Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1456 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Βεβαίωση ένορκη, Έγγραφα, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Νομή.




Περίληψη:
Αποβολή από τη νομή (987 ΑΚ) Προϋποθέσεις μεταβιβάσεως νομής (976 εδ. α ΑΚ) Πράξεις νομής. Προσβολή 559 αρ. 19 έλλειψη νόμιμης βάσης. Δεν ιδρύεται αν υφίσταται ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού. 559 αρ.11 περ.γ. Ένορκες βεβαιώσεις. Προϋποθέσεις επιτρεπτού – παραδεκτού αυτών. Πλείονες των τριών απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα. Ο νομοθετικός περιορισμός των τριών δεν αντίκειται στο Σύνταγμα.. Τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης δεν είναι έγγραφα κατά την έννοια των διατάξεων 339 και 432 επ Κ.Πολ.Δ. και δεν υπόκεινται στον αναιρετικό λόγο του αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. περί παραμορφώσεως εγγράφου. 559 αρ. 8 εδ. β. Δεν ιδρύεται ο λόγος αν οι ισχυρισμοί εξετάσθηκαν και απορρίφθηκαν ρητά ή σιωπηρά..




Αριθμός 1456/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νίκα.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Η. Κ. του Ε. και 2) Σ. συζ. Η. Κ., το γένος Ε. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γεωργακά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/11/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 300/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4636/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 5/6/2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1445/2010 του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 7/9/2012 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 27/4/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενης αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4636/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 987 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι " ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από την νομή έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της από αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του" προκύπτει ότι για την παροχή της προβλεπόμενης από αυτήν προστασίας, απαιτείται νομή του ενάγοντος στο πράγμα κατά το χρόνο της αποβολής του και προσβολή αυτής με αποβολή του ενάγοντος νομέα, η οποία έγινε παράνομα και χωρίς τη θέλησή του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 976 εδ. α του ΑΚ, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου, η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα. Από τη διάταξη αυτή, η οποία καθιερώνει παράγωγο τρόπο κτήσης της νομής με ειδική διαδοχή, η οποία συντελείται με απλή παράδοση της νομής, σύμφωνα με τη βούληση του μέχρι της μεταβιβάσεως νομέα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την κτήση της νομής με παράδοση είναι α) η ύπαρξη της ιδιότητάς του νομέα κατά το χρόνο παράδοσης της νομής, σ' αυτόν που μεταβιβάζει τη νομή, β) η κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από την αποκτώντα και γ) η μετάθεση της φυσικής εξουσίας από τον μέχρι τώρα νομέα στον αποκτώντα να γίνεται με τη θέληση και των δύο, δηλαδή και αυτού που, μεταβιβάζει τη νομή (ΑΠ 392/2012). Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ' αυτού, μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις του υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού (ΑΠ 1179/2012), ενώ την προσβολή της νομής αποτελεί κάθε θετική πράξη ή παράλειψη του προσβολέα, που επάγει είτε αποβολή του νομέα από τη νομή, είτε διατάραξη του νομέα στην άσκηση της νομής του (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 847/2013). Εξ' άλλου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 568/2013, ΑΠ 1021/2013, ΑΠ 1127/2013). Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμευση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφ' όσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων της διατάξεων που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της (ΑΠ 481/2013, ΑΠ 486/2013, ΑΠ 834/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, περί αποβολής του από τη νομή ακινήτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου .../26.4.2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θηβών Ασημίνας Κωστή-Γκόγκου, οι εναγόμενοι αγόρασαν, κατά το 1/2 εξ' αδιαιρέτου ο καθένας, από αυτούς, από τον μη εν προκειμένω διάδικο Ε. Σ., κάτοικο ..., αντί τιμήματος 2891 Ευρώ, ένα αγροτεμάχιο στη θέση "ΛΟΥΤΣΑ ΔΗΛΕΣΙΟΥ" του Δήμου Οινοφύτων εκτάσεως 2.000 τμ, στο οποίο έχει συσταθεί κάθετη ιδιοκτησία και το οποίο εμφαίνεται στο από 10.3.1989 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Δ., που προσαρτάται στο .../14.4.1989 συμβόλαιο της άνω συμβ/φου με τον αριθμό ένα (1) και με τα γράμματα Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Γ και συνορεύει ... . Το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει στον πωλητή -δικαιοπάροχο των εναγομένων δυνάμει του .../14-4-89 συμβολαίου γονικής παροχής της προεκτεθείσας συμ/φου, νομίμως μεταγραφέντος. Μετά την κατάρτιση του άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου τους οι εναγόμενοι άρχισαν να νέμονται με διάνοια συγκυρίων το εν λόγω ακίνητο . Στα πλαίσια της εξουσιάσεώς τους αυτής το περιέφραξαν με συρματόπλεγμα στις 17-5-2004. Εξετέρου για το ακίνητο, που προαναφέρεται, ο ενάγων υποστήριξε, ότι αυτός είναι ο νομέας του, δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού, που είχε καταρτίσει στις 10-10-1992 με τον παραπάνω Ε. Σ., υποστηρίζοντας ειδικότερα,ότι με το πιο πάνω συμφωνητικό του είχε ατύπως μεταβιβασθεί η νομή του επιδίκου ακινήτου. Πλην όμως με το προπαρατιθέμενο ιδιωτικό έγγραφο (συμφωνητικό) ο εν λόγω Ε. Σ. υποσχέθηκε για το διαφιλονικούμενο (επίδικο) ακίνητο " να το πουλήσει, να το παραχωρήσει και να το μεταβιβάσει, με όλα του τα συναρτήματα, και παρακολουθήματα και ελεύθερο από κάθε βάρος, χρέος, υποθήκη, κατάσχεση ή διεκδίκηση τρίτου" στον ήδη ενάγοντα. Η συμφωνία, εν τούτοις, αυτή δεν είναι άτυπη μεταβίβαση της νομής, όπως, αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλ' απλώς δήλωση υποσχετική καταρτίσεως της αγοραπωλησίας του ανωτέρω ακινήτου. Επομένως, τέτοια άτυπη συμφωνία (περί μεταβιβάσεως της νομής του επιδίκου στον ενάγοντα) δεν έλαβε χώρα ο τελευταίος, φερόμενος (κατά τους ισχυρισμούς του) ως νομέας του επιδίκου ακινήτου, σε ουδεμία, άλλωστε, πράξη νομής αποδείχθηκε ότι προέβη, σε όλα τα χρόνια που μεσολάβησαν από τότε που συντάχθηκε το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό (της 10-10-92). Ήτοι, το επίδικο ακίνητο ήταν απερίφρακτο (μέχρι που το περιέφραξαν οι εναγόμενοι, Ακόμη, ο ενάγων δεν ενήργησε άλλες διακατοχικές (επί του επιδίκου) πράξεις, όπως εποπτεία του, καλλιέργεια του, εμφύτευση δένδρων κ. ο. κ. Η μάρτυράς του, αντιφάσκουσα, μεταξύ άλλων ανέφερε και ότι είχε βάλει δενδράκια γύρω - γύρω, ότι είχε βάλει νερό και ότι πήγαινε εκεί τα Σαββατοκύριακα, Παρακατιώντας, όμως, είπε, ότι τα δένδρα που είχε αυτός (ενάγων) φυτέψει δεν υπάρχουν, γιατί δεν τα πότιζε κανείς. Στην εν λόγω αντιφατική (και άρα μη πειστική) κατάθεση το Εφετείο δεν μπορεί να προσδώσει αποδεικτική βαρύτητα. Αντιθέτως ο μάρτυρας των εναγομένων με σαφήνεια και πειστικότητα αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπ' αυτών αγοράς του επιδίκου, ότι δεν είχε δένδρα, ότι είχε παντού χόρτα και βάτους και για την παραπάνω περίφραξη του (με συρματόπλεγμα) ότι την κατασκεύασαν οι εναγόμενοι Από το ίδιο, ως άνω, αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκαν προσθέτως και τα ακόλουθα ουσιώδη: Ο προαναφερθείς Ε. Σ., ως ιδιοκτήτης του επιδίκου (μέχρι την πώληση του στους εναγομένους) το νεμόταν (εξουσιάζοντας το με βούληση κυρίου) συνεχώς και αδιακωλύτως. Ο Π. Κ. του Ε., κάτοικος ..., εξεταζόμενος ως μάρτυρας, του εν λόγω Ε. Σ. - πρώτου καθού η αίτηση, σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θηβών στις 6.7.2004 εξαιτίας αιτήσεως του νυν ενάγοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 104/2004 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (Ειρηνοδικείου Θηβών), είπε, ότι το 1994 και 1995 ο Σ. τον έβαλε να θερίσει από το επίδικο το βίκο που είχε σπείρει αυτός (Σ.), για τα πρόβατα του, ο οποίος και τον πλήρωσε. Από τις σκέψεις, που έχουν προηγηθεί, καταδεικνύεται, ότι νομέας του επιδίκου ήταν ο Ε. Σ., μέχρι που το πώλησε στους εναγομένους, οι οποίοι από της σε αυτούς περιελεύσεώς του, άρχισαν πλέον οι ίδιοι να το νέμονται, εξουσιάζοντας το από κοινού με διάνοια συγκυρίων, ενώ ο ενάγων δεν αποδεικνύεται, ότι αναμείχθηκε στη νομή του επιδίκου ακινήτου, όπως βασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, προβάλλοντας την άμυνα τους κατά της αγωγής. Το ότι υπάρχει μία τσιμεντένια πλάκα ("πλατφόρμα") μέσα στο επίδικο και υπό την εκδοχή ότι κατασκευάσθηκε από τον ενάγοντα, όπως εκείνος διατείνεται, δεν μπορεί "άνευ ετέρου τινός" να στηρίξει δικαίωμα νομής. Το γεγονός, επίσης, ότι ο ενάγων κατέβαλε, όπως υποστηρίζει, στον Ε. Σ. 6.500.000 δρχ. για την αιτία αυτή, (αιτία πωλήσεως), δεν αφορά στην υπό έρευνα αγωγή νομής. Η προδιαληφθείσα κρίση του Εφετείου δεν μπορεί να επηρεασθεί και να διαφοροποιηθεί απ' τις τυποποιημένης γενικολογίας ένορκης βεβαιώσεως, που προσκόμισε ο ενάγων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος, περί αποβολής του από τη νομή του επιδίκου ακινήτου και στη συνέχεια αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει αντιθέτως και αφού αναδίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μη μεταβιβάσεως, βάσει του από 10.10.1992 ιδιωτικού συμφωνητικού, της νομής του επιδίκου από τον αρχικό ιδιοκτήτη- νομέα Ε. Σ. στον αναιρεσείοντα - ενάγοντα και της μη άσκησης έκτοτε από τον τελευταίο πράξεων νομής επί του επιδίκου, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων άρθρων 974, 976 και 987 του ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές του Εφετείου, νομές του επιδίκου ακινήτου μέχρι τη μεταβίβαση αυτού και παράδοση της νομής του στους αναιρεσίβλητους εναγομένους, με το υπ' αριθμό .../26.4.2004 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θηβών Ασημίνας Κωστή - Γκόγκου, ήταν ο δικαιοπάροχος αυτών και μέχρι τότε ιδιοκτήτης του επιδίκου Ε. Σ., ο οποίος τα εξουσίαζε με βούληση κυρίου συνεχώς, αδιαλλείπτως και αδιακωλήτως, ενώ οι ίδιες παραδοχές απέκλειαν την άσκηση, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, νομής στον επίδικο από τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα, τον οποίο δεν μπορεί να καταστήσει, χωρίς άλλο νομέα, η τυχόν τέλεση από αυτόν την επικαλουμένης πράξεως της κατασκευής στο επίδικο τσιμεντένιας πλάκας "πλατφόρμας". Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και υπό την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δεύτερος, λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακόμη οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου περί εσφαλμένης παραδοχής του ότι η κατασκευή της τσιμεντένιας πλατφόρμας, ως πράξη νομής (μεμονωμένη) δεν καθιστά τον αναιρεσείοντα νομέα του επιδίκου ακινήτου είναι, απαράδεκτη, καθόσον πλήττει την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1022/2013 ΑΠ 834/2013) .
Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του, αν δε πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, που το πρώτον προσάγεται στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 527 ΚΠολΔικ), η επίκληση γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 197/2013, ΑΠ 481/2013). Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις, κλπ). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 13, 14, 15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 87, 483, 495, 1022/2013). Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ και δ του ΚΠολΔικ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001 (αλλά και του Ν. 3994/2011) και εφαρμόζονται κατά το άρθρο 524 παρ.1, εδ. α' ΚΠολΔικ και στην κατ' έφεση δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη, το πολύ τρείς για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή, για δε την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παρ. 3 και άρθρου 237, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις προσκομιζόμενες. Με τη διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία ενώπιον κάθε πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η χρήση από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου (ενώ πλέον κατά το άρθρο 36 του Ν. .../13.7.2011 περιλαμβάνονται στα κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔικ περιοριστικά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα),λ εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκε η οριζόμενη από τη διάταξη αυτή προϋπόθεση για την έγκυρη λήψη ους, δηλαδή η προηγούμενη, πριν από δυο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κλήτευση του αντι8δίκου του διαδίκου, που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, παράλληλα δε τέθηκε όριο ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη. Το όριο των τριών ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, δεν συνιστά δε ο περιορισμός αυτός αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ (κύρωση με Ν.Δ. 53/1974), που κατοχυρώνουν μεν το δικαίωμα δικαστική έννομης προστασίας στο πλαίσιο δίκαιης δίκης, δεν αποκλείουν όμως την θέσπιση περιορισμών στην απόδειξη, εφόσον αυτοί δεν καταστρατηγούν, αλλά διασφαλίζουν τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον περιορισμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που στόχο έχει, εξαιτίας του επισφαλούς χαρακτήρα του αποδεικτικού αυτού μέσου, τη μεγαλύτερη δικαϊκή ασφάλεια στις σοβαρές, κατά κανόνα, υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας (ΑΠ 1103/2011). Αν προσκομισθούν από ένα διάδικο μέρος περισσότερες από τρεις ένορκες βεβαιώσεις, το δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη τις τρεις πρώτες κατά τη σειρά επίκλησής τους, γιατί πέραν των τριών πρώτων προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις είναι, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ' και δ του ΚΠολΔικ ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και ως τέτοιο δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεων του αριθμού 11 εδ. γ' του άρθρου 559 Κ ΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ή πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ου αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του και ειδικότερα α) την υπ' αριθμ. .../19.10.2005 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Γ. Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θηβών β) τις υπ' αριθμ. .../11.10.2005, .../11.10.2005 και .../ 11.10.2005 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και γ) την υπεύθυνη δήλωση του Ν. Σ., κατασκευαστή της επί του επιδίκου υπάρχουσας τσιμεντένιας " πλατφόρμας", με τις τρεις φωτογραφίες του επιδίκου που την συνοδεύουν. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι νομέας του επιδίκου μέχρι τη μεταβίβασή του και την παράδοσή της νομής του στους αναιρεσίβλητους - εναγομένους, με το υπ' αριθμ. .../26.4.2004 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Θηβών Ασημίνας Κωστή - Γκόγκου, ήταν ο δικαιοπάροχος αυτών και μέχρι τότε ιδιοκτήτης του επιδίκου Ε. Σ. και ότι ο αναιρεσείων - ενάγων, ύστερα από συνεκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, " των καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όλων ανεξαιρέτως των επικαλουμένων και προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων, μεταξύ των οποίων και φωτογραφί8ες και των υπ' αριθμ. ..., ... και .../11.10.2005 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των μαρτύρων Κ. Λ., Θ. Π. και Φ. Π., αντίστοιχα, που δόθηκαν με πρωτοβουλία του ενάγοντος μετά από εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των εναγομένων", οι οποίες μάλιστα ένορκες βεβαιώσεις ρητά μνημονεύονται στα σκεπτικό της απόφασης (φύλλο 5β). Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό και με τις σκέψεις που η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμία, απολύτως, αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ου και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις τις επίμαχες τρεις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, καθώς και την υπεύθυνη δήλωση, με τις φωτογραφίες του επίδικου που προσκόμισε ο αναιρεσείων, η οποία υπεύθυνη δήλωση είναι επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο, (έγγραφο), εφόσον δεν υφίσταται ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, περί του ότι λήφθηκε υπόψη για να χρησιμεύσει επίτηδες, ως αποδεικτικό μέσο στην ένδικη διαφορά (ΑΠ 1076/2010). Περαιτέρω, η υπ' αριθμ. .../19.10.2005 τέταρτη ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θηβών, η οποία είχε ληφθεί για την ίδια δίκη και είχε προσκομισθεί από τον αναιρεσείοντα, πέραν των παραπάνω αναφερομένων τριών ενόρκων βεβαιώσεων, δηλαδή του προβλεπόμενου από το άρθρο 270 παρ.2 του ΚΠολΔικ ανώτατου ορίου ενόρκων βεβαιώσεων, που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη, ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και συνεπώς ορθά δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφα η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ του ίδιου κώδικα, ως αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 567/2013). Επομένως δεν θεωρούνται έγγραφα με την εν λόγω έννοια τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης, όπως είναι τα δικόγραφα της αγωγής, της ανταγωγής ή εφέσεως, οι προτάσεις, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων και η δικαστική απόφαση (ΑΠ 1007/2009 ΑΠ 5/2011), ενώ αποτελούν έγγραφα με την παρούσα έννοια τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης που προσκομίζονται για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως οι δικαστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων επί άλλης δίκης, μεταξύ των διαδίκων, πολιτικού ή ποινικού δικαστηρίου, ως προς το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη και όχι κατά τα λοιπά (ΑΠ 25/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεων του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ή πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής και των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης (που επαναλαμβάνουν ισχυρισμούς που περιλαμβανόντουσαν καις τις πρωτόδικες προτάσεις) με το να δεχθεί τελείως διαφορετικά πράγματα από το ότι τα διαδικαστικά αυτά έγγραφα περιέχουν, ως προς την άσκηση από τον αναιρεσείοντα πράξεων νομής επί του επιδίκου από τις 10.10.92 και εντεύθεν που του παραδόθηκε η νομή από τον έως τότε νομέα Ε. Σ. και δυνάμει του υπό ιδία ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν αφορά σε έγγραφα, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δικ., ώστε να τίθεται θέμα παραμορφώσεως του περιεχομένου τους, αλλά δε διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που εισάγονται στο δικαστήριο προς δικαστική διάγνωση. Πρέπει λοιπόν ο λόγος αυτός κατά το ερευνώμενος μέρος του να απορριφθεί, ενώ η επικαλούμενη με τις προτάσεις αιτίαση περί παραμορφώσεως του περιεχομένου του παραπάνω από 10.10.1992 ιδιωτικού συμφωνητικού, που ελλείψει του απαιτουμένου τύπου (ΑΠ 166) δεν είναι προσύμφωνο, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, είναι απαράδεκτη ελλείψει προδικασίας, ανεξάρτητα από το ότι αφορά σε εκτιμητικό και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα. Επειδή ο από το άρθρο 559 αρ. Β' περ. β' του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό το οποίο αφηρημένα λαμβανόμενο οδηγεί κατά νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση ή την αντένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία αποτελεί ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 609/2013). Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 179/2013), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1127/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ή πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον θεμελιωτικό της αγωγής ισχυρισμό "ότι με υλική προς τον αναιρεσείοντα παράδοση του επιδίκου ακινήτου στις 10.10.1992 από τον μέχρι τότε νομέα του Ε. Σ., κατέστη έκτοτε αυτός νομέας τούτου μέχρι τις 17.4.2004, που τον απέβαλλαν από τη νομή του οι αναιρεσίβλητοι". Από τις παραδοχές όμως της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά τις οποίες "μεταξύ του Ε. Σ. και του αναιρεσείοντος δεν έλαβε χώρα άτυπη συμφωνία στις 10.10.1992, περί μεταβιβάσεως από τον πρώτο στον δεύτερο της νομής του επιδίκου ακινήτου και ότι νομέας αυτού τύγχανε μέχρι τη μεταβίβασή του και παράδοση της νομής του στους αναιρεσίβλητους - εναγομένους με το .../26.4.2004 πωλητήριο συμβολαίου, ο δικαιοπάροχος αυτών Ε. Σ." προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε και απέρριψε τους παραπάνω αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και συνακόλουθα τους έλαβε υπόψη. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔικ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.6.2008 αίτηση του Π. Κ. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4636/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Ιουλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή