Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 259 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 259/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Ιωάννη Σακκαλή και Βασίλειο Νικολετάκη, για αναίρεση της 776/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΦΩΚΙΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Άμφισσα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Αλέξιος Καλπούζος.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 26 Αυγούστου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 975/2008.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 § 1 ΠΚ "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους"...Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι για στοιχειοθέτηση της υπεξαιρέσεως απαιτούνται: 1) "ξένο" ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα όπως είναι και τα χρήματα και ως τοιούτο θεωρείται εκείνο που βρίσκεται σε ξένη, αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται κατά το αστικό δίκαιο 2)Το ξένο πράγμα να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη και να ήτο κατά τον χρόνο της πράξεώς του στην κατοχή του 3)Να έγινε παράνομη ιδιοποίηση αυτού από τον δράστη, δηλαδή να έγινε χωρίς συναίνεση του ιδιοκτήτου ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν ως τοιαύτη. Ως ιδιοποίηση θεωρείται κάθε πράξη εκδηλωτική της εκ μέρους του κατέχοντος το πράγμα προθέσεως, να το ενσωματώσει στη δική του περιουσία. Δεν αρκεί, δηλαδή, πρόθεση ιδιοποιήσεως, έστω και αν αυτή ανακοινώθηκε σε τρίτον, αλλ' απαιτείται έμπρακτη εκδήλωση εξωτερικής συμπεριφοράς, που να μπορεί να αναγνωριστεί αντικειμενικώς ως πραγμάτωση της θελήσεως για ιδιοποίηση και 4)υποκειμενικώς απαιτείται δολία προαίρεση του υπαιτίου. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Μόνη η αποδοχή από το δικαστήριο στο σκεπτικό της αποφάσεως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, ως αιτιολογίας έστω και κατ' αντιγραφή του περιεχομένου του διατακτικού της αποφάσεως, δεν συνιστά άνευ ετέρου έλλειψη της κατά νόμο αιτιολογίας της αποφάσεως, εκτός εάν στο διατακτικό και κατ' ανάγκη επί αντιγραφής του στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως για την οποία κατεδικάσθη ο αναιρεσείων. Επίσης αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθενται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Εξ άλλου η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 § 1 ΠΚ για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος δεν είναι ανάγκη κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσο, δηλαδή, δόλο, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας, δίκασαν κατ' έφεση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 776/2007 απόφασή του εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα και με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στην Άμφισσα, κατά το χρονικό διάστημα από 5.2.2001 έως 17.4.2001, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος: Ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο αποβλέποντας στο συνολικό περιουσιακό όφελος που προέκυπτε από τις πράξεις αυτές και συγκεκριμένα, με την ιδιότητα του ταμία του ΚΤΕΛ Άμφισσας, ανέγραφε μικρότερα ποσά στα γραμμάτια είσπραξης, που καταχωρούνταν στο Ημερολόγιο Διαφόρων Πράξεων, από τις εισπράξεις που προέρχονταν από το Πρακτορείο Αθηνών, ιδιοποιούμενος το ποσό που προέκυπτε από τη διαφορά αυτή. Ειδικότερα: 1). Με την υπ' αριθμ. ... εγγραφή καταχωρήθηκαν με το υπ' αριθμ. ... γραμμάτιο είσπραξης εισπράξεις ποσού 1.704.050 δραχμών αντί του ποσού των 1.764.050 δραχμών που αποτελούσαν τις εισπράξεις του Πρακτορείου Αθηνών, προέκυψε συνεπώς διαφορά 60.000 δραχμών. 2). Με την υπ' αριθμ. ... εγγραφή καταχωρήθηκαν με το υπ' αριθμ. ... γραμμάτιο είσπραξης εισπράξεις ποσού 1.727.150 δραχμών αντί του ποσού των 1.777.150 δραχμών που αποτελούσαν τις εισπράξεις του Πρακτορείου Αθηνών, προέκυψε συνεπώς διαφορά 50.000 δραχμών. 3). Με την υπ' αριθμ.... εγγραφή καταχωρήθηκαν με το υπ' αριθμ. ...γραμμάτιο είσπραξης εισπράξεις ποσού 3.242.250 δραχμών αντί του ποσού των 3.292.250 δραχμών που αποτελούσαν τις εισπράξεις του Πρακτορείου Αθηνών, προέκυψε συνεπώς διαφορά 50.000 δραχμών. 4). Με την υπ' αριθμ. ...εγγραφή καταχωρήθηκαν με το υπ' αριθμ ...γραμμάτιο είσπραξης εισπράξεις ποσού 566.800 δραχμών αντί του ποσού των 626.800 δραχμών που αποτελούσαν τις εισπράξεις του Πρακτορείου Αθηνών, προέκυψε συνεπώς διαφορά 60.000 δραχμών. 5). Με την υπ' αριθμ. ...εγγραφή καταχωρήθηκαν με το υπ' αριθμ.... γραμμάτιο είσπραξης εισπράξεις ποσού 2.006.500 δραχμών αντί του ποσού των 2.106.500 δραχμών που αποτελούσαν τις εισπράξεις του Πρακτορείου Αθηνών, προέκυψε συνεπώς διαφορά 100.000 δραχμών. 6). Με την υπ' αριθμ. ... εγγραφή καταχωρήθηκαν με το υπ' αριθμ. ... γραμμάτιο είσπραξης εισπράξεις ποσού 1.335.600 δραχμών αντί του ποσού των 1.435.600 δραχμών που αποτελούσαν τις εισπράξεις του Πρακτορείου Αθηνών, προέκυψε συνεπώς διαφορά 100.000 δραχμών και 7). Με την υπ' αριθμ.... εγγραφή καταχωρήθηκαν με το υπ' αριθμ. ... γραμμάτιο είσπραξης εισπράξεις ποσού 5.844.350 δραχμών αντί του ποσού των 5.844.350 δραχμών που αποτελούσαν τις εισπράξεις του Πρακτορείου Αθηνών, προέκυψε συνεπώς διαφορά 40.000 δραχμών. Το ανωτέρω δε ποσό των 460.000 δραχμών (ή 1.349,96 ευρώ) συνολικά (60.000 + 50.000 + 50.000 + 60.000 + 100.000 + 100.000 + 40.000) παρακράτησε ο ανωτέρω με πρόθεση ιδιοποιήσεως. Μετά ταύτα τον εκήρυξε ένοχο υπεξαιρέσεως με τα αυτά και εις το διατακτικό ως άνω περιστατικά.
Με αυτά του εδέχθη το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 § 1α, 27, και 375 § 1α ΠΚ, χωρίς ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική και με λογικά κενά αιτιολογία και να στερήσει έτσι και απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ' όψη για την ενοχή του κατηγορουμένου, τα ξένα ολικά κινητά πράγματα, ήτοι τα χρήματα, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του και το τρόπος αυτής δηλαδή ως ταμία του ΚΤΕΛ ... και η παράνομη ιδιοποίησή των, χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτου ΚΤΕΛ ... ως και ο δόλος του, αφού η απόφαση εδέχθη ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων με την ιδιότητα του ταμία του άνω ΚΤΕΛ, ανέγραφε μικρότερα ποσά στα γραμμάτια εισπράξεως, από τις εισπράξεις που προήρχοντο από το Πρακτορείο Αθηνών. Μετά πάντα ταύτα ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση, διότι δεν περιλαμβάνει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της υπεξαιρέσεως και ότι η αιτιολογία αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να διαλαμβάνονται σκέψεις και συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο κατέληξε στην περί ενοχής κρίση του ως και ο των προσθέτων λόγων εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 375 ΠΚ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η επιβαλλομένη από τις διατάξεις του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται εκείνοι, οι οποίοι τείνουν στην άρση του αδίκου, χαρακτήρος της πράξεως, της ικανότητος προς καταλογισμόν, την μείωση της ικανότητος αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Πρέπει όμως ο προβαλλόμενος ισχυρισμός να είναι ορισμένος και σαφής, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται με τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται από τον νόμο, για την συγκρότηση της νομικής εννοίας του πραγματικού ισχυρισμού και να αναπτυχθεί προφορικά (άρθρο 141 § 2 και 331 ΚΠΔ), ώστε να παρέχεται η δυνατότης αξιολογήσεως και εις περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα, Εφ' όσον δε δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός παραδεκτώς υποβληθέντος τοιούτου σαφούς και ορισμένου ισχυρισμού ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως. Αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί εμπράκτου μετανοίας τοιούτος, η δε υπό του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του επίκληση του ισχυρισμού τούτου έχει ως συνέπεια την εξάλειψη του αξιοποίνου των εγκλημάτων της κλοπής και της υπεξαιρέσεως. Ούτω κατ' άρθρον 379 § 1 ΠΚ το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαιρέσεως εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τις αρχές για την πράξη του, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωμένο......Απαιτείται επομένως για να είναι σαφής και ορισμένος ο ισχυρισμός αυτός και να προκύπτει, εντεύθεν, υποχρέωση του δικαστηρίου να τον εξετάσει και να αιτιολογήσει την σχετική κρίση του, όχι μόνο η επίκληση της "εμπράκτου μετανοίας", αλλά πρέπει, για την θεμελίωση του άνω ισχυρισμού, να γίνεται επίκληση των κατά την άνω διάταξη πραγματικών περιστατικών, ήτοι ότι έλαβε χώραν απόδοση του πράγματος ή εντελής ικανοποίηση του ζημιουμένου με την έννοια της πλήρους αποκαταστάσεως της ζημίας του παθόντος, η οποία μπορεί να γίνει και με κάθε δικαιοπραξία μεταξύ παθόντος και δράστου, κατά την οποίαν συμφωνείται η ικανοποίηση του πρώτου, ή απόδοση η ικανοποίηση να έγινε με την θέληση του δράστου και πριν εξετασθεί οπωσδήποτε από τις αρχές δηλαδή οικειοθελώς χωρίς την επίδραση εξωτερικών αιτίων ήτοι εκουσίως και αυθορμήτως και όχι υπό την πίεση του παθόντος και την απειλή αποκαλύψεως της πράξεως, απώτατο δε χρονικό σημείο της εμπράκτου μετανοίας είναι το αργότερο μέχρι να κληθεί ο δράστης προς εξέταση από την αρχή, κατά την προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση ή κυρία ανάκριση από γενικό ή προανακριτικό υπάλληλο ή ανακριτή ως κατηγορουμένου και όχι μετά την κλήση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 776/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμφίσσης και τα πρακτικά αυτής προέβαλε τους ισχυρισμούς τους οποίους ανέπτυξε προφορικά, ως εξής κατά πιστή εδώ μεταφορά: "Ι) Ουδέποτε υπεξήρεσα χρήματα και δη με σκοπό ιδιοποιήσεως, το έλλειμμα οφείλεται σε λάθη ή άλλους παράγοντες που δεν έχουν σχέση με μένα και που υποχρεώθηκα να πληρώσω επειδή ήμουν ταμίας και ήμουν ο τυπικά υπεύθυνος, με το ένταλμα ... (1.120.000 δραχμές) για να μην χάσω την θέση μου και πρέπει να απαλλαγώ, 2)Άλλως ζητώ να τύχει εφαρμογής το άρθρο 379 ΠΚ δεδομένου του ότι όταν πληροφορήθηκα ότι το έλλειμμα που βρίσκει ο λογιστής είναι 1.120.000 δραχμές (μέσα και το επίδικο της σημερινής δίκης ποσόν) το κατέβαλα στο Ταμείο του ΚΤΕΛ με το Γραμμάτιο ... πριν η αρχίσει οιαδήποτε διαδικασία εναντίον μου". Ούτω διατυπωθέντες οι ισχυρισμοί αυτοί ο μεν υπό στοιχ. 1 αποτελεί αρνητικόν της κατηγορίας τοιούτον και δεν είναι πράγματι αυτοτελής, ώστε να υποχρεούται το δικαστήριο να απαντήσει ειδικά για την απόρριψή του, ο δε υπό στοιχ. 2. προεβλήθη ασαφώς και αορίστως, χωρίς την επίκληση των συγκεκριμένων προς θεμελίωσή του περιστατικών, ως ανωτέρω απαιτείται, και ιδία χωρίς κατ' ουδέν να ισχυρίζεται ότι ακριβώς κατέβαλε το άνω επίδικο ποσόν προς εντελή ικανοποίηση του ζημιωθέντος ΚΤΕΛ ή ότι τα κατέβαλε ειδικώς για την άνω αιτία. Εντεύθεν και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, πέραν του ότι το δικαστήριο ως εκ περισσού απήντησε στον τοιούτον αόριστο ισχυρισμό και δη ως εξής: "Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η φερόμενη καταβολή από τον κατηγορούμενο στο Ταμείο του ΚΤΕΛ ποσού 1.120.000 δραχμών, ήτοι 3.286,84 ευρώ έγινε προκειμένου να καλυφθεί το έλλειμμα των 1.349,96 ευρώ. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός που προέβαλλε ο κατηγορούμενος περί συνδρομής εν προκειμένω του άρθρου 379 Π.Κ., πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την παραπάνω πράξη". Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση εκ της πλημμελούς αιτιολογίας απορρίψεως του εκ του άρθρου 379 ΠΚ αυτοτελούς ισχυρισμού, ως και του (αρνητικού) ισχυρισμού περί μη προθέσεως παρανόμου ιδιοποιήσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά το άρθρο 15 ΚΠΔ όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγουμένου άρθρου είναι εξαιρετέα αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή εάν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Η τυχόν συνδρομή μόνο της τελευταίας περιπτώσεως δεν αποτελεί λόγο κακής συνθέσεως του δικαστηρίου, όπως αποτελεί η συμμετοχή σ' αυτό δικαστικών προσώπων, που στο πρόσωπό τους συντρέχει λόγος αποκλεισμού κατά το άρθρο 14 ΚΠΔ, από την άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά λόγον εξαιρέσεως του δικαστικού προσώπου που προκάλεσε ή προκαλεί την υπόνοια μεροληψίας. Ο λόγος αυτός όμως πρέπει να προταθεί, σύμφωνα με το άρθρο 16 επ ΚΠΔ, πριν αρχίσει η συζήτηση και μόνον αν γίνει δεκτός και παρά ταύτα συμμετάσχει ο δικαστής στη σύνθεση του δικαστηρίου επέρχεται απόλυτη ακυρότης, κατά το άρθρο 171 § 1 περ. α' ΚΠΔ, ιδρύουσα τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ιδίου κώδικος λόγον ακυρότητος. Μετά ταύτα ο περί απολύτου ακυρότητος σχετικός, των προσθέτων, λόγος αναιρέσεως κατά τα τελευταία ως άνω άρθρα λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση, διότι "έπρεπε να απόσχει από την κλήρωση για την σύνθεση του δικαστηρίου ή εκ των δικαστών του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμφίσσης Πρωτοδίκης Άννα Χριστοδούλου έχουσα απορρίψει εις προηγούμενο χρόνο αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του ΚΤΕΛ διώκουσα την ακύρωση της απολύσεώς του, εφ' όσον δε η ανωτέρω δεν έπραξε τούτο ο αναιρεσείων απεστερήθη του δικαιώματός του για δίκαιη και αμερόληπτη δίκη", είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η συνδρομή ενός τοιούτου γεγονότος, δηλαδή της συμμετοχής της άνω δικαστού στη σύνθεση του πολιτικού δικαστηρίου που είχεν επιληφθεί εργατικής διαφοράς ως άνω δεν αποτελεί λόγον κακής συνθέσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου που δίκασε, αφού δεν υπάγεται στους λόγους αποκλεισμού του δικαστού (άρθρο 14 ΚΠΔ) αλλά λόγον εξαιρέσεώς του, ο οποίος όμως δεν υπεβλήθη με αίτηση. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ) και την δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Μαΐου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 776/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμφίσσης ως και τους από 26 Αυγούστου 2008 προσθέτους λόγους αυτής. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) και την δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εξ ευρώ πεντακοσίων (500).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

<< Επιστροφή