Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1789 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αναίρεση μερική, Πρόσθετοι λόγοι, Παραπλάνηση σε ψευδορκία μάρτυρα.




Περίληψη:
Παραπλάνηση σε ψευδορκία - 228 παρ. 1 ΠΚ. 1. Αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το 171 παρ. 1δ και 510 παρ.1 στοιχ Α΄ ΚΠΔ, γιατί συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο έξι μη αναγνωσθέντα έγγραφα και έτσι παραβιάστηκε το από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και σε εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, καθόσον πρόκειται για αναφερόμενα διηγηματικά έγγραφα, τα οποία μάλιστα κατά το περιεχόμενο, προκύπτουν από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα (ΑΠ 922/2009, 15, 335, 420, 1828/2008). 2. Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού προσθέτου λόγου αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, να αναιρεθεί εν μέρει, για τη μία από τις 4 περιπτώσεις παραπλάνησης σε ψευδορκία, για το λόγο, ότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της αποφάσεως, γίνεται μνεία αν η ενώπιον του Ειρηνοδίκη δοθείσα ένορκη βεβαίωση του φερόμενου ως παραπλανηθέντος σε ψευδορκία μάρτυρα, λήφθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των ανακοπτουσών - πολιτικώς εναγόντων, αντιδίκων του καθού η ανακοπή κατηγορουμένου, με επιμέλεια του οποίου δόθηκε η ένορκη αυτή βεβαίωση, ούτε επίσης αναφέρεται ότι ο ίδιος Ειρηνοδίκης ήταν αρμόδια Αρχή για λήψη της παραπάνω ένορκης βεβαιώσεως, ώστε να θεωρηθεί αυτή ότι συνιστά νόμιμο αποδεικτικό μέσο και να στοιχειοθετηθεί, κατ' άρθρο 228 ΠΚ, όπως είναι αναγκαίο, το έγκλημα της παραπλανήσεως σε ψευδορκία του κατηγορουμένου προς τον δώσαντα την εν λόγω ένορκη βεβαίωση (ΑΠ 549/1984, Μ. Μαργαρίτη ΠΚ - 228 ΠΚ) -.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1789/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νικολακόπουλο, περί αναιρέσεως της 1604-1605/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Ψ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Παπατσώρη και 2. Ψ2 που δεν παραστάθηκε.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 23 Μαρτίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 172/2009.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που παραστάθηκαν, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, για την ενοχή του κατηγορουμένου ή την επιβολή ποινής ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που το προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, με τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του, οπότε ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση του εγγράφου παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δέχθηκε ότι, από τα σημειούμενα σε αυτό κατ'είδος αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, αναγνωσθέντα έγγραφα και πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και απολογία κατηγορουμένου), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα :
"Με τη με αριθμό ... κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή Βέροιας ... η Τράπεζα Εργασίας είχε προβεί στη κατάσχεση της ψιλής κυριότητας, ενός αγρού-οικοπέδου, επί του οποίου ήταν κτισμένη διώροφη κατοικία εμβαδού 250 τ.μ., που ανήκε στις πολιτικώς ενάγουσες, με πρώτη προσφορά το ποσό των 32.500.000 δραχμών. Κατά την ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού [20-9-2000] και δέκα λεπτά πριν από τη λήξη του, δηλαδή περί ώραν 13.50, εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος δικηγόρος Βέροιας ο οποίος είχε αποκτήσει την επικαρπία με έκθεση κατακυρώσεως σε άλλο αναγκαστικό πλειστηριασμό και ζήτησε να συμμετάσχει στον πλειστηριασμό, καταθέτοντας τη σχετική εγγύηση και προσφέροντας για την απόκτηση του το ποσό των 32.501.000 δρχ. Αμέσως μετά απ' αυτόν εμφανίσθηκε ο Ε1, ο οποίος αφού κατέθεσε την προβλεπόμενη εγγύηση προσέφερε 1000 δρχ. επί πλέον. Ο πλειστηριασμός συνεχίστηκε με τις εκατέρωθεν πλειοδοσίες των ανωτέρω πλειοδοτών με αποτέλεσμα η προσφερόμενη τιμή για το πλειστηριαζόμενο ακίνητο να φθάσει το ποσό των 32.750.000 δρχ. εκ μέρους του κατηγορούμενου. Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε και άλλος πλειοδότης ο Ε2, ο οποίος προσέφερε 1000 δρχ. επί πλέον. Ο πλειστηριασμός συνεχίστηκε και η τιμή προσφοράς είχε φθάσει στο ποσό των 32.769.000 δρχ. με τελευταίο προσφέροντα τον κατηγορούμενο, οπότε οι προαναφερθέντες απεσύρθησαν, αφού προηγουμένως είχαν συνομιλήσει με τον κατηγορούμενο. Έτσι το ακίνητο κατακυρώθηκε σ' αυτόν. Όπως προέκυψε την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος είχε εκδώσει δύο μεταχρονολογημένες, την μια σε διαταγή του Ε2 ποσού 3.000.000 δρχ. και την άλλη σε διαταγή Ε1 ποσού 1.500.000 δρχ. τις οποίες αργότερα ανακάλεσε. Και η μεν επιταγή των 1.500.000 δρχ. πληρώθηκε, η δεύτερη όμως δεν πληρώθηκε γι' αυτό εξεδόθη κατόπιν αιτήσεως της τελευταίας κομίστριας εταιρίας με την επωνυμία "ΗΑΡΡΥLAND LTD" η υπ' αριθμ. 3512/2000 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Κατά της άνω ανακοπής ο κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αριθμ. 3927/2000 ανακοπή με την οποία ζητούσε την ακύρωση της, διότι κατά τους ισχυρισμούς του εξέφυγε των χειρών του παρανόμως, χωρίς όμως να προσδιορίζει σε τι συνίστατο η παρανομία. Η ανακοπή αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 15/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, κατά της οποίας ο κατηγορούμενος - ανακόπτων δεν άσκησε κανένα ένδικο μέσο κι έτσι κατέστη αμετάκλητη. Οι πολιτικώς ενάγουσες μετά τη μη πληρωμή της δεύτερης επιταγής, πληροφορηθείσες την επιδίωξη είσπραξης αυτής δια της δικαστικής οδού, υπέβαλαν σε βάρος του κατηγορουμένου την από 6-11-2000 μήνυση τους, με βάση την οποία διατάχθηκε προανάκριση. Στα πλαίσια αυτής εξετάσθηκαν ως μάρτυρες, ο Μ1 και ο Μ2 ο πρώτος των οποίων, στις 7-5-2001, κατέθεσε μεταξύ άλλων "... την επόμενη μέρα (του πλειστηριασμού) πληροφορήθηκα ότι επισκέφθηκαν τον μηνυόμενο (κατηγορούμενο) οι Ε1 και Ε2, οι οποίοι αφού τον απείλησαν πέτυχαν να του πάρουν δύο επιταγές και αξίωσαν από αυτόν να αποφύγει οποιαδήποτε καταγγελία, εναντίον τους, πράγμα που αξιώνουν ακόμη και σήμερα με απειλές κατά της ζωής του ...", ο δε δεύτερος "... την επόμενη μέρα (του πλειστηριασμού) πληροφορήθηκα ότι ο συνεργάτης μας, Χ1 δέχθηκε την επίσκεψη του Ε2 και Ε1, οι οποίοι απειλώντας τον με απειλές που επιθυμώ να μην εκθέσω λόγω της ωμότητας αυτών, επέτυχαν να του αποσπάσουν δύο επιταγές ...". Ακολούθως ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για παρακώλυση συναγωνισμού, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η έκδοση της με αριθμό 745-746/2007 απαλλακτικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου. Στη συνέχεια εκ μέρους των πολιτικώς εναγουσών ασκήθηκε η με αριθμό καταθέσεως ...ανακοπή ακυρώσεως του ανωτέρω πλειστηριασμού, η οποία έγινε δεκτή, ακολούθως δε απορρίφθηκαν τόσον η ασκηθείσα εκ μέρους του κατηγορουμένου έφεση κατ' αυτής με την με αριθμό 1314/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης όσο και η αναίρεση κατά της τελευταίας με τη με αριθμό 822/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στα πλαίσια δε της δίκης της εν λόγω ανακοπής προσκομίσθηκε με επίκληση εκ μέρους του καθού η ανακοπή-κατηγορούμενου, η με αριθμό 652/6-12-2001 ένορκη βεβαίωση του Μ1, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Βέροιας, στην οποία μεταξύ άλλων αυτός ανέφερε ότι "... ενώ είναι ψευδές ότι ο Χ1 ενεχείρησε σ' αυτούς επιταγές προκειμένου να επιτύχει την αποχώρηση τους από τον πλειστηριασμό γνωρίζω ότι οι ευρεθείσες εις χείρας του Ε2 και Ε1 επιταγές δεν έχουν καμία σχέση και ούτε συνδέονται με τον διενεργηθήσαντα πλειστηριασμό, αφού γνωρίζω από τον Χ1, ότι αποσπάστηκαν από αυτόν το βράδυ της ημέρας του πλειστηριασμού συνέπεια βίας και, απειλής κατά της ζωής αυτού και της οικογένειας του... ". Παράλληλα με πρόταση του κατηγορούμενου εξετάσθηκε ως μάρτυρας ενόρκως στη δίκη της ανωτέρω ανακοπής (συνεδρίαση Μον. Πρωτ. Βέροιας 9-1-02) ο Μ2, ο οποίος μεταξύ άλλων κατέθεσε ότι " ...την επόμενη μέρα ο Χ1 είπε σε μένα και στον Μ1 ότι οι δύο επανήλθαν το βράδυ της ίδιας ημέρας στο γραφείο του και με απειλές απέσπασαν από αυτόν κάποιες επιταγές με απειλές, κατά της ζωής του και των μελών της οικογένειας του καθώς και ότι θα του κάψουν το γραφείο, απέσπασαν τις επιταγές λέγοντας του ότι εμείς θέλουμε τα λεφτά το πρωί, μας ανάγκασε να φύγουμε, εννοώντας ότι έφυγαν από το φόβο της αστυνομίας που θα καλούσαμε αν εμείς διαπιστώναμε από την ερευνά μας ότι οι επιταγές ήταν ακάλυπτες ο Χ1 φοβήθηκε και αφού του έδωσε τις επιταγές αυτοί εξαφανίστηκαν. Εβαλαν ημερομηνία γιατί εκείνη τη στιγμή δε σκέφτεσαι, φοβάσαι. Στη συνέχεια ο Χ1 δεν έκανε μήνυση ούτε καταγγελία, γιατί φοβόταν μετά την εκβιαστική κίνηση των δύο και πριν ο Χ1 κάνει εξώδικη καταγγελία, αυτός ενημέρωσε τον εισαγγελέα, ο οποίος εφ' ενός του συνέστησε να απέχει από κάθε καταγγελία, και αφετέρου του πρότεινε αν ήθελε να τον προστατέψει με κάποιον πράγμα που ο Χ1 δεν δέχτηκε. Δεν ξέρω ποιος Εισαγγελέας ήταν. Απλά ο Χ1 του είπε τους φόβους του και εκείνος τη γνώμη του... ". Στις παραπάνω καταθέσεις τους και ένορκη βεβαίωση, αμφότεροι οι προαναφερθέντες δήλωσαν κατηγορηματικά ότι δεν ήταν αυτόπτες μάρτυρες των περιστατικών που εξιστορούσαν και ότι όσα κατέθεσαν ήταν όχι από δική τους αντίληψη αλλά εκ πληροφοριών του ίδιου κατηγορουμένου. Έτσι το με αριθμό 80/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Βέροιας, δεχθέν τον ισχυρισμό τους ότι δεν είχαν λόγους να μην πιστέψουν στα όσα τους είχε εξιστορήσει ο κατηγορούμενος σχετικά με τις συνθήκες υπογραφής και παράδοσης των δύο επιταγών, αυτούς μεν απάλλαξε από τη κατηγορία της ψευδορκίας, τον δε κατηγορούμενο παρέπεμψε για το αδίκημα της παραπλάνησης σε ψευδορκία, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία που αρχικά είχε αποδοθεί σ' αυτόν. Περαιτέρω αποδείχθηκε πλήρως ότι τα παραπάνω γεγονότα που κατατέθηκαν από τους μάρτυρες ήταν απολύτως ψευδή, αφού ουδέποτε έλαβαν χώρα και ότι η έκδοση των προαναφερθεισών επιταγών ήταν προϊόν της ελεύθερης βούλησης του κατηγορούμενου. Αυτός δε προκειμένου να αντιμετωπίσει την ανακοπή ακύρωσης του πλειστηριασμού και να αποσείσει την σε βάρος του κατηγορία της παρακώλυσης συναγωνισμού, επινόησε και κατασκεύασε τα σχετικά περιστατικά περί εκβίασης, απειλών εξιστόρησε δε στους προαναφερθέντες μάρτυρες, συνεργάτες του τα άνω ψευδή περιστατικά προκειμένου να τους χρησιμοποιήσει [εν αγνοία αυτών περί του ψεύδους] για την υπεράσπιση των απόψεων του στις παραπάνω δίκες. Ο κατηγορούμενος αρνούμενος την αποδιδόμενη σ' αυτόν άνω αξιόποινη πράξη, ισχυρίζεται ότι πράγματι έλαβε χώρα εκβιασμός κ.λ.π., περιστατικό που είχε ουσιαστικό και δικονομικό σύνδεσμο με την υπόθεση της ανακοπής των πολιτικώς εναγουσών - ανακοπτουσών. Όμως από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι τούτο είναι ψευδές, παραπλανώντας και τους μάρτυρες του, αφού γνώριζε ότι ο όρκος αυτών ήταν ψευδής. Οι μάρτυρες κατηγορίας ήταν σαφείς και κατηγορηματικοί ότι δεν έλαβε χώρα εκβιασμός του. Ο κατηγορούμενος, έμπειρος και έγκριτος Δικηγόρος, δεν υπέβαλε έγκληση σε βάρος των εκβιαστών του, όπως είχε, ως παθών, το προς τούτο δικαίωμα, αλλά ανακάλεσε τις μεταχρονολογημένες επιταγές, μετά πάροδο δύο ημερών από την έκδοση τους. Ο ισχυρισμός του ότι φοβήθηκε να εμπλακεί σε ποινικές δίκες δεν είναι πειστικός. Στην ανακοπή του ισχυρίστηκε κατά των παραπάνω όλως αορίστως περί της παρανομίας της εκδόσεως των επιταγών, χωρίς να επικαλεστεί την έκβαση τους. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται με αυτοτελή ισχυρισμό του, ότι υφίσταται δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 745-746/2007 αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε αθώο αυτόν της αποδιδόμενης αξιόποινη πράξης της παρακώλυσης συναγωνισμού. Όμως ο ισχυρισμός του αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι τα πραγματικά περιστατικά εκείνης της υπόθεσης δεν ταυτίζονται με αυτά της κρινόμενης.
Εν προκειμένω κρίσιμο θέμα είναι εάν ο κατηγορούμενος παραπλάνησε τους μάρτυρες του να ψευδορκήσουν ως προς τα περιστατικά της εκβιάσεως το βράδυ της 20-9-2000. Κατόπιν αυτών, πλήρως αποδεικνύεται υποκειμενικά και αντικειμενικά η αξιόποινη πράξη της παραπλάνησης σε ψευδορκία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο διατακτικό της παρούσας καθώς και το γεγονός ότι αμέσως βλαβείσες από τη πράξη αυτή είναι οι πολιτικώς ενάγουσες, αφού υπήρξαν διάδικοι στις παραπάνω δίκες. Γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί η ένσταση του κατηγορουμένου περί αποβολής της πολιτικής αγωγής. Επίσης πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του περί κλητεύσεως της Μ3 διότι σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση επί της άνω υποθέσεως. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος".
Όπως προκύπτει από το παραπάνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης με αριθ.1604,1605/2008 αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του, περί απορρίψεως αιτήματος αναβολής της δίκης, περί απορρίψεως ενστάσεως δεδικασμένου και τελικά περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, για παραπλάνηση σε ψευδορκία μάρτυρος των σε αυτή αναφερόμενων δύο μαρτύρων, εκτός από άλλες αποδείξεις, και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία ανεγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, για να θεμελιώσει ειδικότερα τη δικανική του κρίση περί απορρίψεως των ως άνω υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου δικηγόρου και περί συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του άνω εγκλήματος στο πρόσωπο αυτού, στηρίχθηκε και στα παρακάτω έγγραφα: α) στη με αριθμό ... κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή Βέροιας ..., β) στην υπ'αριθ. 3927/2000 ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, γ) στην υπ'αριθ.15/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, δ) στην από 6-11-2000 μήνυση των πολιτικώς εναγουσών, ε) στη με αριθ. καταθ. 3637/31-10-2000 ανακοπή των πολιτικώς εναγουσών περί ακυρώσεως πλειστηριασμού και στ) στο με αριθ. 80/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας.
Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει μεν ότι τα έγγραφα αυτά δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, αλλ' ούτε και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όμως ανεξάρτητα του ότι αναφέρονται στο αιτιολογικό διηγηματικά για να καταδείξουν απλώς το αντικείμενο της αντιδικίας και των δικών για τις οποίες δόθηκαν οι ψευδείς καταθέσεις των δύο μαρτύρων, προκύπτουν από το περιεχόμενο άλλων αναγνωσθέντων εγγράφων, και δη από την αναγνωσθείσα με αριθ. 4278/2000 έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης ακινήτων και από τις αναγνωσθείσες δικαστικές αποφάσεις, 3512/2000, 15/2002 και 102/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, 1314/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης και 822/2005 του Αρείου Πάγου. Άρα, παρά τη μη ανάγνωση του κειμένου των ανωτέρω σημειούμενων έξι εγγράφων στο ακροατήριο, κατέστησαν εμμέσως και αυτά τα έγγραφα γνωστά, κατά το περιεχόμενό τους, στον αναιρεσείοντα και το συνήγορό του και αυτοί είχαν την πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους και έτσι δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, να λάβει γνώση του περιεχομένου κάθε αναγιγνωσκόμενου εγγράφου και να προβεί κατ'άρθρο 358 ΚΠοινΔ, σε δηλώσεις και παρατηρήσεις και να αντικρούσει το σε βάρος του χρησιμοποιηθέν περιεχόμενο των εγγράφων αυτών.
Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 του ΠΚ, όπως είχε προ της αντικαταστάσεως του από το άρθρο 1 παρ. 1 του ίδιου ως άνω ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 228 παρ.1 του ΠΚ, ορίζεται ότι " όποιος με πρόθεση παρασύρει κάποιον να δώσει από πλάνη ψευδή όρκο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο άρθρο 224, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίνεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας, θεωρείται δε και ως αρμόδια αρχή εκείνη, ενώπιον της οποίας είναι δυνατόν, κατά διάταξη νόμου, να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς. Εξάλλου, ο Ειρηνοδίκης είναι αρμόδιος να λαμβάνει ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, εφ' όσον αυτές πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως σε δίκη ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε, αν τα βεβαιούμενα σ' αυτές είναι ψευδή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, Πρέπει, όμως, για να μπορούν αυτές να ληφθούν υπόψη, ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, να έχει προηγηθεί, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 270 παρ. 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της καταθέσεως, διότι διαφορετικά δεν αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρος για όσα περιστατικά περιέχονται σε αυτές. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του παραπάνω άρθρου 228 του ΠΚ, πρέπει επίσης αντικειμενικά να συντρέχουν οι όροι του άρθρου 224 ΠΚ, ήτοι αναλήθεια , αλλά και αρμοδιότητα της αρχής ως άνω.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης για κλήτευση της μάρτυρος Μ3 και τους προβληθέντας αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου για αποβολή της πολιτικής αγωγής και περί δεδικασμένου, δέχθηκε με το προπαρατεθέν ως άνω αιτιολογικό του, ότι στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα της παραπλανήσεως σε ψευδορκία δύο μαρτύρων για δύο περιπτώσεις καθένα τούτων, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο και επέβαλε σε αυτόν μία ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα.
Με βάση τις παραπάνω στο προεκτεθέν αιτιολογικό παραδοχές του, το Δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με τις τρεις περιπτώσεις παραπλάνησης σε ψευδορκία μαρτύρων, (πλην εκείνης της τετάρτης περιπτώσεως που έγινε με την ένορκη βεβαίωση για την οποία θα γίνει αναφορά παρακάτω), διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. α, στ, 26 παρ.1 α, 27, 228 παρ.1 σε συνδ. με 224 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού συνάγεται, α) επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται, η εκ μέρους του κατηγορουμένου με πρόθεση παράσυρση δύο μαρτύρων να δώσουν από πλάνη ψευδή όρκο και να καταθέσουν ψευδή γεγονότα, χωρίς να γνωρίζουν οι μάρτυρες αυτοί το ψευδές τούτων, στα πλαίσια διενεργούμενης προανακρίσεως και δίκης επί ανακοπής πλειστηριασμού ακινήτου, β) αιτιολογείται επαρκώς η συνδρομή της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος χωρίς να γίνεται επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, γ) αναφέρεται ότι οι δύο παραπλανηθέντες μάρτυρες, συνεργάτες του κατηγορουμένου, που κατέθεσαν ψευδή υπέρ του κατηγορουμένου γεγονότα ότι έλαβε δήθεν χώρα εκβιασμός αυτού δηλαδή έδωσε μεταχρονολογημένες επιταγές σε άλλους πλειοδότες, ώστε αυτοί να αποχωρήσουν από τη διαδικασία του πλειστηριασμού, είχαν ως πηγή των πληροφοριών τους τον κατηγορούμενο, ο οποίος και τους παρέσυρε να τα καταθέσουν, για να αποσείσει τη σε βάρος του κατηγορία της παρακωλύσεως συναγωνισμού και να αποκρούσει την εναντίον του ανακοπή ακυρώσεως του πλειστηριασμού, δ) με επαρκή επίσης αιτιολογία απορρίφθηκε το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης προκειμένου να κλητευθεί η μάρτυρας Μ3, ε) με επαρκή και ειδική αιτιολογία απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής δεδικασμένου, απορρέοντος από την αμετάκλητη με αριθ. 745,746/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που αθώωσε τον κατηγορούμενο για άλλη πράξη, εκείνη της παρακωλύσεως συναγωνισμού σε πλειστηριασμό, (396 ΠΚ), ελλείψει ταυτότητας πράξεων, (57 ΚΠοινΔ), στ) με πλήρη και ειδική αιτιολογία απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αποβολής της πολιτικής αγωγής των πολιτικώς εναγουσών, διαδίκων στις δίκες για τις οποίες δόθηκαν οι ψευδείς καταθέσεις και βεβαιώσεις αντίστοιχα των άνω δύο μαρτύρων, που υπέστησαν βλάβη αμέσως από την εν λόγω αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου, επικαρπωτή, στον οποίον κατακυρώθηκε το πλειστηριαζόμενο ακίνητο, αφού αυτές είχαν την ψιλή κυριότητα του πλειστηριαζόμενου ακινήτου.
Συνεπώς οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του ΠΚ, με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω όμως, ούτε στο παραπάνω εκτεθέν αιτιολογικό, ούτε και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, γίνεται μνεία αν η με αριθ. 652/6-12-2001 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βέροιας δοθείσα ένορκη βεβαίωση του φερόμενου ως παραπλανηθέντος σε ψευδορκία μάρτυρος Μ1, λήφθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των ανακοπτουσών - πολιτικώς εναγουσών, αντιδίκων του καθού η ανακοπή κατηγορουμένου, με επιμέλεια του οποίου δόθηκε η ένορκη αυτή βεβαίωση, ούτε επίσης αναφέρεται ότι ο Ειρηνοδίκης Βέροιας, ήταν αρμόδια Αρχή για λήψη της, ώστε να θεωρηθεί αυτή νόμιμο αποδεικτικό μέσο και να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παραπλανήσεως σε ψευδορκία του κατηγορουμένου προς τον δώσαντα την εν λόγω ένορκη βεβαίωση μάρτυρα.
Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την επί μέρους αυτή πράξη, στερείται της παραπάνω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως αξιώνουν οι διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ και είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως.
Συνεπώς, πρέπει γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά τη καταδικαστική της διάταξη που αφορά τη μία από τις τέσσερις περιπτώσεις παραπλάνησης σε ψευδορκία, ήτοι εκείνης του μάρτυρος Μ1 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βέροιας, με τη με αριθ. 652/6-12-2001 ένορκη βεβαίωση και συνακόλουθα και κατά την περί ποινής διάταξη αυτής, απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η αίτηση ως αβάσιμη. Ενόψει όμως του ότι το παραπάνω έγκλημα της παραπλανήσεως σε ψευδορκία (228 παρ.1 ΠΚ), είναι πλημμέλημα κατά το άνω αναιρούμενο μέρος, εφόσον φέρεται ότι τελέσθηκε στις 7-5-2001, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ1,3, 112 και 113 παρ.1,2,3 του ΠΚ, εξαλείφθηκε το αξιόποινό της, συνεπεία παραγραφής λόγω παρελεύσεως μέχρι σήμερα χρόνου πέραν της οκταετίας. Επομένως, αφού αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τη μερικότερη αυτή πράξη και ως προς την ποινή που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 511 του ΚΠοινΔ, να διαταχθεί αυτεπαγγέλτως η οριστική παύση της ασκηθείσας ποινικής διώξεως για την παραπάνω πράξη από το Δικαστήριο τούτο, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο δικάσαν Δικαστήριο, για νέα συζήτηση, κατ'άρθρον 519 παρ.1 ΚΠοινΔ, μόνον κατά την περί ποινής διάταξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 1604,1605/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τη διάταξη αυτής που κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Χ1, για παραπλάνηση σε ψευδορκία του μάρτυρος Μ1, γενόμενη με τη με αριθ. 652/6-12-2001 ένορκη βεβαίωση αυτού ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βέροιας και κατά την περί επιβολής της ποινής διάταξη αυτής.
Παύει οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος Χ1, Δικηγόρου, για παραπλάνηση σε ψευδορκία του μάρτυρος Μ1, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στη Βέροια στις 7-5-2001, σε βάρος των εγκαλουσών - πολιτικώς εναγουσών Ψ2 και Ψ1.
Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο κατά την περί επιβολής ποινής αναιρούμενη ως παραπάνω διάταξη, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 22-12-2008 αίτηση με τους από 23-3-2009 προσθέτους λόγους αυτής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ