Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1337 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.




Περίληψη:
Απορρίπτει δύο αιτήσεις αναίρεσης ως απαράδεκτες διότι: 1) Για την πρώτη απόφαση, εκπροσωπηθέντος του κατηγορουμένου δια εξουσιοδοτημένου δικηγόρου, άρα παρόντος, ως εκπρόθεσμες, ασκηθείσες μετά 10ήμερο από της καταχωρίσεώς της στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων, 2) Υπογράφονται από πληρεξούσιο δικηγόρο, που δεν παραστάθηκε στο εκδόσαν δικαστήριο και δεν προσαρτά σχετική έγγραφη εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου, 3) Για τη μία αίτηση- δήλωση, δε συνετάγη έκθεση καταθέσεως του αρμοδίου γραμματέα, 4) Για τις εκπρόθεσμες αιτήσεις κατά της πρώτης καταδικαστικής αποφάσεως, δεν εκτίθενται λόγοι ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογούν το εκπρόθεσμο. Απορρίπτει.




Αριθμός 1337/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως των υπ' αριθμ. 254/2008 και 1956/2008 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με συγκατηγορουμένους τους 1. Χ2, 2. Χ3 και 3. Χ4.
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18.12.2008 δύο αιτήσεις του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 61/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμό 50/3.2.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών τας από 18 Δεκεμβρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ..., κατά των α) υπ'αριθμ. 254/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, διά της οποίας κατεδικάσθη διά σωματεμπορίαν και β) υπ'αριθμ. 1956/2008 αποφάσεως του αυτού δικαστηρίου, διά της οποίας συνεπληρώθη η προηγουμένη καταδικαστική απόφασις και διετάχθη η απόδοσις των καταβληθεισών, εις αντικατάστασιν της προσωρινής κρατήσεως των κατηγορουμένων, χρηματικών εγγυήσεων εις τους καταθέσαντας αυτάς και εκθέτομεν τα εξής:
Εκ των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατ'αποφάσεως εκδοθείσης παρόντος του κατηγορουμένου είναι δεκαήμερος και αρχίζει από της επομένης της καταχωρίσεως της αποφάσεως καθαρογραφημένης εις το ειδικόν βιβλίον, που τηρείται εις την γραμματείαν του ποινικού δικαστηρίου (Α.Π. 495/2007 Ποιν Χρ ΝΗ' σελ. 132 κ.ά.). Παρών θεωρείται και ο εκπροσωπηθείς υπό του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορούμενος (Α.Π. 560/2008 Ποιν Δικ 2008 σελ. 1279 κ.ά.). Εκ της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 ιδίου Κώδικος προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικον μέσον οφείλει να αναφέρη εις την έκθεσιν ασκήσεως αυτού τον λόγον που δικαιολογεί την εκπρόθεσμον άσκησίν του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος από τα οποία παρημποδίσθη εις την εμπρόθεσμον άσκησίν του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά των, άλλως το ένδικον μέσον απορρίπτεται ως απαράδεκτον (Α.Π. 561/2008, 492/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 82 και 83 αντιστ. κ.ά.). Περαιτέρω κατά την διάταξιν του άρθρου 465 παρ. 1 του αυτού Κώδικος, το ένδικον μέσον δύναται να ασκηθή και δι'αντιπροσώπου που έχει εντολήν κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 2. Η άσκησις ενδίκου μέσου υπό αντιπροσώπου στερουμένου τοιαύτης εντολής καθιστά τούτο απαράδεκτον (Α.Π. 102/2008 Ποιν Δικ 2008 σελ. 942 κ.ά.). Τέλος κατά την διάταξιν του άρθρου 474 παρ. 1 του ανωτέρω Κώδικος, επιφυλασσομένης της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473 η άσκησις του ενδίκου μέσου γίνεται διά δηλώσεως ενώπιον των αναφερομένων εις αυτήν προσώπων, συντασσομένης περί αυτής εκθέσεως, που υπογράφεται υπό του δηλούντος ή του αντιπροσώπου του και υπό του προσώπου προς το οποίον γίνεται η δήλωσις. Εάν περί της δηλώσεως δεν συνταχθή τοιαύτη έκθεσις, που αποτελεί συστατικόν τύπον, το ένδικον μέσον απορρίπτεται ως απαράδεκτον (Α.Π. 2287/2007 Ποιν Δικ 2008 σελ. 811 κ.ά.).
Εις την προκειμένην περίπτωσιν κατά των προαναφερθεισών αποφάσεων ησκήθησαν υπό του αναιρεσείοντος δύο αιτήσεις αναιρέσεως υπό την αυτήν χρονολογίαν με πανομοιότυπον περιεχόμενον, η μία εκ των οποίων διά δηλώσεως ενώπιον της γραμματέως του εκδόντος τας προσβαλλομένας αποφάσεις δικαστηρίου και συντάξεως εκθέσεως, ενώ η ετέρα άνευ συντάξεως τοιαύτης εκθέσεως. Η ανωτέρω υπ'αριθμ. 254/2008 καταδικαστική απόφασις, που εξεδόθη εκπροσωπηθέντος του κατηγορουμένου υπό του συνηγόρου του Θωμά Λεχωβίτη, θεωρουμένου τούτου συνεπώς παρόντος, κατεχωρίσθη εις το ειδικόν βιβλίον την 6/6/2008. Αι δε κατ'αυτής αιτήσεις αναιρέσεως ησκήθησαν την 18/12/2008, ήτοι μετά την πάροδον της τασσομένης δεκαημέρου προθεσμίας ασκήσεώς των. Εις αυτάς ουδείς λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος αναφέρεται που να δικαιολογή την εκπρόθεσμον άσκησίν των. Πέραν τούτου αι αναιρέσεις αυταί ησκήθησαν υπό του δικηγόρου Προκόπη Βαρδουλάκη, άνευ οιασδήποτε εντολής του αναιρεσείοντος προς αυτόν. Εξ άλλου διά την μίαν εξ αυτών δεν συνετάγη σχετική έκθεσις του αρμοδίου γραμματέως περί της γενομένης δηλώσεως. 'Οσον αφορά την υπ'αριθμ. 1956/2008 συμπροσβαλλομένην συμπληρωματικήν απόφασιν συντρέχουν αι αυταί ως άνω πλημμέλειαι, πλην του ότι αι ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως ως προς την απόφασιν αυτήν έχουν ασκηθή εμπροθέσμως.
Συνεπώς διά τους ανωτέρω λόγους αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως τυγχάνουν απαράδεκτοι.
Επειδή εν όψει πάντων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθούν απαράδεκτοι αι προαναφερθείσαι αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων δι'εκάστην εξ αυτών εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α
Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να κηρυχθούν απαράδεκτοι αι από 18 Δεκεμβρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., κατά των υπ'αριθμ. 254/2008 και 1956/2008 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ δι'εκάστην τούτων.
Αθήνα 21 Ιανουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Ανδρέας Ι. Ζύγουρας
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατ' άρθρον 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 473, κατά το οποίο η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 465 παρ. 1) και από εκείνον που την δέχεται. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών των άρθρων, τα οποία κατ' άρθρον 509 παρ. 1 ΚΠοινΔ εφαρμόζονται και στην αίτηση αναιρέσεως κατά δικαστικής απόφασης, συνάγεται ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως ασκεί αυτή με δήλωση στον γραμματέα ή με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και όχι με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν για την κατάθεση του δικογράφου αυτού ο γραμματεύς συνέταξε έκθεση, με τον τρόπο που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 148 έως 153 ΚΠοινΔ. Η έκθεση αυτή αποτελεί συστατικό τύπο, η παραβίαση του οποίου συνεπάγεται το απαράδεκτο του ενδίκου μέσου (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ), που κηρύσσεται από το αρμόδιο δικαστήριο (ως συμβούλιο) ή το δικαστικό συμβούλιο αντιστοίχως, αλλά και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 168 παρ.1, 473 παρ.1 και 3, 476 παρ. 1 και 507 παρ.1 του ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως, με δήλωση στο Γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, είναι δεκαήμερη και αρχίζει από την επομένη της καταχωρίσεως της τελεσίδικης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο κατ'αρ. 473 παρ.3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο, αν ο δικαιούμενος στην άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο δικαιούμενος στην άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως είναι παρών, οσάκις είναι πραγματικώς παρών, παρίσταται δηλαδή αυτοπροσώπως ή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ.2 και 501 παρ.1 ΚΠοινΔ, εκπροσωπείται από συνήγορο, διότι τότε λαμβάνει ο ίδιος ή ο συνήγορός του γνώση της αποφάσεως και του περιεχομένου της και ως εκ τούτου μπορεί να ασκήσει κατ'αυτής το ένδικο μέσο της αναιρέσεως.
Εξάλλου, η εκπρόθεσμη άσκηση του ανωτέρω ενδίκου μέσου τότε μόνο συγχωρείται, όταν στη συντασσόμενη, κατά το άρθρο 474 ΚΠοινΔ, έκθεση ασκήσεώς του γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εκπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, αλλιώς η αναίρεση κηρύσσεται, με βάση το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, απαράδεκτη. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 465, 96 παρ.2 και 42 παρ. 2 εδ. β' και γ' του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου που ασκείται κατά καταδικαστικής αποφάσεως, εκδοθείσας παρόντος του κατηγορουμένου, από αντιπρόσωπο αυτού, απαιτείται α) να υπάρχει κατά το χρόνο της ασκήσεώς του γραπτή εντολή στην οποία να μνημονεύεται ρητώς ότι παρέχεται η πληρεξουσιότητα για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της συγκεκριμένης αποφάσεως, β) η εντολή αυτή, να έχει δοθεί με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ή με απλή έγγραφη δήλωση, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής του εντολέα από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο και γ) να προσαρτάται το πληρεξούσιο έγγραφο (συμβολαιογραφικό ή απλή έγγραφη δήλωση) στη σχετική έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου. Αν δεν τηρηθούν οι ανωτέρω διατυπώσεις το ένδικο μέσο απορρίπτεται, σύμφωνα με το άρθρο 476 ΚΠοινΔ, ως απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, ασκήθηκαν από τον κατηγορούμενο οι δύο από 18-12-2008 όμοιες αιτήσεις αναιρέσεως: α) κατά της με αριθ. 254/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, δια της οποίας εκπροσωπούμενος δια του δικηγόρου του Θωμά Λεχωβίτη καταδικάστηκε για σωματεμπορία και η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων στις 6-6-2008 ( βλ. από 19-12-2008 σχετική βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέας του Εφετείου Κρήτης) και β) κατά της με αριθ. 1956/2008 αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου, δια της οποίας συμπληρώθηκε απλώς η προηγούμενη καταδικαστική απόφαση και διατάχθηκε η απόδοση των καταβληθεισών χρηματικών εγγυήσεων, καταχωρήθηκε δε η τελευταία στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων στις 8-12-2008 (βλ. σχετική από 13-1-2009 βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέας του Εφετείου Κρήτης). Η μία αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ενώπιον της γραμματέας του Εφετείου Κρήτης στις 18-12-2008, από τον μη παραστάντα στη δίκη πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου Προκόπη Βαρδουλάκη, συνταγείσας της με αριθμό 10/18-12-2008 εκθέσεως, χωρίς να προσαρτάται σχετικά η αναγκαία κατά τα παραπάνω έγγραφη εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου και χωρίς να αναφέρονται στην έκθεση αναιρέσεως οι λόγοι ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, για τους οποίους δικαιολογείται η εκπρόθεσμη, μετά το δεκαήμερο από της καταχωρήσεως, άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, κατά της πρώτης ως άνω καταδικαστικής αποφάσεως. Η δεύτερη από 18-12-2008 αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε επίσης κατά των αυτών αποφάσεων, από τον ίδιο ως άνω μη παραστάντα δικηγόρο, χωρίς να συνταγεί σχετική έκθεση καταθέσεως, χωρίς να προσαρτάται σχετική εξουσιοδότηση και χωρίς να δικαιολογείται το εκπρόθεσμο αυτής, όσον αφορά την πρώτη καταδικαστική απόφαση.
Επομένως, και οι δύο κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, για τις άνω πολλαπλές πλημμέλειες, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτες και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη των αιτήσεων αυτών ως απαράδεκτων κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδαφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις δύο από 18-12-2008 αιτήσεις του Χ περί αναιρέσεως των με αριθμούς 254/2008 και 1956/2008 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για καθεμία αίτηση.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ