Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1700 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1700/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων α) κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ... και β) πολιτικώς ενάγοντος Ψ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του με αριθμό 1.468/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορουμένους τους α) Χ2 και β) Χ3.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενος και πολιτικώς ενάγων ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Νοεμβρίου 2008 και 10 Νοεμβρίου 2008, αντίστοιχα, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.855/2008. Έπειτα η Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 57/4.2.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθμ. 185/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 1468/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως και το αίτημα αυτού για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας, καθώς και την υπ'αριθμ. 190/2008 αίτηση αναίρεσης του Ψ, υπαλλήλου της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, κατοίκου ..., κατά του αυτού ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής:
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του πρώτου έχει ασκηθεί παραδεκτώς, νομοτύπως και εμπροθέσμως, περιέχει δε συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως, ήτοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Συνεπώς πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ'ουσίαν.
Κατά το άρθρο 308 παρ. 1 εδ. γ' και δ' ΚΠΔ, στα εγκλήματα, που προβλέπονται από το άρθρο 1 παρ. 1 του, όπως ισχύει, Ν. 1608/1950, η περάτωση της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών και για τον σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται, αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη, στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει, ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρόταση στο συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως, ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα. Όταν, όμως, ο Εισαγγελέας Εφετών φρονεί ότι η αποδιδομένη στον κατηγορούμενο πράξη, δεν υπάγεται μεν στις ρυθμίσεις του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950, συγκροτεί, όμως, έγκλημα υπαγόμενο σε άλλη, κοινή και όχι εκείνη του άρθρου 1 παρ. 1 του παραπάνω νόμου διάταξη, τότε μόνον θα υποβάλλει πρόταση επί της ουσίας της υποθέσεως και το συμβούλιο Εφετών θα προχωρήσει σε έκδοση βουλεύματος, με το οποίο θα παραπέμπει, ή θα αποφαίνεται να μην γίνει κατηγορία, όταν, στην πρώτη περίπτωση, η αποδιδομένη στον κατηγορούμενο και μη υπαγομένη στο άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950 αξιόποινη πράξη δεν είναι κακούργημα, διότι τότε ο κατηγορούμενος, κατ'άρθρο 478 παρ. 1 ΚΠΔ, (όπως αντικ. με το αρ. 39 Ν. 3160/30-6-2003) δεν θα είχε δικαίωμα έφεσης κατά του αντιστοίχου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, τούτο δε εναρμονίζεται με τον εξαιρετικό χαρακτήρα του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. γ' και δ' ΚΠΔ και διασφαλίζει στον κατηγορούμενο τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, μη ταυτίζοντας την λειτουργική φερεγγυότητα του Συμβουλίου Εφετών, όταν εκφράζεται ως δευτεροβάθμιο, ελεγκτικό, όργανο, με εκείνη του ιδίου συμβουλίου, όταν ενεργεί ως αποφασίζον εφάπαξ όργανο (ΑΠ 1826/2006, ΑΠ 312/2005, ΑΠ 1371/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, εναντίον του αναιρεσείοντος (και άλλων κατηγορουμένων) ασκήθηκε ποινική δίωξη για υπεξαίρεση κατά συναυτουργία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ'εξακολούθηση, κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης από εντολοδόχους και διαχειριστές ξένης περιουσίας σε βάρος του Δημοσίου, από την οποία το όφελος που πέτυχαν οι δράστες και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε στο τελευταίο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Όμως ο Ανακριτής απήγγειλε κατ'αυτού (και άλλων κατηγορουμένων) κατηγορία για κοινή κακουργηματική υπεξαίρεση από κοινού και κατ'εξακολούθηση (αρ. 45, 98 και 375 παρ. 2-1 ΠΚ) χωρίς δηλαδή τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/1950. Μετά δε την νομότυπη περάτωση της κύριας ανάκρισης, η υπόθεση εισήχθη από τον αρμόδιο Εισαγγελέα στο Συμβούλιο Εφετών, το οποίο και παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα και τους κατηγορουμένους Χ2 και Χ3 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικασθούν για την ως άνω πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος από κοινού και κατ'εξακολούθηση, χωρίς δηλαδή τις επιβαρυντικές περιστάσεις του αρ. 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, ενώ αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για την ίδια πράξη, δηλαδή για κοινή κακουργηματική υπεξαίρεση από κοινού και κατ'εξακολούθηση κατά των κατηγορουμένων ..., ..., ... και ..., επί πλέον δε έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά των ..., ..., ..., ..., ... και ... για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης σε βάρος του Ψ, λόγω παραγραφής. Ενόψει αυτών, και δεδομένου ότι ο αναιρεσείων είχε δικαίωμα εφέσεως, αφού του απαγγέλθηκε κατηγορία για κοινή κακουργηματική υπεξαίρεση από κοινού και κατ'εξακολούθηση και παραπέμφθηκε τελικά για την εν λόγω πράξη, χωρίς τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/1950, το Συμβούλιο Εφετών αποφάνθηκε για υπόθεση, που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του, οπότε και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατ'άρθρο 484 παρ. 1στ' ΚΠΔ, ήτοι για υπέρβαση εξουσίας, αναιρετικός λόγος, που σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα (αρ. 42 ν. 3160/2003), εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, τόσο ως προς τον αναιρεσείοντα Χ1, όσο και ως προς τους συγκατηγορουμένους του Χ2 και Χ3, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν αρμόζει αποκλειστικώς στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και οι τελευταίοι ωφελούνται, κατ'επέκταση, σύμφωνα με το άρθρο 469 ΚΠΔ.
Συνεπώς, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που είχαν αποφανθεί προηγουμένως, απορριπτομένου του αιτήματος του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας, αφού με πληρότητα στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως αναπτύσσει τις απόψεις του και δεν χρειάζεται να δώσει οποιαδήποτε διευκρίνιση. Τέλος, η υπ'αριθμ. 190/2008 αίτηση αναίρεσης του Ψ, την οποία ο τελευταίος άσκησε προδήλως ως μηνυτής, είναι απαράδεκτη, αφού ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν δικαιούται στην άσκησή της και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, επιβαλλομένων των δικαστικών εξόδων σε βάρος του, το δε αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιό σας καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο.
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω
α) να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας,
β) να αναιρεθεί το υπ'αριθμ. 1468/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, στο ανωτέρω συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την έκριναν προηγουμένως,
γ) να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 190/2008 αίτηση αναίρεσης του Ψ, κατοίκου ..., υπαλλήλου της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, κατά του αυτού ως άνω βουλεύματος και να επιβληθούν σε βάρος του, τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 26 Ιανουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης".

Αφού άκουσε την ως άνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του εκ των αναιρεσειόντων πολιτικώς ενάγοντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες υπ' αριθ. 185/2008 και 190/2008 αιτήσεις αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ και του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, αντίστοιχα, οι οποίες στρέφονται κατά του υπ' αριθ. 1.468/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, είναι προδήλως συναφείς και πρέπει να συνεξεταστούν.
Κατά το άρθρο 308 παρ. 1 εδάφια γ' και δ' του ΚΠΔ, σα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 παρ. 1 του όπως ισχύει Ν. 1608/1950, η περάτωση της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών και για τον σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται, αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη, στον εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρόταση στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως, ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα. Όταν όμως ο Εισαγγελέας φρονεί, ότι η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη δεν υπάγεται μεν στις ρυθμίσεις του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950, συγκροτεί όμως έγκλημα υπαγόμενο σε άλλη, κοινή και όχι εκείνη του άρθρου 1 παρ. 1 του παραπάνω νόμου, διάταξη, τότε μόνον θα υποβάλλει πρόταση επί της ουσίας της υποθέσεως και το Συμβούλιο Εφετών θα προχωρήσει σε έκδοση βουλεύματος, με το οποίο θα παραπέμπει ή θ' αποφαίνεται να μην γίνει κατηγορία, όταν, στην πρώτη περίπτωση, η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο και μη υπαγόμενη στο άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950 αξιόποινη πράξη δεν είναι κακούργημα, διότι τότε ο κατηγορούμενος, κατά το όπως ισχύει άρθρο 478 παρ. Ια' ΚΠΔ, δεν θα είχε δικαίωμα έφεσης κατά του αντίστοιχου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, τούτο δε εναρμονίζεται με τον εξαιρετικό χαρακτήρα του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. γ' και δ' ΚΠΔ και διασφαλίζει στον κατηγορούμενο τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, μη ταυτίζοντας την λειτουργική φερεγγυότητα του Συμβουλίου Εφετών, όταν εκφράζεται ως δευτεροβάθμιο, ελεγκτικό όργανο με εκείνη του ίδιου Συμβουλίου, όταν ενεργεί ως αποφασίζον εφάπαξ, όργανο, ενώ όταν η πράξη στοιχειοθετεί έγκλημα, που υπάγεται σε άλλη και όχι σε αυτήν του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950 διάταξη και δή σε βαθμό κακουργήματος, τότε το Συμβούλιο Εφετών στερείται δικαιοδοσίας και πρέπει να παραπέμψει την υπόθεση στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, γιατί ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα ν' ασκήσει έφεση κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος του τελευταίου Συμβουλίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, εναντίον του αναιρεσείοντος Χ1 και άλλων κατηγορουμένων ασκήθηκε ποινική δίωξη για υπεξαίρεση κατά συναυτουργία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης από εντολοδόχους και διαχειριστές ξένης περιουσίας σε βάρος του Δημοσίου, από την οποία το όφελος που πέτυχαν οι δράστες και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, δηλαδή για έγκλημα υπαγόμενο στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 του Ν.1608/1950. Όμως ο Ανακριτής απήγγειλε κατ' αυτού και άλλων κατηγορουμένων κατηγορία για κοινή κακουργηματική υπεξαίρεση σε βάρος του Δημοσίου με όφελος και αντίστοιχη ζημία ύψους 26.659,17 ευρώ, δηλαδή χωρίς τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν.1608/1950. Μετά από νομότυπη περάτωση της κύριας ανάκρισης, η δικογραφία διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος την εισήγαγε με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, το οποίο εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο: α) παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα Χ1 και τους συγκατηγορουμένου του Χ2 και Χ3 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για την προαναφερθείσα πράξη, που φέρονται ότι τέλεσαν από κοινού, β) αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά τεσσάρων άλλων κατηγορουμένων για την ίδια πράξη και γ) έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής κατά έξ άλλων κατηγορουμένων για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης σε βάρος του μηνυτή και πολιτικώς ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ψ. Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι ο αναιρεσείων Χ1 είχε δικαίωμα εφέσεως, αφού του απαγγέλθηκε κατηγορία για κοινή κακουργηματική υπεξαίρεση από κοινού και κατ' εξακολούθηση και παραπέμφθηκε τελικά για την εν λόγω πράξη χωρίς τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν.;608/1950, το Συμβούλιο Εφετών, κατά το μέρος που αφορά στον αναιρεσείοντα καθώς και στους συγκατηγορουμένους του Χ2 και Χ3, αποφάνθηκε για υπόθεση που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, αλλά σ'αυτήν του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και έτσι υπερέβη την εξουσία του, αφού άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Επομένως, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως του Χ1 είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' του ΚΠΔ, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου και μάλιστα τόσο ως προς τον ανωτέρω αναιρεσείοντα όσο και ως προς τους προαναφερθέντες συγκατηγορουμένους του Χ2 και Χ3, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και οι τελευταίοι ωφελούνται κατ' επέκταση, σύμφωνα με το άρθρο 469 του ΚΠΔ. Μετά από αυτά και ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά το μέρος που αφορά στον αναιρεσείοντα Χ1και τους ανωτέρω δύο συγκατηγορουμένους του και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο του οποίου είναι εφικτή η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν αποφανθεί προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 του ΚΠΔ). Αντίθετα η αίτηση αναιρέσεως του μηνυτή και πολιτικώς ενάγοντος Ψ είναι απαράδεκτη, αφού αυτός δεν δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά του ανωτέρω βουλεύματος που έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για την σε βάρος του πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του Ψ και να επιβληθούν σ' αυτόν τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). Τέλος πρέπει να απορριφθούν τα αιτήματα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, του μεν Χ1 για αναπτύσσει λεπτομερώς τις απόψεις του στην αίτηση αναιρέσεως, καθώς και στο υποβληθέν από 14.5.2009 υπόμνημα και δεν χρειάζεται να δώσει άλλη διευκρίνιση, του δε Ψγιατί λόγω του απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, καθίσταται χωρίς αντικείμενο το ως άνω αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τα αιτήματα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου.

Απορρίπτει την υπ' αριθ. 190/2008 αίτηση του Ψ για αναίρεση του υπ' αριθ. 1.468/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Επιβάλλει στον ανωτέρω αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Αναιρεί το ως άνω βούλευμα με αριθμό 1.468/2008 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών κατά το μέρος που αφορά στον αναιρεσείοντα Χ1 και στους συγκατηγορουμένους του, Χ2 και Χ3.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή