Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 681 / 2015    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Έφεση Εισαγγελέα.




Περίληψη:
Έφεση εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως. Το τριμελές εφετείο ορθώς έκρινε αιτιολογημένη την έφεση και, στη συνέχεια, προχώρησε στην καταδίκη της αναιρεσείουσας, η οποία δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούσαν, με αποτέλεσμα, από αμέλειά της να προκαλέσει το θανάσιμο τραυματισμό ανηλίκου και τον τραυματισμό ενός άλλου. Ορθή και αιτιολογημένη η καταδικαστική απόφαση. Απόρριψη αιτήσεως.




Αριθμός 681/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κουρτίδη, για αναίρεση της υπ'αριθ.1197/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ. Ρ. του Μ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 889/2014.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 περ. β του ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση, δεδομένου, μάλιστα, ότι, με την απαγγελία της αθωωτικής αποφάσεως στο ακροατήριο (με συνοπτική συνήθως αιτιολογία), ο Εισαγγελέας έχει άμεση πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και στα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, όπου η καταχώριση των μαρτυρικών καταθέσεων και η απολογία του κατηγορουμένου (ΟλΑΠ 9/2005). Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήξει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1197/2013 απόφαση του και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ταυτάριθμη παρεμπίπτουσα απόφαση του, απέρριψε τον ισχυρισμό που πρόβαλε εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικώς, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, περί απαραδέκτου της εφέσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ξάνθης κατά της 365/2011 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης και δέχθηκε τυπικώς την έφεση αυτού, στη συνέχεια δε, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα ανθρωποκτονίας από αμέλεια της Κ. Χ. και σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή του Μ. Χ., με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατεσσάρων (14) μηνών, ανασταλείσα.
Στην έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση από την αρμόδια Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ξάνθης, με αριθμό 21/4.3.2011, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα της βασιμότητας του κατωτέρω λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, αναφέρεται ότι ο εν λόγω Εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της πρωτόδικης απαλλακτικής αποφάσεως γιατί: "... από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και την επ' ακροατηρίω διαδικασία προέκυψε ότι η κατηγορουμένη περί ώρα 18:45 της 25-10-2006 οδηγώντας το με αρ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο κινούνταν εντός του χωριού ... διανέμοντας άρτο σε τοπικά καταστήματα πώλησης άρτου. Η ανωτέρω έβαινε χωρίς σύνεση και διαρκώς εντεταμένη την προσοχή και δίχως να έχει ρυθμίσει την ταχύτητα της ενόψει των περιστάσεων (πολύ στενός δρόμος ορεινού οικισμού, έλλειψη πεζοδρομίου, συνεχώς ανωφέρειες και κατωφέρειες τόσο της οδού που κινούνταν όσο και ένθεν και ένθεν αυτής, ανεπαρκής ορατότητα λόγω σκότους και έλλειψης τεχνητού φωτισμού, μεγάλη θρησκευτική μουσουλμανική εορτή -μπαϊράμι) με αποτέλεσμα να παρασύρει και να θανατώσει την ανήλικη (γεν. 23-12-1996) Κ. Χ. η οποία κινούνταν πεζή από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος αλλά και να τραυματίσει τον επίσης ανήλικο (γεν. 23-1-2000) αδελφό της Μ. Χ. που είχε την ίδια πορεία. Ειδικότερα ενόψει των συνθηκών που προανέφερα η ταχύτητα της έπρεπε να είναι μηδενική ή σχεδόν μηδενική, δεδομένου ότι σε τέτοιο οδικό δίκτυο (το οποίο η ανωτέρω καλώς γνώριζε αφού είναι κάτοικος της περιοχής) η ανάπτυξη λίγο μεγαλύτερης ταχύτητας οδηγεί μοιραία, σε περίπτωση αιφνίδιας εμφάνισης πεζού, σε τραγικά αποτελέσματα. Εάν λοιπόν η ταχύτητα της ήταν μηδενική ή σχεδόν μηδενική, η ρόδα του αυτοκινήτου που οδηγούσε δε θα περνούσε πάνω από το σώμα της ανήλικης προκαλώντας της πολλαπλές θλάσεις και ρήξεις του ήπατος και του δεξιού νεφρού, όπως τελικά υπέστη αλλά στη χειρότερη των περιπτώσεων θα υφίστατο κάποιες σωματικές βλάβες. Το ότι λοιπόν η ταχύτητα του οχήματος της δεν ήταν σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 1 9 παρ. 2, 3 ν. 2696/1999 (και άρα υφίσταται εμφανώς εξωτερική αμέλεια τυποποιημένη σε κανόνα δικαίου) θεμελιώνει ακριβώς την υπαιτιότητα της στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος -θανάτου - τραυματισμού των ανηλίκων. Υπό τις άνω παραδοχές η προσβαλλόμενη δεν ερμήνευσε ορθά το αποδεικτικό υλικό της προκείμενης υπόθεσης και κακώς απάλλαξε την κατηγορουμένη για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και των σωματικών βλαβών από αμέλεια για τις οποίες έπρεπε να κηρυχθεί ένοχη". Η έφεση αυτή, όπως διατυπώθηκε, περιέχει την απαιτούμενη για το παραδεκτό της, κατά τη προαναφερθείσα διάταξη, του άρθρου 486 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται σ' αυτήν η συγκεκριμένη περί την εκτίμηση των αποδείξεων πλημμέλεια της εκκαλουμένης αθωωτικής αποφάσεως ως προς τις πράξεις της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, οι οποίες αποδίδονται στην κατηγορούμενη, και προσδιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένη, κατά τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, κρίση. Ειδικότερα, εκτίθεται σαφώς τι, κατά την κρίση του εκκαλούντος Εισαγγελέα, προέκυψε από ολόκληρο το αποδεικτικό υλικό και γιατί ο θάνατος και ο τραυματισμός, αντιστοίχως, των ανωτέρω ανηλίκων, οφειλόταν σε αμέλεια της αναιρεσείουσας και τι έπρεπε να είχε πράξει εκείνη για να προλάβει την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος. ’λλη, επιπλέον, αιτιολογία δεν ήταν αναγκαία. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο, που απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό της κατηγορουμένης και προχώρησε, μετά ταύτα, στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη αυτής, δεν υπερέβη την εξουσία του και ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη ή παράλειψη του. Η αμέλεια διακρίνεται σε άνευ συνειδήσεως αμέλεια, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και σε ενσυνείδητη αμέλεια, κατά την οποία προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή. με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εντεύθεν και δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει & αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο η κατηγορουμένη οδηγούσε στερούμενη αδείας οδηγήσεως και της σχετικής προς τούτο εμπειρίας το με αριθμό κυκλοφορίας ... 1ΧΦ αυτοκίνητο και κινείτο σε ανώνυμη κοινοτική οδό εντός του οικισμού ... του Δήμου ..., με κατεύθυνση από θέρμες προς το κέντρο του ως άνω οικισμού. H πιο πάνω οδός δεν έχει σ' όλο το μήκος της το ίδιο πλάτος και ειδικότερα, στην κατεύθυνση στην οποία έβαινε η κατηγορούμενη, μετά το ύψος του παντοπωλείου όπου παρέδωσε ψωμιά, έχει πλάτος 4,25 μέτρα, στη συνέχεια το πλάτος αυτής φθάνει τα 5.30 μέτρα και ακολούθως μειώνεται στα 4,70 μέτρα, ενώ δεν υπάρχουν πεζοδρόμια ή ερείσματα εκατέρωθεν καθ' όλο το μήκος αυτής. Αριστερά, ως προς την πορεία της κατηγορουμένης υπάρχει ένα απότομο κατηφορικό χωμάτινο μονοπάτι, που χρησιμοποιείται μόνον από πεζούς, το οποίο έχει πλάτος 2,90 μέτρα. Αυτό το μονοπάτι καταλήγει στην κύρια οδό του οικισμού και ειδικότερα, η μια του πλευρά (η πρώτη, ως προς την κατεύθυνση της οδηγού), σε σημείο της οδού, όπου το πλάτος της είναι 4,25 μέτρα και η άλλη (δεύτερη) σε σημείο αυτής, όπου το πλάτος της είναι 5,30 μέτρα, δηλαδή η φορά του μονοπατιού είναι διαγώνια στο σημείο τομής του με την κύρια οδό. Η οδός στην οποία έβαινε η κατηγορουμένη ήταν διπλής κατεύθυνσης, ασφαλτοστρωμένη, δεν υπήρχε διαγράμμιση, το οδόστρωμα ήταν ξηρό, την ώρα εκείνη επικρατούσε νύχτα, ο τεχνητός φωτισμός της οδού ήταν επαρκής, η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ήταν αραιή, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν αυτό που ορίζεται για τις κατοικημένες περιοχές, πλην όμως η ορατότητα της κατηγορουμένης, ως προς τους τυχόν κινούμενους στο από τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της ευρισκόμενο κατηφορικό μονοπάτι περιοριζόταν, λόγω της ύπαρξης διώροφου κτίσματος στο πρώτο σημείο τομής αυτού με την κύρια οδό, ως προς την κατεύθυνση της κατηγορουμένης (όπου το πλάτος της οδού είναι 4.25 μέτρα). Ειδικότερα, για να αντιληφθεί η κατηγορούμενη τυχόν πεζούς που "κατέβαιναν" το μονοπάτι, προτού η ίδια εισέλθει στη "διασταύρωση" αυτού με την κύρια οδό, έπρεπε αυτοί να έχουν ήδη εισέλθει στην κύρια οδό και να κινούνται σε πλάτος της 1,05 μέτρο στην αριστερή της πλευρά, ως προς την πορεία της οδηγού, δεδομένης της διακύμανσης του πλάτους της οδού (5,30 -4,25μ ) και της διαγώνιας τομής του μονοπατιού μ' αυτή, σημειουμένου ότι η ορατότητα δυσχεραινόταν επιπλέον λόγω του μη φωτισμού του ως άνω μονοπατιού. II κατηγορουμένη αφού παρέδωσε τα ψωμιά στο παντοπωλείο, το οποίο απέχει από τη διασταύρωση της κύριας οδού με το μονοπάτι περί τα 25 μέτρα, ξεκίνησε την πορεία της προς το κέντρο του οικισμού (προς το Τέμενος), οδηγώντας εντός του ρεύματος πορείας της, με ταχύτητα περί τα 30 χ/ω, η οποία υπολειπόταν μεν της ανωτέρας επιτρεπομένης ταχύτητας, πλην όμως δεν ήταν ανάλογη των συνθηκών οδήγησης (οδήγηση κατά νυκτερινή ώρα εντός κατοικημένης περιοχής σε σημείο με λίαν περιορισμένη ορατότητα), ώστε η κατηγορουμένη να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος της και να δύναται ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς ως και να ακινητοποιεί το όχημα της. Έτσι η κατηγορουμένη όταν εισήλθε στην παραπάνω διασταύρωση της οδού με το μονοπάτι και ενώ είχε διασχίσει μέρος αυτής, η ανήλικη Κ., ηλικίας 10 ετών περίπου, που έβαινε τρέχοντας στο πιο πάνω μονοπάτι μαζί με τον δίχρονο αδελφό της Μ., χωρίς επιτήρηση από τους γονείς τους, έχοντας αποκτήσει επιτάχυνση λόγω της έντονα κατηφορικής φύσης του μονοπατιού, εισήλθαν αιφνίδια με κατεύθυνση διαγώνια στην κύρια οδό του οικισμού, επέπεσαν επί του οχήματος και εν τέλει παρασύρθηκαν από το όχημα που οδηγούσε η κατηγορουμένη, η οποία καίτοι αντελήφθη την πρόσκρουση των ανηλίκων επί του οχήματος της, δεν κατάφερε να ακινητοποιήσει αυτό, λόγω της αυξημένης για τις περιστάσεις οδήγησης ταχύτητας που είχε, με αποτέλεσμα από την παράσυρση η μεν Κ. Χ. να υποστεί πολλαπλές θλάσεις και ρήξεις του ήπατος και του δεξιού νεφρού, σωματικές κακώσεις που είναι ιδιαίτερα βαριές εκ των οποίων και μόνον απεβίωσε, ο δε Μ. Χ. να υποστεί κάκωση κεφαλής. Από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων υπαιτιότητα με τη μορφή της μη συνειδητής αμέλειας για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και της συνεπεία αυτού προκληθείσας ανθρωποκτονίας από αμέλεια και σωματικής βλάβης από αμέλεια, βαρύνει την κατηγορουμένη και τούτο ανεξάρτητα του μεγάλου βαθμού συνυπαιτιότητας των ανηλίκων δια των εποπτευόντων αυτών γονέων τους, καθόσον η κατηγορουμένη κατά την οδήγηση του οχήματος της δεν επέδειξε την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη επιμέλεια και δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, λόγω της ανεπιτηδειότητάς της ως προς την οδήγηση και οδηγούσε το όχημα της μη συμμορφούμενη προς τους νομικούς κανόνες οδήγησης, κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη των πράξεων που της αποδίδονται ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 302 παρ. 1, 314 παρ. Ια, 315 παρ. 1 και 28 παρ. 1 του 1ΙΚ. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) Σαφώς εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά του ατυχήματος, προσδιορίζεται ο τόπος, όπου έγινε αυτό, και αιτιολογείται ότι η ταχύτητα, με την οποία έβαινε η αναιρεσείουσα, συνδεόταν αιτιωδώς με αυτό, με την παραδοχή ότι αυτή, λόγω της αυξημένης, για τις περιστάσεις, ταχύτητας της, δεν μπόρεσε να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο, όταν οι ανήλικοι επέπεσαν σ' αυτό. β) Τα τροχαία ατυχήματα, κατά τα οποία παρασύρονται πεζοί, είναι δυνατόν να οφείλονται σε συνυπαιτιότητα τόσο του οδηγού του αυτοκινήτου όσο και των πεζών, πράγμα που δεν απαλλάσσει τον δράστη οδηγό, όπως κρίθηκε και στην παρούσα περίπτωση, γ) Σαφώς προσδιορίζεται τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό, και το είδος της αμέλειας (μη συνειδητή), που επέδειξε η κατηγορουμένη. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος. Οι, εμπεριεχόμενες στο λόγο αυτό, αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων αυτόπτη μάρτυρα Μ. Α., σχεδιαγράμματος Τροχαίας και λοιπών εγγράφων) είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση καινά καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ αριθ. εκθ. 45/15 Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση της Σ. Χ. του Μ., για αναίρεση της 1197/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή