Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2570 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.




Περίληψη:
Δικαιούχος εγκλήσεως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, αλλά και κάθε άλλος που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής της. Πότε υπάρχει υπέρβαση εξουσίας (θετική ή αρνητική). Δέχεται αναίρεση κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 99 ΠΚ, γιατί μετέτρεψε την ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναστολής. Αναιρεί και παραπέμπει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2570/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αρκουμάνη, περί αναιρέσεως της 57772/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΑΚΣΟΝ Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Ορυκτελαίων και Εξαρτημάτων Αυτοκινήτων ΑΕΒΕ", που εδρεύει στην Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 511/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνε δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α του Ν. 2408/1996, εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή που δεν πληρώθηκε. Επίσης, με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 2721/1999 προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παρ. 5, κατά το οποίο για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου, σύμφωνα δε με την παρ. 2 εδ. α του πιο πάνω άρθρου 22, αν η προαναφερόμενη δήλωση του δικαιούμενου σε έγκληση, δεν υποβληθεί μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου η ποινική δίωξη παύει οριστικά. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40-47 του ν. 5960/1933, συνάγεται ότι (και πριν ρυθμιστεί νομοθετικά το σχετικό ζήτημα με το άρθρο 15 παρ. 3 του νόμου 3472/2006 ΦΕΚ Α' 135/4-7-2006), δικαιούχος της έγκλησης δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημιά από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του δικαιουμένου σε έγκληση προηγούμενου κομιστή δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του ν. 5960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή (Ολομ. ΑΠ 23/2007 και 24/2007). Αλλωστε η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε ήδη από το άρθρο 15 παρ. 3 Ν. 3472/2006 και ορίζεται πλέον ρητά ότι δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως έχουν τόσο ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Επομένως, και υπό την ισχύ της παρ. 5 του άρθρ. 79 του Ν. 5960/1933, όπως αυτή είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρ. 15 παρ. 3 Ν. 3472/2006, ο ενεχυράσας την επί της οφειλέτης, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε εκ νέου κομιστής αυτής, έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Τέλος, η υποβολή εγκλήσεως προς άσκηση ποινικής διώξεως για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής από μη δικαιούμενο σε αυτή (μη νόμιμο κομιστή), ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, για υπέρβαση εξουσίας, σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο, με βάση αυτή, απήγγειλε καταδίκη για το καταγγελόμενο έγκλημα. Για να κρίνει περί της βασιμότητας του λόγου αυτού της αναιρέσεως, αν δηλαδή υπήρχε έγκληση, ο Αρειος Πάγος επισκοπεί την ένδικη επιταγή.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 57.772/07 απόφασή του, καταδίκασε την ήδη αναιρεσείουσα σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και σε χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ για παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" με το αιτιολογικό ότι "η κατηγορούμενη στον ..... στις 28-2-2000, εξέδωσε την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "ΣΑΚΣΟΝ ΑΕΒΕ", η οποία όταν εμφανίστηκε την 1-3-2000 στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια". Ειδικότερα, το πιο πάνω Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία αλληλοσυμπληρώνο-νται, και από την επισκόπηση της επίδικης άνω επιταγής, προκύπτει ότι η εταιρία "ΣΑΚΣΟΝ ΑΕΒΕ", σε διαταγή της οποίας εκδόθηκε από την αναιρεσείουσα η άνω επιταγή, τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στη Γενική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία και την εμφάνισε προς είσπραξη στην πληρώτρια Εθνική Τράπεζα: Όμως αυτή (επιταγή) δεν πληρώθηκε, διότι όπως αυτό βεβαιώθηκε επί του σώματός της επιταγής, η εκδότρια αναιρεσείουσα δεν είχε στο λογαριασμό της διαθέσιμα κεφάλαια. Στη συνέχεια η εγκαλούσα άνω εταιρία, αφού πλήρωσε την επιταγή αυτή στη Γενική Τράπεζα, την ανέλαβε και έτσι όπως η αναιρεσείουσα με την κρινόμενη αίτησή της συνομολογεί, κατέστη εξ αναγωγής κομίστρια της επιταγής και, σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, νόμιμα υπέβαλε κατά της αναιρεσείουσας έγκληση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Κατόπιν αυτών, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η ποινική δίωξη κινήθηκε ύστερα από την, από 22-5-2000, έγκληση της οπισθογράφου της επίδικης επιταγής, άνω εταιρίας, "ΣΑΚΣΟΝ ΑΕΒΕ", η οποία όμως, ως εξ αναγωγής υπόχρεος και μετέπειτα κομίστρια αυτής, κατόπιν εξοφλήσεώς της, δεν είναι δικαιούχος της αποζημιώσεως από αδικοπραξία και δεν δικαιούται σε υποβολή εγκλήσεως, ζητώντας έτσι την αναίρεση της προσβαλλομένης για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, καθώς και για υπέρβαση εξουσίας, σύμφωνα με το στοιχ. Η' του αυτού άρθρου, είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεώς της, πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ανωτέρω Δικαστήριο, αφού επέβαλε στην αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ την ημέρα, χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής, ανεξάρτητα από τη μη υποβολή σχετικού αιτήματος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της κατηγορουμένης. Ετσι, όμως, το δικαστήριο με το να μην ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεώς της άνω ποινής και να προβεί χωρίς καμιά αιτιολογία στη μετατροπή αυτής, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ., που προβάλλεται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Συνεπώς, κατά μερική παραδοχή της αιτήσεως, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και μόνο κατά την διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στην κατηγορουμένη ποινής φυλάκισης ενός (1) έτους, παραπεμφθεί δε κατά τούτο και μόνο η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό 57.778/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στην κατηγορουμένη Χ ποινής φυλακίσεως του ενός (1) έτους. Και

Παραπέμπει κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος την υπόθεση αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ