Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1246 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης.




Περίληψη:
Υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Λόγοι αναιρέσεως. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 220 του Ποινικού Κώδικα. Ο υπάλληλος της εταιρείας "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΕ" είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα. Απορρίπτει την αναίρεση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1246/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιοτέρου μέλους της σύνθεσης, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγγελάκο, περί αναιρέσεως της 153, 153α/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τζιτζικάκη.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 757/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 220 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο, κατά την έννοια των άρθρων 438 και 439 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, έγγραφο για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή το έγγραφο, από μόνο του ή σε συσχετισμό προς άλλο, να μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως δημόσιας ή ιδιωτικής, β) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο εξ αιτίας του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος, έστω και από αμέλεια ή ευπιστία, στην παροχή της βεβαιώσεως και γ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη θέληση του να προκαλέσει την αναληθή βεβαίωση και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο στο δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές, είτε για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο. Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Νόμου 1647/1986 (ΦΕΚ Α' 141/19.9.1986) "Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας (Ο.Κ.Χ.Ε.) και άλλες σχετικές διατάξεις" ορίζουν τα εξής: "1.- Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας" (Ο.Κ.Χ.Ε.) με έδρα την Αθήνα και αποκεντρωμένη ανάπτυξη, που εποπτεύεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων. 2.- Σκοπός του Οργανισμού είναι η σύνταξη, τήρηση και ενημέρωση του ενιαίου αποδεικτικού κτηματολογίου της Ελλάδας, η γαιωδαιτική κάλυψη και η χαρτογράφηση της Χώρας, η απογραφή και χαρτογράφηση των φυσικών διαθεσίμων της και η δημιουργία τράπεζας στοιχείων γης και περιβάλλοντος". Εξάλλου, το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2308/1995 (ΦΕΚ Α' 114/15.6.1995) "Κτηματογράφηση για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου. Διαδικασία έως τις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία και άλλες διατάξεις" ορίζει τα κάτωθι: "1.- Για τη μελέτη, σύνταξη και λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου δύναται να συσταθεί ανώνυμη εταιρεία για την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 6 έως 17 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994 (ΦΕΚ 138 Α', όπως συμπληρώθηκαν με την παράγραφο 2 του άρθρου δεύτερου του ν. 2261/1994 (ΦΕΚ 205 Α'), όπως κάθε φορά ισχύουν. Στην ίδια εταιρεία ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων δύναται με αποφάσεις του, ύστερα από πρόταση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, να μεταφέρει αρμοδιότητες και οικονομικούς πόρους του Οργανισμού αυτού. Οι αποφάσεις αυτές δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.- Στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας της παραγράφου 1, που θα συσταθεί για τη μελέτη, σύνταξη και λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, μπορούν να μετέχουν υπάλληλοι του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, του Ο.Κ.Χ.Ε. καθώς και μέλη του Διοικητικού του Συμβουλίου, οποιασδήποτε ειδικότητας και ιδιότητας". Σε εκτέλεση και κατ' εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2308/1995, εκδόθηκε η κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και δημόσιων Έργων 81706/6085/6.10.1995 (ΦΕΚ Β' 872/19.10.1995) "Ίδρυση Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"", με την οποία "...1.-Ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με τη μορφή Ανώνυμης Εταιρείας και επωνυμία "Κτηματολόγιο Ανώνυμη Εταιρεία", που εποπτεύεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και παρακάτω αναφέρεται ως Εταιρεία. 2.-Σκοπός της Εταιρείας είναι η μελέτη, η σύνταξη, η λειτουργία και η τήρηση του Εθνικού Κτηματολογίου. 3.- ....Η Εταιρεία αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφελείας και ισχύουν σ' αυτήν οι διατάξεις για τις επιχειρήσεις, λειτουργεί δε σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας...". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η εταιρεία "Κτηματολόγιο Α.Ε.", που ιδρύθηκε από το Δημόσιο και στην οποία εκχωρήθηκαν αρμοδιότητες του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου Ο.Κ.Χ.Ε. και της οποίας σκοπός είναι η μελέτη, η σύνταξη, η λειτουργία και η τήρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, είναι επιφορτισμένη με εκτέλεση κρατικού προγράμματος αναπτύξεως και επομένως, οι υπάλληλοι της ως άνω εταιρείας έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 α' του Ποινικού Κώδικα, αφού το βασικό χαρακτηριστικό της έννοιας αυτής είναι όχι ο τρόπος διορισμού του υπαλλήλου (πράξη δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου) ή η διάρκεια της ή η ύπαρξη νομοθετημένης θέσεως, αλλά κατά κύριο λόγο η παροχή υπηρεσιών, έστω και προσωρινά, που εμπίπτουν στους επιδιωκόμενους γενικότερου ενδιαφέροντος σκοπούς του κράτους, ν.π.δ.δ. και οργανισμών δημόσιου τομέα, ως και η σχέση εξαρτήσεως που διαμορφώνεται από αυτά ή τα αρμόδια όργανα τους. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, το οποίο περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ1 αριθ. 152-153α/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, συνισταμένη στο ότι "στη ... στις 6.2.2001 πέτυχε με εξαπάτησε να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα κατέθεσε αίτηση στο όνομα του στην υπηρεσία του Κτηματολογίου ότι είναι κύριος με χρησικτησία οικοπέδου στη ... στη θέση "...", έκτασης 1.000 τετραγωνικών μέτρων, ενώ η αλήθεια είναι ότι αυτό ανήκει στην εγκαλούσα Ψ, κάτοικο ..., πέτυχε δε να παραπλανήσει τον υπάλληλο του Κτηματολογίου ως προς τα ανωτέρω γεγονότα και να εκδώσει κτηματογραφικό απόσπασμα στο όνομα του κατηγορουμένου, με το οποίο εβεβαιώνετο η ιδιοκτησία του επί του ανωτέρω οικοπέδου". Στην αιτιολογία της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του παραπάνω διατακτικού της, αναφέρεται ότι "από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που ενόρκως εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι το ακίνητο για το οποίο εκδόθηκε η βεβαίωση, την οποία ο εκκαλών κατηγορούμενος φέρεται ότι υφήρπασε είναι ένα πρώην αγροτεμάχιο με έξι ελαιόδενδρα και ήδη οικόπεδο, εμβαδού 1000 τ. μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "...", της ..., εντός του σχεδίου πόλεως, και που εμφαίνεται υπό τα περιμετρικά στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΑ στο από του μηνός Ιουλίου του 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολ. μηχανικού ..., στο οποίο επισυνάπτεται δήλωση του ν. 651/1977, κατά την οποία αυτό είναι μεν άρτιο, αλλά όχι και οικοδομήσιμο, συνορεύει δε βόρεια με ιδιοκτησία του κατηγορουμένου, νότια με εγκεκριμένη οδό πλάτους 10 μέτρων, ανατολικά με την οδό ... και δυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου. Το εν λόγω ακίνητο, με το νομίμως μεταγραφέν 16.577/18.1.1975 προικοσυμβόλαιο του συμβ/φου Σαλαμίνας Παρασκευά Χατζή, η ... μεταβίβασε ως προίκα, κατά ψιλή κυριότητα στην κόρη της, Ψ (πολιτικώς ενάγουσα), κατ' επικαρπία δε στο σύζυγο της τελευταίας, Ψ, στον εν λόγω δε τίτλο (προικοσυμβόλαιο), το προικώο περιγράφεται ως αγρός ενός (1) στρέμματος, με έξι ελαιόδενδρα, που συνορεύει ανατολικά και νότια με δρόμους, βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ και δυτικά με ιδιοκτησία χήρας .... Στη μητέρα και δικαιοπάροχο της πολιτικώς ενάγουσας το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει με αγορά, δυνάμει του 2337.17.3.1951 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Κων/νου Κυριάκου νομίμως μεταγραφέντος, από τον ..., στον δε τελευταίο είχε περιέλθει επίσης με αγορά, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος 1838/27.8.1950 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου από τους κληρονόμους του θανόντος το έτος 1942 .... Η πολ. ενάγουσα, από το 1975, οπότε απέκτησε το ανωτέρω ακίνητο, συνέχισε τις διακατοχικές πράξεις των δικαιοπαρόχων της, που προσιδιάζουν σε νομέα ακινήτου, δηλαδή το καλλιεργούσε και μάζευε τον ελαιόκαρπο από τα υπάρχοντα σ' αυτό 6 ελαιόδενδρα, το επόπτευε και από το 1981 μέχρι το 2004, οπότε λόγω αμφισβήτησης της κυριότητας της επ' αυτού από τον κατηγορούμενο προσέφυγε στη Δικαιοσύνη (βλ. αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 84/2004 απόφαση ασφαλ. μέτρων του Ειρηνοδικείου Σαλαμίνας, εκδοθείσα επί αντιθέτων αιτήσεων της πολ. ενάγουσας και του κατηγορουμένου, με την οποία, του μεν τελευταίου απορρίφθηκε η αίτηση, της δε πολ. ενάγουσας έγινε δεκτή και αναγνωρίσθηκε αυτή προσωρινά νομέας του τότε επιδίκου ακινήτου), φρόντιζε τα ελαιόδενδρα ο σύζυγος της και μάζευε τον ελαιόκαρπο για λογαριασμό της ο κουνιάδος της ..., υπό τα βλέμματα ανέκαθεν του κατηγορουμένου, χωρίς η πολ. ενάγουσα να ενοχληθεί από κανένα στην άσκηση της νομής της, πράγμα που έγινε για πρώτη φορά τον Μάιο του 2004, όταν επισκέφθηκε με τον σύζυγο της το ακίνητο και βρήκε παραβιασμένη την κλειδαριά της εξώθυρας και σπασμένο το λουκέτο, το οποίο είχε αντικατασταθεί με άλλο από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ισχυρίζεται έκτοτε ότι το ακίνητο ανήκει σ' αυτόν κατά κυριότητα, την οποία απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, συνεχίζοντας από το 1978, οπότε ισχυρίζεται ότι το απέκτησε με άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα του, Ζ, τις πράξεις νομής διάνοια κυρίου του πατέρα του, Ζ, ο οποίος το είχε, κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, αποκτήσει με το 23938/1948 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Κυριάκου Μπόγρη. Όμως, το περιγραφόμενο στο συμβόλαιο αυτό ακίνητο συνορεύει ανατολικά με ..., δυτικά με ..., βόρεια με ... και νότια με δρόμο, βρίσκεται στη θέση "..." ... και είναι άμπελος ενός (1) στρέμματος, εμπεριέχουσα και εν ελαιόδενδρον και μία αχλαδιά", κατά τον τίτλο κτήσεως, δεν έχει δε καμία σχέση με το προικώο ακίνητο της πολ. ενάγουσας, το οποίο ανέκαθεν, ήτοι προ και του έτους 1942, αναφερόταν σε όλους τους τίτλους κτήσεως της πολ. ενάγουσας ως αγρός με έξη ελαιόδενδρα, όσα δηλαδή βρίσκονται μέσα σ' αυτό και σήμερα, συνορεύει δε με δύο δρόμους, αγροτικούς παλαιότερα, οι οποίοι επίσης αναφέρονται σε όλους τους τίτλους της πολ. ενάγουσας, ενώ το ακίνητο που περιγράφεται ως άμπελος στο συμβόλαιο διανομής που επικαλείται ο κατηγορούμενος, συνορεύει μόνο με ένα δρόμο και δεν φέρεται να συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία ανήκουσα επίσης στους κληρονόμους Χ, όπως θα έπρεπε αν ταυτιζόταν με εκείνο της πολ. ενάγουσας, το οποίο ο κατηγορούμενος ουδέποτε διέλαβε στο έντυπο Ε - 9 της φορολογικής του δηλώσεως μέχρι το 2004, όπως θα έπραττε αν το θεωρούσε ιδιοκτησία του, ούτε και το δήλωσε στο Εθνικό Κτηματολόγιο το 1999, όταν ξεκίνησε η διαδικασία σύνταξης των κτηματολογικών πινάκων. Αντίθετα, η πολ. ενάγουσα υπέβαλε δήλωση στο Κτηματολόγιο την 1.6.1999, με αριθμό 007217, αλλά το ακίνητο δεν εντοπίστηκε τότε, γιατί η ήδη πολ. ενάγουσα δεν είχε υποβάλει τοπογραφικό διάγραμμα. Ο κατηγορούμενος τον Φεβρουάριο του 2001, όταν ακόμα το ακίνητο δεν είχε εντοπιστεί, υπέβαλε και αυτός δήλωση στο Κτηματολόγιο, η δε πολ. ενάγουσα υπέβαλε την υπ' αριθ. 068804 ένσταση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 0512915/16/32 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή και το προικώο ακίνητο έλαβε τον Κ.Α.Ε.Κ. 05129238006, που είχε προηγουμένως ο κατηγορούμενος. Και ναι μεν από το υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου Τ.17914/04 κτηματογραφικό απόσπασμα, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν της από 2.7.2004 αιτήσεως της πολ. ενάγουσας, προκύπτει ότι ως δικαιούχος αναφέρεται ο κατηγορούμενος, αλλά στις παρατηρήσεις διαλαμβάνεται ότι για το ακίνητο αυτό η πολ. ενάγουσα έχει υποβάλει δήλωση με αριθμό πρωτ. 007217/2.6.1999, καθώς και το ότι αυτή έχει υποβάλει ένσταση. Ας σημειωθεί, τέλος, ότι στο από μηνός Ιανουαρίου του 2004 τοπογραφικό που ο κατηγορούμενος υπέβαλε αρμοδίως για την έκδοση αδείας οικοδομήσεως στο όμορο προς το επίδικο ακίνητο ακίνητο του, αναφέρει το εν λόγω ακίνητο ως αγνώστου ιδιοκτήτη. Από τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι κυρία του επιδίκου οικοπέδου από το έτος 1975 και εφεξής είναι η πολ. ενάγουσα και ότι ουδέποτε απέκτησε επ' αυτού οποιοδήποτε δικαίωμα και μάλιστα κυριότητας ο κατηγορούμενος.
Συνεπώς, όταν ο τελευταίος, στη ..., με την από 8.2.2001 αίτηση του προς την υπηρεσία του Κτηματολογίου παρέστησε ότι είναι κύριος, δυνάμει χρησικτησίας, του επιδίκου ακινήτου, ενώ γνώριζε ότι κυρία αυτού ήταν η πολιτικώς ενάγουσα, εψεύδετο, πέτυχε δε με τον τρόπο αυτό να παραπλανήσει τον αρμόδιο υπάλληλο του Κτηματολογίου ως προς το ως άνω γεγονός, ο οποίος εξέδωσε κτηματογραφικό απόσπασμα επ' ονόματι του κατηγορουμένου, με το οποίο επιβεβαιωνόταν η ιδιοκτησία του στο επίδικο οικόπεδο.
Συνεπώς, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, η οποία του αποδίδεται με το κατηγορητήριο". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο Πειραιώς διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτουμένη από το αρθρ. 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του παραπάνω εγκλήματος από τον κατηγορούμενο, για το οποίο τον κήρυξε ένοχο, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτών κρίσεως του και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 220 ΠΚ την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρεται κατά τρόπο σαφή η ιδιότητα εκείνου που εξέδωσε την ως άνω βεβαίωση ως υπαλλήλου του Κτηματολογίου, το οποίο, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη είναι, κατά τον νόμο, εταιρεία επιφορτισμένη με εκτέλεση κρατικού προγράμματος αναπτύξεως και επομένως, οι υπάλληλοι της, έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 α' του Ποινικού Κώδικα. Αναφέρεται επίσης και το ότι το πιστοποιητικό το οποίο ο αναιρεσείων υφήρπασε ήταν δημόσιο έγγραφο που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη την αναγνώριση στο όνομα του κυριότητας επί του περιγραφομένου ακινήτου, το οποίο δεν ανήκε σ' αυτόν, αλλά στην πολιτικώς ενάγουσα. Κατ' ακολουθίαν, οι περί του αντιθέτου, από το αρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. δύο λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι και συνεπώς και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως (πρέπει να απορριφθεί) στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της με 153-153α/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας, που ορίζει σε πεντακόσια ευρώ (500 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

<< Επιστροφή