Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1312 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Λαθρομεταναστών μεταφορά.




Περίληψη:
Διευκόλυνση εισόδου αλλοδαπών στην Ελληνική Επικράτεια. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Αυτοτελείς ισχυρισμοί για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Για να απαντήσει το Δικαστήριο πρέπει να είναι ορισμένοι. Απορρίπτει αναίρεση.




Αριθμός 1312/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Δήμητρα Μιχαλοπούλου, για αναίρεση της 156/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1319/2007.

Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2910/2001 "Πλοίαρχος ή Κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου, που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται, αντικειμενικώς, μεταφορά από πλοιάρχους ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου ή από οδηγούς κάθε είδους μεταφορικού μέσου από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή των οποίων έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και η προώθησή τους στο εσωτερικό της χώρας ή η διευκόλυνση της μεταφοράς ή της προωθήσεως τους ή η εξασφάλιση σε αυτούς καταλύματος για απόκρυψη από οποιοδήποτε πρόσωπο, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση από τα ανωτέρω πρόσωπα, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην πράξη με την οποία πραγματώνεται αυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο προσδιορισμός τους γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως τους, διότι στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να είναι ορισμένοι, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής έννοιας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, έτσι ώστε να παρέχουν τη δυνατότητα αξιολογήσεως και, σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των αόριστων αυτών ισχυρισμών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για τη συνδρομή στο πρόσωπό του ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 85 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλόμενη 156/2007 απόφαση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, συμπληρούμενο παραδεκτώς από το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, ανάγνωση πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και εν γένει αποδεικτική διαδικασία), αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, προκειμένου να διευκολύνει την είσοδο και την περαιτέρω προώθηση στο εσωτερικό της χώρας των αλλοδαπών που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, οι οποίοι στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων, γεγονός που γνώριζε ο παραπάνω κατηγορούμενος, αφού τους παρέλαβε από συγκεκριμένο σημείο, που είχε καθορισθεί προηγουμένως, με Τούρκο υπήκοο, αγνώστων στοιχείων, ο οποίος ανέλαβε να τους περάσει από τον ποταμό ..., στη συνέχεια τους έκρυψε σε άλλο σημείο, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη γίνει αντιληπτή η παρουσία τους και ανέμενε την έλευση οχήματος, επί του οποίου να τους επιβιβάσει. Όπως δε αποδείχθηκε, προέβη στην ενέργειά του αυτή έναντι αμοιβής, που δεν διαπιστώθηκε επακριβώς, που όμως αποτελούσε μέρος του ποσού των 2.500 δολαρίων, που είχε δώσει ο κάθε αλλοδαπός στον Τούρκο υπήκοο, για να τους προωθήσει στην Ελλάδα". Ακολούθως, τον κήρυξε ένοχο του προβλεπόμενου από το άρθρο 55 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2910/2001 εγκλήματος και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως πενήντα (50) μηνών και χρηματική ποινή είκοσι τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (24.000€). Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάσεις των άρθρων 27 παρ. 1 ΠΚ και 55 παρ. 1 εδ. α' ν. 2910/2001, που εφήρμοσε, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και, ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, παραβίασε. Τέλος και αναφορικά με το παράπονο του αναιρεσείοντος ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του για αναγνώριση υπέρ αυτού των ελαφρυντικών περιστάσεων που προβλέπονται από το άρθρο 84 παρ. 2 εδ. β' και ε' του Ποινικού Κώδικα πρέπει να λεχθεί ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα ειδικά και αιτιολογημένα στους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος και η συνήγορός του ζήτησαν απλώς να του αναγνωριστούν "οι ελαφρυντικές περιπτώσεις της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς και των μη ταπεινών αιτίων". Δηλαδή προβλήθηκαν χωρίς να είναι ορισμένοι, με την αναφορά κατά τρόπο αναλυτικό των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής έννοιας των παραπάνω συγκεκριμένων ισχυρισμών, έτσι ώστε να δώσουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αξιολογήσεως.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 27 παρ. 1, 99 παρ. 1, 100 παρ. 1 ΠΚ και 55 παρ. 1 εδ. α' ν. 2910/2001, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, ελλείψεως της επιβαλλόμενης ως άνω αιτιολογίας, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Ιουλίου 2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 156/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή