Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 772 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Σωματεμπορία.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για σωματεμπορία με επιβαρυντικές περιστάσεις. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως σε σχέση με την απόρριψη του ισχυρισμού για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως της καλής συμπεριφοράς. Μόνη η καλή συμπεριφορά στη φυλακή δεν αρκεί.




ΑΡΙΘΜΟΣ 772/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Ρακόπουλο περί αναιρέσεως της 5-9/2009 αποφάσεως Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 420/09.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 351 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 3064/2002 "όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας, προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει, με ή χωρίς αντάλλαγμα, σε άλλον ή παραλαμβάνει από τον άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γεννετήσια εκμετάλλευσή του, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ". Κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε επίσης με το άρθρο 8 του ν. 3064/2002 "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η πράξη: α) στρέφεται κατά ανηλίκου ή συνδέεται με την πνευματική αδυναμία ή την κουφότητα του παθόντος....γ) συνδέεται με την παράνομη είσοδο, παραμονή ή έξοδο του παθόντος από τη χώρα δ)τελείται κατ' επάγγελμα". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του εδαφ. στ' του άρθρου 13 ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 121 του ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδοχή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να διορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος όπως και στο έγκλημα της σωματεμπορίας του ως άνω άρθρου 351 ΠΚ, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο σκοπό αυτό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5-9/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για την πράξη της σωματεμπορίας από κοινού στρεφόμενη κατά ανήλικης, συνδεόμενη με την παράνομη παραμονή στην χώρα αλλοδαπής, κατ' εξακολούθησιν και κατ' επάγγελμα, σε κάθειρξη δώδεκα ετών (12) και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής εκτίθεται, κατά το ενδιαφέρον τμήμα αυτής, ότι από την εκτίμηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν τα εξής: "Στις 22-3-2004, βραδυνές ώρες, οι ... και ..., α.λ.σ Βούλγαροι υπήκοοι, με το πρόσχημα ότι θα δειπνήσουν σε κοντινή ψαροταβέρνα της Βουλγαρίας, παρέσυραν και οδήγησαν στην παραμεθόριο με τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα τις ομοεθνείς του Θ, ανήλικη, ως γεννηθείσα την 9-5-1988 και την Ξ και εκεί τις υποχρέωσαν διερχόμενες πεζή να εισέλθουν όλοι μαζί στην Ελλάδα λάθρα, χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα από αφύλακτη διάβαση των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων. Κατά την είσοδο τους στην Χώρα τις δύο παθούσες παρέδωσαν σε τρίτους οι οποίοι εν συνέχεια την ανήλικη Θ , τέλη του Απριλίου του 2004, την παρέδωσαν στον κατηγορούμενο X και στη σύζυγό του και δεύτερη κατηγορούμενη στον πρώτο βαθμό Ψ, γνωστή με το όνομα "...", υπηκόους... οι οποίοι έκτοτε από κοινού και κατ' εξακολούθηση επί 5μηνο έως τις 20-9-2004 την προήγαγαν στην πορνεία, με τη χρήση απειλών σπουδαίου και άμεσου κινδύνου της ζωής και της σωματικής της ακεραιότητας και εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση στην οποία βρισκόταν, λόγω της μεγάλης οικονομικής ανάγκης και του γεγονότος ότι διέμενε παράνομα στη Χώρα, εξαναγκάζοντάς την, με σκοπό την γενετήσια εκμετάλλευσή της, να έρχεται σε σαρκική επαφή καθημερινώς με διάφορους άνδρες (4-6 ημερησίως) αντί αμοιβής 70-100 Ευρώ, ανά πελάτη, ποσό που κρατούσαν εξ ολοκλήρου αυτοί και με ερωτικά ραντεβού που έκλεινε προηγουμένως με τους πελάτες, τηλεφωνικώς, μέσω του κινητού της τηλεφώνου, η σύζυγος του κατηγορουμένου Ψ. Οι ερωτικές συνευρέσεις γινόταν μέσα στην οικία τους αρχικά στη ... επί τρίμηνο και στη συνέχεια στο υπόγειο άλλης κατοικίας τους στα ..., όπου για λόγους ασφαλείας μετέφεραν την ανήλικη, επί δίμηνο έως τις 20.9.2004 οπότε και αποκαλύφθηκε η πράξη τους, με τη σύλληψη της εν λόγω ανήλικης παθούσας Θ από τον ..., Αστυνομικό της Υποδ/νοης Ασφαλείας Βόλου, στα ίχνη των οποίων (κατηγορουμένου και της συζύγου του Ψ) και έφθασε αυτός ύστερα από ανώνυμες τηλεφωνικές καταγγελίες που περιήλθαν στην υπηρεσία του κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα για το ότι, οι δύο αυτοί υπήκοοι Βουλγαρίας αποκρύπτουν στην τελευταία ως άνω κατοικία τους (...) μία ανήλικη αλλοδαπή και την εκδίδουν από κοινού κατ' επάγγελμα σε πορνεία με σκοπό το κέρδος. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανσγνωσθείσα, άνευ αντιρρήσεως από την υπεράσπιση, από 21-9-2004 ένορκη προανακριτική κατάθεση του ανωτέρω Αστυνομικού, οι πελάτες καλούσαν στο κινητό τηλέφωνο με νούμερο .... και απαντούσε είτε ο κατηγορούμενος X, είτε η σύζυγος του Ψ και λέγοντας το σύνθημα "είμαι από τον ... από τις ... και θέλω το μικρό" κανόνιζαν με αυτούς τον τόπο και χρόνο του ερωτικού ραντεβού με την ανήλικη κοπέλα Θ, για την οποία έπρεπε να καταβάλει το χρηματικό ποσό των εκατό (100) Ευρώ για την κάθε ερωτική συνεύρεση. Ότι, προκειμένου να ερευνηθεί η βασιμότητα των εν λόγω καταγγελιών αποφασίστηκε να προσποιηθεί ο ανωτέρω Αστυνομικός τον "πελάτη" κλείνοντας ραντεβού τηλεφωνικώς στον προαναφερόμενο αριθμό κλήσης του τηλεφώνου της οικίας των κατηγορουμένων X και Ψ. Πράγματι ο εν λόγω αστυνομικός ..., προσποιούμενος τον ενδιαφερόμενο πελάτη τηλεφώνησε στις 20-9-2004 και περί ώρα 12:15 στο προαναφερόμενο νούμερο κινητού και του απάντησε μία γυναίκα και την ρώτησε εάν είναι η "Ψ" και έλαβε θετική απάντηση, της είπε το κωδικό σύνθημα και εκείνη τον ρώτησε ποιος είναι και της είπε ότι "είμαι ο ... από τις ... που έχω πρατήριο βενζίνης και θέλω την κοπέλα για το μεσημέρι για να συνευρεθώ ερωτικά μαζί της". Η σύζυγος του κατηγορουμένου X, Ψ συμφώνησε να του δώσει την ανήλικη αλλοδαπή και την ρώτησε αν ισχύει το χρηματικό ποσό των εκατό (100) Ευρώ και πού έπρεπε να τα καταβάλλει και σε ποιον. Απαντώντας του ανέφερε ότι αυτά ήταν τα χρήματα που έπρεπε να πληρώσει και ότι θα τα παρέδιδε στην κοπέλα που θα συνευρίσκονταν μαζί του, επιπρόσθετα δε ανέφερε ότι, τον τόπο του συγκεκριμένου ερωτικού ραντεβού, θα μπορούσε να καθορίσει εκείνος και ότι η κοπέλα περί ώρα 13:00 της ίδιας ημέρας θα ευρίσκεται επί της οδού ... έμπροσθεν του κτιρίου των ΕΛΤΑ, απ' όπου αυτός θα την οδηγούσε σε ξενοδοχείο της επιλογής του και τον ρώτησε πως θα τον αναγνωρίσει η κοπέλα και της απάντησε ότι θα την περιμένει επιβαίνων σε μηχανή μεγάλου κυβισμού. Πράγματι, περί ώρα 13:00 της προαναφερομένης ημέρας, προσήλθε μπροστά στο κτίριο των ΕΛΤΑ όπου ανέμενε ο αστυνομικός υπάλληλος, μια κοπέλα, η οποία τον πλησίασε και του είπε πως είναι η κοπέλα που περίμενε και επιβιβάστηκε στη μοτοσυκλέτα. Στη συνέχεια την οδήγησε στο ξενοδοχείο "...", το οποίο ευρίσκετο στη διασταύρωση των οδών ... και ... της πόλεως του .., με τον ιδιοκτήτη του οποίου η Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Βόλου είχε προηγουμένως περιέλθει σε συμφωνία και είχε προκαθορισθεί να χρησιμοποιήσει το δωμάτιο με αριθμό .... Η ανήλικος κοπέλα του ζήτησε να της δώσει τα εκατό (100) Ευρώ που είχε κανονίσει με την Ψ, προκειμένου να συνευρεθούν ερωτικά και εκείνος της έδωσε τα υπ' αριθμ. α) ... χαρτονόμισμα των πενήντα (50) ευρώ, β) ... και ... χαρτονομίσματα των είκοσι (20) ευρώ και γ) ... και ... χαρτονομίσματα των πέντε (5) ευρώ και τα οποία είχαν προηγουμένως προσημειώσει και μόλις τα παρέλαβε δέχτηκε να συνευρεθεί μαζί του και άρχισε να βγάζει τα ρούχα της και τότε εκείνος της ανακοίνωσε την ιδιότητα του και ενημέρωσε μέσω του κινητού του τηλεφώνου τους συναδέλφους του αστυνομικούς υπαλλήλους, οι οποίοι επενέβησαν και διενήργησαν σωματική έρευνα στην ανήλικη και ανεύραν και κατάσχεσαν τα ανωτέρω προσημειωμένα χαρτονομίσματα και ένα κουτί προφυλακτικών μάρκας DREAM, το οποίο περιείχε ένα (1) αχρησιμοποίητο προφυλακτικό. Άπαντα τα ανωτέρω αποδεικνύονται ιδία και από τις, άνευ αντιρρήσεως από την υπεράσπιση, αναγνωσθείσες ανωμοτί καταθέσεις της ανήλικης παθούσας Θ, από 20-9-2004 ενώπιον του Αστυνόμου Β' ... της Υ.Α. Βόλου και από 9-3-2005 ενώπιον του Ανακριτού του Α' Τμήματος του Πρωτοδικείου Βόλου, στις οποίες κατά τον πλέον κατηγορηματικό και μη αναιρούμενο από αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο τρόπο μεταξύ των άλλων καταθέτει ότι, μετά από ένα μήνα (εννοεί περί τα τέλη Απριλίου 2004) η ... την πούλησε αντί 1.500 Ευρώ σε ένα ζευγάρι, τον αδελφό της Χ (κατηγορούμενο) και την Ψ ότι, αμφότεροι, οι οποίοι στην αρχή την πήγανε σ' ένα σπίτι στην ... και μένανε και οι τρεις μαζί για 3 μήνες, συνέχισαν να την εκδίδουν, με ραντεβού που κανόνιζε η "Ψ", χρησιμοποιώντας το κινητό της με αριθμ. ..., μάρκας SIEMENS, ότι, στα ερωτικά ραντεβού την οδηγούσε η ίδια ("Ψ") με ταξί και η ίδια έπαιρνε τα λεφτά, 70-100 Ευρώ ανά πελάτη, και στη συνέχεια τα έδινε στον κατηγορούμενο, χωρίς αυτή να κερδίζει τίποτα ότι, όσες φορές αρνήθηκε να πάει με άνδρες την χτύπησε ο κατηγορούμενος ότι, στη συνέχεια, για λόγους ασφαλείας, την μετέφεραν στα ... και έμεινε μαζί τους για άλλους 2 μήνες όπου και πάλι την εξανάγκαζαν να δουλεύει ως πόρνη, παρά τη θέληση της, όπως και προηγουμένως έως ότου την ανακάλυψε η Αστυνομία ότι, την είχαν συνέχεια υπό την επίβλεψη τους και στον κόσμο την παρουσίαζαν σαν παιδί τους ότι, πάντα κάποιος από τους δύο ήταν μαζί και την πρόσεχε και ότι, δεν μπορούσε να ξεφύγει από αυτούς, διότι πέραν του ότι, φοβόταν, δεν είχε χρήματα, δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα και δεν είχε που να πάει, βρισκόταν παράνομα στην Ελλάδα και τα χαρτιά της (εννοεί την Βουλγαρική ταυτότητα που έφερε μαζί της) τα κρατούσε ο κατηγορούμενος. Η κατάθεση της ανήλικης παθούσας προσεπιβεβαιώνεται και από τις και πρωτοδίκως αναγνωσθείσες και άνευ αντιρρήσεως από την υπεράσπιση από 20.9.2004 ενώπιον του Ανθ/μου ... της Υ.Α. Βόλου και την από 9-3-2005 ενώπιον του ιδίου ως άνω Ανακριτή δοθείσα μαρτυρική κατάθεση της Ξ. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι, τις ανωτέρω πράξεις τέλεσε ο κατηγορούμενος X, κατ' επάγγελμα ενεργώντας βάσει σχεδίου με οργανωμένη ετοιμότητα και με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της ίδιας πράξης προς πορισμό εισοδήματος".
Με αυτά που δέχθηκε το άνω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της σωματεμπορίας στρεφόμενης κατά ανήλικης, συνδεόμενης με την παράνομη παραμονή στη χώρα αλλοδαπής κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, για το οποίο καταδικάσθηκε, ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής του στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 351 παρ. 1, 4 εδ. α, γ, και δ, 13 εδ. στ. ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παρεβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρεται στην αιτιολογία ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη, ήτοι η παραλαβή, χρήση βίας και κατακράτηση της ανήλικης αλλοδαπής γυναικός που βρισκόταν παράνομα στη χώρα. Επίσης αναφέρεται ο επιδιωκόμενος περαιτέρω σκοπός, συνιστάμενος στην γεννετήσια εκμετάλλευση της άνω ανηλίκου γυναικός. Τέλος, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και ως προς την συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περιστάσεως, της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως, την κρίση του δε αυτή στηρίζει το Μικτό ορκωτό Εφετείο, στην επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής, που συντρέχει και επί της διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθησιν, όπως εν προκειμένω, και από την οποία προκύπτει ο σκοπός του αναιρεσείοντος για πορισμό εισοδήματος. Επομένως οι αντίθετοι προς τα ανωτέρω, πρώτος και δεύτερος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και του ΚΠΔ (άρθρο 139) πρέπει αν εκτείνεται και στους ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για την θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων, από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρείται μεταξύ άλλων, (υπό στοιχ ε') "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για την περίσταση αυτή, πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική στάση του και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή και, συνεπώς, η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεπε ο νομοθέτης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων , δια της συνηγόρου του, προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό του, του ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε ΠΚ ισχυρισμό που εκτέθεσε γραπτώς και ανέπτυξε και προφορικά και ο οποίος έχει ως εξής: "Η συμπεριφορά μου στη φυλακή καθόλο το διάστημα της κράτησής μου από το 2004 μέχρι σήμερα ήταν καλή, δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά και εργάζομαι ως καθαριστής χωρίς να δημιουργήσω πρόβλημα στην υπηρεσία ούτε και έχω εμπλακεί σε πειθαρχικής φύσεως παραπτώματα με συγκρατούμενους μου". Ο ισχυρισμός αυτός δεν θεμελιώνεται στα εν λόγω επικληθέντα απ' τον αναιρεσείοντα περιστατικά, καθόσον η ήσυχη και χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη φυλακή δεν συνιστά καθεαυτή την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, διότι τέτοια συμπεριφορά την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας, όπως προεκτέθηκε. Έτσι, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν, στον οποίο εκ περισσού απήντησε. Επομένως ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε ο ως άνω ισχυρισμός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Μαρτίου 2009 αίτηση του X, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 5-9/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ