Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1982 / 2010    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια (άρθρα 28, 302 ΠΚ). Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1982/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 535/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Φ. του Ε., κάτοικο ... η οποία δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουνίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 984/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε ν’ απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον ’ρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 535/2010 απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και ειδικότερα, από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου και μάλιστα από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως και τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 31-1-2003 και περί ώρα 18.30 ο Μ. Φ., σύζυγος της πολιτικώς ενάγουσας, βρισκόταν πεζός στην άκρη του οδοστρώματος της εθνικής οδού ... στο ύψος του 50ου χιλιομέτρου της οδού αυτής στην περιοχή Κ., δεξιά σε σχέση με την πορεία των κατευθυνόμενων προς το ... αυτοκινήτων. Η άνω εθνική οδός στο σημείο εκείνο είναι διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 9,60 μ. και έχει σημανθεί με διπλή συνεχόμενη γραμμή, διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας. Επίσης, η ίδια οδός στο άνω σημείο δεν έχει πεζοδρόμιο, είναι ευθεία και δεν υπάρχει περιορισμός ορατότητας για τους οδηγούς που χρησιμοποιούν την οδό, αλλά και για τους πεζούς. Κατά τον άνω χρόνο οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά και η κυκλοφορία των οχημάτων μέτρια. Ο Μ. Φ., ηλικίας τότε 57 ετών, ο οποίος ήταν υπέρβαρος, επεχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, μολονότι στο σημείο αυτό δεν υπάρχει διάβαση πεζών. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, εκινείτο στην άνω οδό με κατεύθυνση από … προς …, με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, ενόψει του κατοικημένου της περιοχής. Ο τελευταίος κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του δεν κατέβαλε την προσοχή την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στο μέτρο του συνετού οδηγού και ειδικότερα δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ενώ είχε υπερβεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας κατά 15 τουλάχιστον χιλιόμετρα, βαίνοντας με ταχύτητα 65 περίπου χιλιομέτρων ανά ώρα. Έτσι, παρά το γεγονός ότι υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός στην οδό, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον ως άνω πεζό, σύζυγο της πολιτικώς ενάγουσας, ο οποίος επιχειρούσε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, και ο οποίος κατά το χρόνο εκείνο είχε ήδη διασχίσει 2,20 μέτρα του ρεύματος κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, όπως προέκυψε από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε το αρμόδιο αστυνομικό όργανο που μετέβη στον τόπο του ατυχήματος, μία ώρα περίπου μετά το ατύχημα, με αποτέλεσμα παρά τη διακεκομμένη πέδηση του αυτοκινήτου του, που πραγματοποίησε, η οποία άφησε ίχνη 7,60 μέτρων αρχικό, διακόπηκε λόγω της πρόσκρουσης στον πεζό κατά 3,30 μ και στη συνέχεια άφησε ίχνη 11,20 μ., να μην αποτρέψει την πρόσκρουση του αυτοκινήτου με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του στον πεζό, ο οποίος εκτινάχθηκε στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου και στη συνέχεια στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να υποστεί κάκωση αυχένα και σπλάχνων του θώρακα. Από τις κακώσεις αυτές ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του ως άνω παθόντος, αποτέλεσμα το οποίο δεν πρόβλεψε ο, κατηγορούμενος. Το ότι ο πεζός ερχόταν από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου όπως φαίνεται στο άνω πρόχειρο σχεδιάγραμμα και όχι αντιθέτως, αποδεικνύεται από το σημείο πρόσκρουσης του αυτοκινήτου στον πεζό (εμπρόσθια δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου, εμπρόσθιο δεξιό φανάρι), ενώ αν διέσχιζε το οδόστρωμα από αριστερά προς τα δεξιά, το όχημα θα προσέκρουε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του στον τελευταίο. Η μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης ταχύτητα του αυτοκινήτου αποδεικνύεται από το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης του, σε συνδυασμό με τη βίαιη πρόσκρουση στο σώμα του πεζού και την εκτίναξη του, εφόσον ναι μεν από το νομογράφημα που χρησιμοποιεί η Τροχαία προκύπτει σε σχέση με τα ίχνη πέδησης και την τριβή του οδοστρώματος ταχύτητα γύρω στα 55 χιλιόμετρα ανά ώρα, όμως, μέρος της αρχικής ταχύτητας του αυτοκινήτου απορροφήθηκε από την πρόσκρουση στον πεζό, που ήταν υπέρβαρος, υπήρξε διακοπή κατά 3,30 μ. της τροχοπέδησης και συνεχίστηκε στη συνέχεια αφήνοντας ίχνη 11,20 μ. Εξάλλου, λόγω και των πιο πάνω επικρατουσών στην οδό συνθηκών, ο κατηγορούμενος όφειλε και μπορούσε να αντιληφθεί τον πεζό στην άκρη του οδοστρώματος από απόσταση τουλάχιστον 20 μέτρων και να ενεργήσει ανάλογα. Ενόψει αυτών και ανεξάρτητα από τη συνυπαιτιότητα του θανόντος, ο οποίος επεχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα από σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών και χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορούσε να πράξει αυτό ακίνδυνα και χωρίς παρακώλυση της κυκλοφορίας, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που του αποδίδεται και για την οποία καταδικάστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Όσον αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό του συνηγόρου του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου (αρθρ. 84 παρ. 2α ΠΚ) πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθόσον ο τελευταίος δεν επικαλέστηκε πραγματικά περιστατικά επαρκή για τη συγκρότηση του ότι ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο που έγινε η πιο πάνω πράξη έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 302 παρ. 1 του Π.Κ., που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Συγκεκριμένα αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι το επελθόν αποτέλεσμα της θανατώσεως του παθόντος, ανεξάρτητα του βαθμού συνυπαιτιότητας του, οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος. Τούτο, γιατί, κατά την υπό τούτου οδήγηση του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, δεν επέδειξε την επιμέλεια του συνετού οδηγού, αλλά κινείτο επί της Επαρχιακής οδού …, με κατεύθυνση από … προς …, με αυξημένη ταχύτητα, ήτοι με 65 χιλιόμετρα την ώρα, αντί της ανωτάτης επιτρεπομένης των 50 χιλιομέτρων, λόγω του κατοικημένου της περιοχής. Ειδικότερα, εκτίθεται ότι ο κατηγορούμενος ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με την ταχύτητα των 65 χιλιομέτρων την ώρα, δεν μείωσε όπως όφειλε αυτήν, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να αποφύγει την πρόσκρουση του οχήματος του με τον παθόντα, ο οποίος διέσχιζε καθέτως πεζός την οδό. Επίσης, αιτιολογείται το ότι οποία ο κατηγορούμενος, όφειλε και μπορούσε να αντιληφθεί τον παθόντα έγκαιρα, από απόσταση τουλάχιστον 20 μέτρων, με τις παραδοχές ότι το μεν όχημα του κινείτο επί ευθείας οδού, το δε ότι κατά τη στιγμή της προσκρούσεως ο παθών, ήδη, είχε διανύσει απόσταση 2.20 μέτρα επί του οδοστρώματος από δεξιά σε σχέση με την πορεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ότι, παρόλα αυτά, ο κατηγορούμενος δεν ανέκοψε την ταχύτητα του οχήματος του, αν και οι συνθήκες της οδού που επικρατούσαν κατά το χρόνο που επισυνέβη ο τραυματισμός του παθόντος, ήσαν καλές και ο τοπικός φωτισμός επίσης, ήταν επαρκής ώστε να μπορεί πλέον να διακρίνει από την απόσταση τουλάχιστο των 20 μέτρων τον πεζό, και να αποφύγει την πρόσκρουση με αυτόν. Δεν υφίσταται δε οποιαδήποτε ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, όπως αβασίμως παραπονείται ο αναιρεσείων, από το γεγονός ότι, στο μεν αιτιολογικό της αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι το όχημα έβαινε με ταχύτητα 65 χιλιομέτρων την ώρα, ενώ στο διατακτικό ότι έβαινε με αυξημένη ταχύτητα, γεγονός το οποίο παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνεται και δεν αναιρείται το στοιχείο αυτό. Ενόψει αυτών, αιτιολογείται και η κρίση περί του ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, όπως αυτή προεκτέθηκε, και του επελθόντος αποτελέσματος, αυτού δηλαδή του θανάσιμου τραυματισμού του παθόντος. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Ιουνίου 2010 και με αριθμό καταθέσεως 10/2010 αίτηση του Ν. Κ. του Ι., κατοίκου Κ. Μ. Η., για αναίρεση της υπ' αριθμό 535/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Δεκεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 16 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή