπου. Ο εν λόγω Ψ έδωσε στην Αστυνομία τις από 23.12.2004 (και ώρα 17.00 και 21.00 αντιστοίχως) προανακριτικές απολογίες που αναγνώστηκαν, στις οποίες καταθέτει, μεταξύ άλλων, τα εξής χρήσιμα στοιχεία για την κρινόμενη υπόθεση: Προμηθεύτηκε το ένα φιξάκι (2 γραμ.) από άτομο ονόματι "Ξ" (εννοεί τον 2° κατηγορούμενο) την ίδια ημέρα (23.12.04) και περί ώραν 11.00, τον οποίο (τον Ξ) επισκέφθηκε στο σπίτι του, αφού προηγουμένως του τηλεφώνησε στον αριθμό .... Εκεί, εκτός από τον Ξ, είδε και ένα φίλο του τελευταίου, το Χ τον "ανάπηρο" (εννοεί τον 1° κατηγορούμενο), καθώς και έναν άλλο, το ..., οι οποίοι μαζί πουλάνε ναρκωτικά. Κατέβαλε για τη δόση 20 € και το ίδιο είχε κάνει το τελευταίο δίμηνο περί τις 20 φορές. Καταθέτει, ακόμη, ότι πριν από 5 ημέρες, που είχε πάει πάλι στο σπίτι του 2ου κατηγορουμένου, είχε συναντήσει μια κοπέλα που τη λένε Θ, η οποία ήταν σε κατάσταση υπνηλίας και του είπε, σε ερώτησή του για την κατάσταση της, ότι προ ολίγου είχε πάρει ηρεμιστικά χάπια τύπου VULBEGAL, τα οποία είχε προμηθευτεί από την ..., και είχε πιει και λίγη ηρωίνη που είχε πάρει από τον Ξ. Την επόμενη ημέρα, ο Ψ ξαναεπισκέφθηκε τον 2° κατηγορούμενο, ο οποίος του είπε ότι την προηγουμένη, όταν αυτός (Ψ) είχε φύγει, η Θ "έμεινε" (λέξη που χρησιμοποιείται για όλους τους χρήστες ναρκωτικών που υποκύπτουν μετά από υπερβολική χρήση), εκείνος προσπάθησε να τη συνεφέρει, αλλά δεν μπόρεσε και την έβγαλε έξω από το σπίτι του και την άφησε στα σκαλοπάτια. Η Θ βρέθηκε στα σκαλοπάτια της οικίας του 2ου κατηγορουμένου στις 18.12.04 και περίν ώραν 07.10 από τον μάρτυρα αστυνομικό ..., ενώ ταυτόχρονα είχε έλθει και ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, το οποίο την μετέφερε στο Νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός της. Κατόπιν της πρώτης από τις παραπάνω καταθέσεις του Ψ, αστυνομικοί του Α.Τ. ... μετέβησαν στην επί της οδού ... και ..., στο ..., οικία, όπου διέμεναν οι κατηγορούμενοι και ο ανωτέρω μετέβαινε για προμήθεια ναρκωτικών και στα σκαλοπάτια της οποίας βρέθηκε νεκρή η Θ. Σε έρευνα δε που έγινε, με την παρουσία Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, παρά τις αντιρρήσεις του 2ου κατηγορουμένου, βρέθηκαν 2 αυτοσχέδιες συσκευασίες που περιείχαν ηρωίνη συνολικού μικτού βάρους 9,6 γραμ. περίπου, μια χάρτινη συσκευασία που περιείχε δισανθρακική σόδα, που χρησιμοποιείται για την αραίωση ναρκωτικής ουσίας, βάρους 11,7 γραμ. περίπου, 3 καλαμάκια προφανώς χρησιμοποιημένα, ένα στιλέτο με μήκος λεπίδας 7 εκ., μια πιστωτική κάρτα της NOVA BANK του 1ου κατηγορουμένου, μια ατζέντα περιέχουσα τηλεφωνά προφανώς αγοραστών, τρία κινητά τηλέφωνα, το χρηματικό ποσό των 80 € σε 4 χαρτονομίσματα των 20 € προερχόμενο από πώληση ναρκωτικών ουσιών και ένα σφυρί με λαστιχένια κεφαλή. Και είναι μεν αλήθεια ότι ο ως άνω Ψ, με την από 27.6.05 υπεύθυνη δήλωσή του, ανακάλεσε τις παραπάνω καταθέσεις του ως ψευδείς και κατασκευασμένες από αυτόν με τη βοήθεια της Αστυνομίας. Πλην, η δήλωση αυτή δεν ασκεί καμιά επιρροή ως μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια, δεδομένου ότι οι εν λόγω καταθέσεις είναι λεπτομερέστατες και δεν φαίνονται κατασκευασμένες, τοσούτω μάλλον καθόσον αυτός θα κατηγορείτο μόνο για την κλοπή της τσάντας και ίσως για προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών ουσιών για δική του αποκλειστικά χρήση και δεν είχε κανένα λόγο να καταδώσει τους κατηγορουμένους για εμπορία ναρκωτικών για να ελαφρύνει τη δική του θέση, ούτε, βεβαίως, να επιβαρύνει τον 2° και με το έγκλημα της έκθεσης. Και ασφαλώς ούτε ο ίδιος μπορούσε να γνωρίζει τα μικρά ονόματα των δραστών και του θύματος αν δεν είχε έλθει σε επαφή μαζί τους ούτε και η Αστυνομία, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι αυτή είχε σχετικές πληροφορίες από άλλες πηγές. Παραδεκτά δε λαμβάνονται υπόψη, αφού δεν προβλήθηκε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωσή τους, ενώ η διάταξη του άρθρου 211 Α ΚΠΔ δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, εφόσον ο Ψ δεν είναι συγκατηγορούμενος των εκκαλούντων ούτε για την ίδια πράξη ούτε στην ίδια δίκη. Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι, όπως κρίθηκε και πρωτοδίκως και προκύπτει από τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που αναγνώστηκαν, είναι τοξικομανείς. Στις απολογίες τους αρνούνται την κατηγορία, όμως έρχονται σε αντίθεση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Συγκεκριμένα, ο 1ος ισχυρίζεται ότι προμηθεύτηκε την ηρωίνη για αποκλειστικά δική του χρήση. Όμως, η ποσότητα που βρέθηκε και κατασχέθηκε κρίνεται αρκετά μεγάλη έστω και για ένα τοξικομανή και ο ισχυρισμός αυτός, που καταρρίπτεται και από τις καταθέσεις του Ψ, κατά τις οποίες τις περισσότερες φορές που ο τελευταίος έκανε συναλλαγές με τον 2° κατηγορούμενο ήταν παρόντες και οι λοιποί (ο 1ος κατηγορούμενος και ο ...), οι οποίοι έκαναν μαζί το εμπόριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ακόμη, ενώ παραδέχεται ότι τον φιλοξενούσε για δύο ημέρες ο 2ος, ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει τον Ψ, με τη μαρτυρία του οποίου συνελήφθη και αυτός. Ο δε 2ος ισχυρίζεται ότι δεν ήξερε την Θ, αλλά την είδε πεσμένη στα σκαλιά και κάλεσε το ΕΚΑΒ, αλλά δεν έδωσε το όνομα του. Όμως, ο Ψ δεν είχε λόγο να καταθέσει για την Θ αν δεν την είχε δει στην οικία του 2ου κατηγορουμένου, ο οποίος, αφού αυτή ήταν πεσμένη έξω από το σπίτι του, αν πραγματικά δεν την ήξερε και αν είχε ο ίδιος καλέσει το ΕΚΑΒ, έπρεπε να δώσει τα στοιχεία του στην Αστυνομία, αφού δεν θα είχε να φοβηθεί τίποτε. Ακόμη, αν ήταν αθώος, θα έπρεπε να επιτρέψει την έρευνα στην οικία του, η οποία έγινε νόμιμα, και όχι, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική από 23.12.04 έκθεση, για να διενεργηθεί αυτή, να απασφαλιστεί η κυρία είσοδος με τη συνδρομή κλειθροποιού και αυτός να αρνηθεί να υπογράψει την έκθεση. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι: α) Και οι δύο κατηγορούμενοι κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν από τη σύλληψή τους αγόρασαν από κοινού από άγνωστο άτομο αντί αγνώστου τιμήματος ή άλλου ανταλλάγματος ηρωίνη μικτού βάρους τουλάχιστον 10 γραμ., από την οποία ο 2ος πούλησε στους Ψ και Θ ανά 0,2 γραμ. περίπου, αντί τιμήματος 20 € στον πρώτο και αντί αγνώστου ποσού ή άλλου ανταλλάγματος στη δεύτερη, β) Τις ανωτέρω ποσότητες ηρωίνης κατείχαν από κοινού με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, δηλαδή είχαν τη δυνατότητα να τις διαθέσουν κατά την πραγματική βούλησή τους οποτεδήποτε, όπως και διέθεσαν τα 0,4 γραμ., κατά τα ανωτέρω".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο τον άνω κατηγορούμενο Χ, ήδη αναιρεσείοντα, κήρυξε ένοχο των αξιοποίνων πράξεων της αγοράς και κατοχής από κοινού με το μη διάδικο στην παρούσα δίκη, δεύτερο κατηγορούμενο, Ξ, ως τοξικομανή, με την επιβαρυντική περίπτωση ως ιδιαίτερα επικίνδυνος δράστης και ειδικότερα, του ότι: "Κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους, από πρόθεση ενεργώντας και έχοντας αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπει, και τιμωρεί ο νόμος με στερητική της ελευθερίας ποινή και ειδικότερα:1) Αμφότεροι κατηγορούμενοι από κοινού:
1) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν από τη σύλληψή τους (23-12-2004) και σε ημερομηνία, που βρίσκεται εντός του χρονικού, αυτού διαστήματος, στην ... ή σε, άλλο σημείο της ..., αγόρασαν, από "κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση ενεργώντας, άγνωστες ποσότητες απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου, τουλάχιστον όμως αγόρασαν την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία ηρωίνη συνολικού μικτού βάρους 10 γραμμαρίων περίπου, εκ των οποίων ποσότητα 9,6 γραμμαρίων περίπου βρέθηκε στην κατοχή τους, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου είδους, ανταλλάγματος με σκοπό την εμπορία.
2) Στην ... και συγκεκριμένα στο διαμέρισμα της επί της οδού ..., όπου κατοικούν από κοινού ήταν κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση ενεργώντας, και με σκοπό την εμπορία κατείχαν, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, δηλαδή μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσουν την ύπαρξή τους, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και συγκεκριμένα: α) -Στις 23 Δεκεμβρίου 2004 και περί ώρα 20.00', κατείχαν την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία ηρωίνη συνολικού μικτού βάρους 9,6 γραμμαρίων περίπου, την οποία είχαν τοποθετήσει σε 2 αυτοσχέδιες συσκευασίες.
β) Στις 23 Δεκεμβρίου 2004 και περί ώρα 11.00', κατείχαν την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία ηρωίνη, ήτοι ένα φιξάκι, συνολικού μικτού βάρους 0,2 γραμμαρίων περίπου. Και
γ) Στις 18 Δεκεμβρίου 2004 και lto τις πρωινές ώρες, κατείχαν την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία ηρωίνη, ήτοι ένα φιξάκι, συνολικού μικτού βάρους 0,2 γραμμαρίων περίπου.
Τις παραπάνω πράξεις τέλεσαν υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι δράστες".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠ Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. α', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 4 παρ. 1, 3 πιν. Α5, 5 παρ. παρ. 1 εδ. β', ζ', 13 παρ. παρ. 1, 4 Ν. 1729/1987 (όπως ισχύει), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 48/09 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ..., ... και ....
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε σας προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Επίσης, υπάρχει πλήρης αιτιολογία για το πρόσωπο του αναιρεσείοντος ως δράστη των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων ιδιαίτερα επικίνδυνου, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, όπως κατά λέξη στο σκεπτικό αναφέρεται: "Οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις ανωτέρω πράξεις υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, πράγμα που αποδεικνύεται από το ότι δεν στάθμισαν την τεράστια ζημία που θα προκαλούσε η πώληση ναρκωτικών ουσιών σε ανθρώπους, κυρίως νέους, που θα έκαναν χρήση. Μάλιστα στη συγκεκριμένη περίπτωση προκλήθηκε, από την ηρωίνη που πούλησε ο 2ος, αλλά είχαν αγοράσει και κατείχαν, όπως αναφέρθηκε, από κοινού, ο θάνατος μιας νέας κοπέλας, της Θ και, παρά ταύτα, οι δράστες όχι μόνο παρέμειναν αμετανόητοι, αλλά αρνήθηκαν οποιαδήποτε ανάμιξή τους και ο 2ος να αρνήθηκε να επιτρέψει την είσοδο στην οικία του των αρμοδίων κρατικών οργάνων για διενέργεια έρευνας, προσπαθώντας προφανώς να κερδίσει χρόνο για να εξαφανίσει πιθανά στοιχεία που θα τους ενοχοποιούσαν".
Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: α) η αδυναμία αξιολόγησης της προσωπικότητάς του λόγω αντιφατικών παραδοχών της προσβαλλομένης σε συνδυασμό με την έλλειψη επίκλησης πραγματικών περιστατικών σχετικών με τα αίτια τέλεσης της πράξης και των μέσων που χρησιμοποίησε, δεν καλύπτονται με μόνη την παραπομπή στα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πράξεων της αγοράς και κατοχής των ναρκωτικών ουσιών, τα οποία παρατίθενται ως προς αξιολόγηση των αυτών πράξεων και όχι της επικινδυνότητάς του. Ως εκ τούτου η προσβαλλομένη ως προς το κεφάλαιο της επιβαρυντικής περίστασης της ιδιαίτερης επικινδυνότητας του είναι ελλιπής και στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Και τούτο, διότι εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία ο αναιρεσείων, όπως και ο μη ασκήσας αναίρεση συγκατηγορούμενός του), χαρακτηρίζεται ως δράστης ιδιαίτερα επικίνδυνος. Και β) εξαιτίας αφενός της αντιφατικότητας των παραδοχών της προσβαλλομένης αναφορικά με την αξιολόγηση της προσωπικότητάς μου και αφετέρου της ελλιπούς αιτιολογίας συνισταμένης στα περαιτέρω αποφασιστικά και κρίσιμα σημεία της ιδιαίτερης επικινδυνότητάς του, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης 8 του ν. 1729/1987. Με αποτέλεσμα να υφίσταται εκ πλαγίου παράβαση της εν λόγω διάταξης και η προσβαλλόμενη να στερείται νόμιμης βάσεως. Αβάσιμα όμως και ως προς την αιτίαση αυτή, αφού κατά τα προεκτεθέντα ούτε αντίφαση υπάρχει στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε επίσης και έλλειψη αιτιολογίας, ως προς τα στοιχεία του άνω χαρακτηρισμού του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Φεβρουαρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 1.434/17-2-2009) αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 48/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ