Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1893 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια.




Περίληψη:
Ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, που προβλήθηκε στη δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για κρείσσονες αποδείξεις, πρέπει να επαναληφθεί και στη νέα συζήτηση. Διαφορετικά το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτόν. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατική αιτιολογία, διότι ενώ στην αρχή των πρακτικών αναφέρεται ότι η έφεση έχει γίνει τυπικά δεκτή με προηγούμενη (αναβλητική) απόφαση, στο σκεπτικό αναφέρεται ότι πρέπει να γίνει η έφεση δεκτή κατά το τυπικό της μέρος και να εξεταστεί η υπόθεση κατ' ουσίαν, είναι αβάσιμη, διότι η επικαλούμενη αντίφαση δεν υπάρχει διότι από παραδρομή γίνεται η ανωτέρω μνεία στο σκεπτικό και ως εκ του περισσού στο διατακτικό αναφέρεται ότι δέχεται την έφεση. Απορρίπτει την αίτηση.




Αριθμός 1893/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Γκότση, περί αναιρέσεως της 81065/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1277/2007.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που αν αληθεύουν, συνεπάγονται την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, του αποκλεισμού ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, εφόσον όμως περιέχουν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν αυτούς.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη 81.065/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε δεύτερο βαθμό για παράβαση του Α.Ν. 86/1967 (μη καταβολή εργοδοτικών εισφορών προς το ΙΚΑ και παρακράτηση εργατικών εισφορών), με τον δεύτερο λόγο τής αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην ανωτέρω απόφαση την αιτίαση ότι το δίκασαν Δικαστήριο απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον ισχυρισμό του ότι δεν υπήρχε αξιόποινη πράξη δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι σ' αυτόν δεν υπάγονται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, αλλά σε άλλα ειδικά ασφαλιστικά Ταμεία. Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως, ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε καν τον ως άνω ισχυρισμό, του, ο οποίος δεν είναι αυτοτελής κατά την παραπάνω έννοια, ως μη συνεπαγόμενος την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, του αποκλεισμού ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, αλλ' αρνητικός τής κατηγορίας, και επομένως το Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι οι εργαζόμενοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην εκδοτική του επιχείρηση υπάγονταν στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α., δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού. Ανεξάρτητα πάντως των ανωτέρω, το γεγονός ότι ο αναιρεσείων είχε προτείνει τον ισχυρισμό αυτόν κατά την προηγούμενη δικάσιμο που η υπόθεση είχε αναβληθεί για κρείσσονες αποδείξεις, χωρίς να εκδοθεί απόφαση επ' αυτού, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι με την ανάγνωση των πρακτικών εκείνης της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 2 του ΚΠΔ, προβλήθηκε παραδεκτώς και κατά συζήτηση της υποθέσεως στη δικάσιμο που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. ΕΠΕΙΔΗ, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατική αιτιολογία, διότι ενώ στην αρχή των πρακτικών αναφέρεται ότι η έφεση έχει γίνει τυπικά δεκτή με την 38618/2005 απόφαση, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να προχωρεί στη συζήτηση και να μην απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη, στη συνέχεια στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρεται ότι "πρέπει να γίνει δεκτή κατά το τυπικό της μέρος και να εξεταστεί η υπόθεση κατ' ουσίαν". Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι πράγματι στο εισαγωγικό μέρος, όπου αναφέρεται η σύνθεση του Δικαστηρίου, το ονοματεπώνυμο τού κατηγορουμένου και η πράξη για την οποία διώκεται ο κατηγορούμενος, σημειώνεται "κατ' έφεση της υπ' αριθ. 999/04 αποφ. Μ.Π.Α. (Μεταβατικό Καλλιθέας), η οποία έγινε τυπικά δεκτή με την υπ' αριθ. 38.618/05 απόφ. Τριμ. Πλημ. Αθηνών". Στη συνέχεια και στην αρχή του αιτιολογικού και στην πρώτη του παράγραφο εκτίθεται ότι "η έφεση έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή κατά το τυπικό της μέρος και να εξεταστεί η υπόθεση κατ' ουσίαν". Η αναφορά αυτή στο σκεπτικό υπήρχε ήδη γραμμένη στο έντυπο τής αποφάσεως και από προφανή παραδρομή δεν έγινε, όπως θα έπρεπε, η διαγραφή της, χωρίς η εν λόγω αναφορά να συνιστά Ί αντιφατική αιτιολογία, ως εκ περισσού δε αναφέρεται και στο διατακτικό ότι γίνεται δεκτή η έφεση, χωρίς να δημιουργείται οποιαδήποτε ακυρότητα από την επανάληψη της διατάξεως αυτής. Επομένως και ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατόπιν των ανωτέρω, και ενόψει του ότι και οι δύο ως 'άνω λόγοι που επικαλείται ο αναιρεσείων είναι στο σύνολο τους αβάσιμοι και δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 89/29.6.2007 αίτηση του ..., για αναίρεση τής 81.065/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή