Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1752 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Περίληψη:
Ι. Σε αναίρεση υπόκειται μόνο το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, εφόσον το Συμβούλιο Εφετών επιλήφθηκε μετά από άσκηση έφεσης κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αναίρεση καθ' ο μέρος στρέφεται κατά του πρωτόδικου βουλεύματος. ΙΙ. Δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α' λόγο αναίρεσης του βουλεύματος σε περίπτωση που στο συνημμένο στη διάταξη της ανακρίτριας περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και διορισμού πραγματογνώμονος, κατάλογο προσώπων προς τα οποία η κοινοποίηση αυτής, μεταξύ των οποίων και ο πληρεξούσιος και αντίκλητος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου δικηγόρος, υπάρχει σημείωση της υπογράφουσας γραμματέως ότι ειδοποιήθηκε αυτός τηλεφωνικά. ΙΙΙ. Δεκτός ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενος υπόψη. Αναιρείται παραπεμπτικό βούλευμα για άμεση συνέργεια σε κακουργηματική απάτη επί δικαστηρίου στην ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ψευδή κατάθεση ότι ήταν γνήσια η προσκομισθείσα ιδιόγραφη διαθήκη από την φερόμενη ως εγκατασταθείσα μ' αυτή σε ολόκληρη την περιουσία της, η οποία υπερέβαινε το ποσό των 15.000 ευρώ, για το λόγο ότι δεν διαλαμβάνονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει από τον αναιρεσείοντα γνώση του ύψους της περιουσίας της φερομένης ως εγκαταστηθείσας. Παύει οριστικά λόγω παραγραφής τα πλημμελήματα της ψευδορκίας και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία, που φέρονται ότι τελέσθηκαν στις 6-6-2003 (απάτη - ψευδορκία - βούλευμα παραπεμπτικό - ακυρότητα απόλυτη - αιτιολογίας ανεπάρκεια - παραγραφή - παύση οριστική ποινικής διώξεως.




Αριθμός 1.752/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου Περιστερίου Αττικής, που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως α)του με αριθμό 1.302/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και β) του με αριθμό 1.562/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με συγκατηγορουμένη την Χ2. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Αδάμ Αδαμόπουλο, κάτοικο Περιστερίου Αττικής.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών καιι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με τα ως άνω βουλεύματά τους, αντίστοιχα, διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτά και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση των βουλευμάτων τούτων, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.548/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με τη με αριθμό 27/20.1.2009 έγγραφη πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 10-9-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 1302/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως και κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, υπ'αριθμ. 1562/2008 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εκθέτω τα εξής:
Α) Από τις διατάξεις των άρθρων 481, 482 παρ. 3 και 317 ΚΠΔ προκύπτει ότι, εφ'όσον επελήφθη το Συμβούλιο Εφετών μετά από άσκηση εφέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, εις αίτηση αναιρέσεως υπόκειται μόνο το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, όχι δε και το πρωτόδικο βούλευμα (βλ. ΑΠ 908/1996, εις ΠΧ/ΜΖ/408). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, στρεφομένη και κατά του υπ'αριθμ. 1562/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά του οποίου ησκήθη έφεση, επί της οποίας εξεδόθη το υπ'αριθμ. 1302/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πρέπει να απορριφθή ως απαράδεκτη, συμφώνως προς τα άρθρα 476 παρ. 1, 485 παρ. 1 και 513 παρ. 1α' ΚΠΔ, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά του ανωτέρω πρωτοδίκου βουλεύματος. Όμως, αυτή ησκήθη νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, διά του οποίου απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του προαναφερομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή δι'άμεση συνέργεια εις απάτη επί δικαστηρίου, εκ της οποίας η προξενηθείσα ζημία ή το περιουσιακό όφελος υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, ως και διά ψευδορκία. Προβάλλει δε, ως λόγους αναιρέσεως, την απόλυτη ακυρότητα, την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και την υπέρβαση εξουσίας.
Επειδή, εκ των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ', 191, 192 και 204 παρ. 1 ΚΠΔ σαφώς προκύπτει, ότι δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διενεργηθείσης πραγματογνωμοσύνης η παράλειψη του ανακριτού να γνωστοποιήση στον κατηγορούμενο το ονοματεπώνυμο του πραγματογνώμονος που διώρισε κατά την διενέργεια ανακρίσεως διά κακούργημα, διότι τον αποστερεί από την δυνατότητα να ασκήση τα υπερασπιστικά δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος και συγκεκριμένως να ζητήση την εξαίρεση του πραγματογνώμονος και να προβή στον διορισμό τεχνικού συμβούλου. Η ακυρότης αυτή ιδρύει τον εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος που εξεδόθη μετά από την ανάκριση, εφ'όσον το εκδόν αυτό δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπ'όψη την εν λόγω άκυρη πραγματογνωμοσύνη και στηρίχθηκε σ'αυτή (βλ. ΑΠ 1443/1999, εις ΠΧ/Ν'/697). Στην προκειμένη περίπτωση, εκ της επισκοπήσεως των εγγράφων της δικογραφίας, προς έλεγχο της βασιμότητος λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι η ενεργήσασα την κυρία ανάκριση επί της προκειμένης υποθέσεως ανακρίτρια εξέδωσε την υπ'αριθμ. 830/2007 διάταξη διενεργείας πραγματογνωμοσύνης και διορισμού πραγματογνώμονος, διά της οποίας διωρίσθη πραγματογνώμων ο ΑΑ. Κάτω δε από τον συνημμένο σ'αυτή κατάλογο των προσώπων, προς τα οποία η κοινοποίηση αυτής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο πληρεξούσιος και αντίκλητος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου δικηγόρος, υπάρχει η σημείωση της υπογραφούσης γραμματέως, ότι "ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά ο συνήγορος κατ/νου Χ1". Εκ τούτου προκύπτει ότι, με τον ως άνω τρόπο, εγνωστοποιήθη στον αναιρεσείοντα, από την ανακρίτρια, και το ονοματεπώνυμο του διορισθέντος από αυτή πραγματογνώμονος, ώστε να μη γεννάται ακυρότης της διενεργηθείσης πραγματο-γνωμοσύνης, την οποία έλαβε υπ'όψη του το εκδόν το προσβαλλόμενο βούλευμα δικαστικό συμβούλιο. Επομένως, ο εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, περί απολύτου ακυρότητος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 386 § § 1,3 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκόμιση ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επαγγέλμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (ή των 5.000.000 δρχ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (ή των 25.000.000 δρχ.). Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρ. 46 παρ. 1β ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά την διάρκεια αυτής της πράξεως και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, συνάγεται ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος που με πρόθεση παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και την διάρκεια της κυρίας πράξεως, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή την συνδρομή δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διεπράχθη, ενώ ο δόλος του αμέσου συνεργού περιλαμβάνει την θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κυρία πράξη και την γνώση της συγκεκριμένης πράξεως, στην οποία παρέχει την συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ιδίας πράξεως (βλ. ΑΠ 1235/2005, εις ΠΧ ΝΣΤ'.216). Εξ άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του αρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ. Π. Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, δια το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ'όψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να υπάρχη βεβαιότης ότι το συμβούλιο έλαβε υπ'όψη και συνεξετίμησε το σύνολο τούτων και όχι μόνο μερικά από αυτά, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα άλλα (ΑΠ 1946/2005, ΑΠ 685/2004). Και δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 23/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, που καλύπτει και την μνεία των αναφερομένων στην πρόταση αυτή αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 861/2004), κατ'είδος προσδιοριζομένων, ότι από την στάθμιση και αξιολόγηση αυτών προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Την 21-9-2002 απεβίωσε ο ΩΩ, η δε χήρα του εκκαλούσα Χ2, με αίτηση της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζήτησε να δημοσιευθεί και να κηρυχθεί κυρία η από 20-9-2002 ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντα συζύγου της με την οποία την εγκαθιστούσε μοναδικό κληρονόμο της περιουσίας του. Το δικαστήριο αυτό με την υπ' αριθμ. 1164/6-6-2003 απόφαση του έκανε δεκτή την αίτηση, δημοσίευσε τη διαθήκη και την κήρυξε κυρία. Όμως, η ανωτέρω διαθήκη δεν έχει γραφή και υπογραφή από τον φερόμενο ως διαθέτη ΩΩ, αλλά από την εκκαλούσα Χ2, η οποία την πλαστογράφησε, η δε ένορκη κατάθεση του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) Χ1, στο ανωτέρω δικαστήριο, με την οποία αυτός εβεβαίωσε την γνησιότητα της διαθήκης, είναι ψευδής. Οι πράξεις της εκκαλούσας (Χ2) να προσκομίση στο δικαστήριο την πλαστή διαθήκη και να ισχυριστεί ότι αυτή είναι γνήσια, και να διαβεβαιώσει το δικαστή που δίκασε την υπόθεση, με την ψευδή κατάθεση του μάρτυρα, ότι αυτή είναι πράγματι γνήσια, γεγονότα από τα οποία αυτός πείσθηκε και στη συνέχεια εξέδωσε απόφαση με την οποία δημοσίευσε τη διαθήκη και την κήρυξε κυρία, με αποτέλεσμα η εκκαλούσα να καρπωθεί την περιουσία του θανόντα συζύγου της με αντίστοιχη βλάβη του εγκαλούντα ο οποίος ήταν ο πραγματικός κληρονόμος της περιουσίας αυτής , στοιχειοθετούν πλήρως το αδίκημα της απάτης στο δικαστήριο, επειδή δε η ζημία που σκόπευε ήταν πάνω από 73.000 ευρώ, αφού το κληρονομούμενο ακίνητο άξιζε 158.890 ευρώ, στοιχειοθετείται απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Την απάτη τέλεσε η πρώτη εκκαλούσα με την άμεση συνεργεία του δεύτερου. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη, ότι συμφώνως προς τα ανωτέρω, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ως προς τον αναιρεσείοντα, δι'άμεση συνέργεια εις απάτη επί δικαστηρίου, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, ως και διά ψευδορκία μάρτυρος, απέρριψε δε κατ'ουσίαν την έφεσή του κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος και επεκύρωσε αυτό. Αλλά, με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν εκθέτει στο προσβαλλόμενο βούλευμα, αν ο αναιρεσείων εγνώριζε ότι το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία, εκ της προαναφερομένης πράξεως της αυτουργού της απάτης, στην οποία αυτός παρέσχε την ως άνω συνδρομή του, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (ή 25.000.000 δραχμών).
Συνεπώς, δεν διευκρινίζεται αν ο αναιρεσείων εγνώριζε ότι παρείχε άμεση συνδρομή σε κακουργηματική ή σε πλημμεληματική απάτη, με αποτέλεσμα να υπάρχη ασάφεια, ως προς την βαρύτητα της εν λόγω πράξεως του αναιρεσείοντος. 'Ετσι, το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της υπό του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτουμένης, ως άνω, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς το μέρος του περί αμέσου συνεργείας του αναιρεσείοντος εις απάτη, και καθίσταται αναιρετέο, ως προς το μέρος τούτο, κατά τον εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Όμως η προβαλλομένη αιτίαση, περί μη συνεκτιμήσεως όλων των αποδεικτικών στοιχείων, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, είτε υπό την επίκληση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, είτε υπό την επίκληση της υπερβάσεως εξουσίας (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ', στ' ΚΠΔ), αφού μεταξύ των ληφθέντων υπ'όψη και συνεκτιμηθέντων αποδεικτικών μέσων αναφέρονται ρητώς στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος και οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και η έκθεση του δικαστικού γραφολόγου ΒΒ, από δε το παραδεκτώς επισκοπούμενο περιεχόμενο της δικογραφίας, προς έλεγχο της βασιμότητος των αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ'όψη και συνεξετιμήθησαν και οι μαρτυρικές καταθέσεις των ..., ..., ...και ... . Καθ'ό δε μέρος πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρ. 111, 112 και 113 ΠΚ προκύπτει, ότι το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεως της πράξεως, αναστέλλεται δε κατά την διάρκεια της κυρίας διαδικασίας και μέχρι του αμετακλήτου της καταδικαστικής αποφάσεως, όχι όμως πέρα των τριών ετών. Από τις ίδιες διατάξεις, εν συνδυασμώ προς εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β και 484 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον 'Αρειο Πάγο, ο οποίος, εφ'όσον διαπιστώσει την συμπλήρωσή της, οφείλει να αναιρέση το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύση οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 370 εδ. β' ΚΠΔ, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή για τον λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ'αυτή ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως, εκ των περιοριστικώς αναφερομένων στο άρθρ. 484 ΚΠΔ, χωρίς να απαιτείται να κριθή και βάσιμος, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 Ν. 3160/2003, δεν παραπέμπει για ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων στο άρθρ. 511 ΚΠΔ (ΑΠ 195/2007, ΑΠ 132/2007, ΑΠ 2071/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, η απόφαση του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου κατέθεσε ως μάρτυς ο αναιρεσείων, εδημοσιεύθη την 6-6-2003 και κατά την ιδία ημερομηνία φέρεται αυτός, από το πρωτόδικο βούλευμα, το οποίο επεκυρώθη από το προσβαλλόμενο, ότι ετέλεσε την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας. Όμως, αν και το προσβαλλόμενο βούλευμα εξεδόθη την 16-7-2008, δηλαδή ενώ η εν λόγω αξιόποινη πράξη είχε ήδη υποκύψει, ως πλημμέλημα, στην ως άνω πενταετή παραγραφή, το εκδόν αυτό Συμβούλιο Εφετών, καθ'υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠΔ), που υπάρχει όταν το Συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος, προς την οποία εξομοιώνεται και η περίπτωση κατά την οποία αυτό δεν άσκησε δικαιοδοσία που του επιβάλλει ο νόμος (βλ. ΑΠ 1620/2002), δεν έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη διά την πράξη αυτή, αλλ'επεκύρωσε εν τω συνόλω του το εκκαλούμενο βούλευμα. Επομένως, εφ'όσον η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ησκήθη, κατά τα προεκτιθέμενα, παραδεκτώς, περιέχουσα σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως, πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθή και ως προς το περί ψευδορκίας μέρος του, κατά παραδοχή του ανωτέρω, εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠΔ, αυτεπαγγέλτως εξεταζομένου αναιρετικού λόγου και να παύση οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη διά την ανωτέρω ψευδορκία. Και αφού η ως άνω παραγραφή, συνιστώσα λόγο εξαλείψεως του αξιοποίνου, δεν αρμόζει αποκλειστικώς στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος (βλ. ΑΠ 672/2002), ωφελείται κατ'άρθρ. 469 ΚΠΔ και η συγκατηγορουμένη αυτού, παραπεμπομένη ως ηθικός αυτουργός της εν λόγω ψευδορκίας και, συνεπώς, πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθή και ως προς το περί ηθικής αυτουργίας εις ψευδορκία μέρος του και να παύση οριστικώς η ποινική δίωξη κατά της συγκατηγορουμένης του αναιρεσείοντος, Χ2, δι' ηθική αυτουργία στην ως άνω ψευδορκία.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να αναιρεθή, εν μέρει, το υπ'αριθμ. 1302/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και ειδικότερα ως προς το περί αμέσου συνεργείας εις απάτη επί δικαστηρίου, ψευδορκίας και ηθικής αυτουργίας εις ψευδορκία μέρος του.
Να παύση οριστικώς η ποινική δίωξη, κατά των κατηγορουμένων α) Χ1 και β) Χ2, λόγω παραγραφής, διά ψευδορκία και ηθική αυτουργία εις ψευδορκία, αντιστοίχως, πράξεις φερόμενες ως τελεσθείσες στην ..., την 6-6-2003.
Να παραπεμφθή η υπόθεση, ως προς το περί αμέσου συνεργείας εις απάτη επί δικαστηρίου αναιρούμενο μέρος της, προς νέα κρίση, στο ίδιο συμβούλιο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές.
Να απορριφθή, κατά τα λοιπά, η από 10-9-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ... .
Αθήναι 24 Νοεμβρίου 2008.
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 481, 482 παρ. 3 και 347 ΚΠΔ προκύπτει ότι εφόσον το Συμβούλιο Εφετών επιλήφθηκε μετά από άσκηση εφέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, σε αναίρεση υπόκειται μόνο το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, τυχόν δε αίτηση αναίρεσης και κατά του πρωτόδικου βουλεύματος είναι απαράδεκτη.
Συνεπώς η κρινόμενη από 10.9.2008 αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά του υπ' αριθμ. 1.562/2008 πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά του οποίου ασκήθηκε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε το συμπροσβαλλόμενο μ' αυτή με αριθμό 1.302/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη. Απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του ΚΠΔ, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 περ.α' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, δημιουργείται, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν δεν τηρούνται οι διατάξεις, που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ως και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Τέτοια διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 204 του ΚΠΔ, κατά την οποία, όταν γίνεται ανάκριση για κακούργημα εκείνος που ενεργεί την ανάκριση και διορίζει πραγματογνώμονες γνωστοποιεί συγχρόνως το διορισμό, εκτός των άλλων, και στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 192 του ΚΠΔ, ο οποίος μπορεί να διορίσει με δικές του δαπάνες τεχνικό σύμβουλο. Η παράλειψη δε του ανακριτού να γνωστοποιήσει τον διορισμό των πραγματογνωμόνων στον κατηγορούμενο συνιστά παραβίαση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 204 του ΚΠΔ, που καθορίζει την υπεράσπιση αυτού και την άσκηση του παρεχομένου σ αυτόν δικαιώματος να διορίσει τεχνικό σύμβουλο, και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 α' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προς έλεγχο της βασιμότητος λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι η ενεργήσασα την κυρία ανάκριση επί της προκειμένης υποθέσεως ανακρίτρια εξέδωσε την υπ'αριθμ. 830/2007 Διάταξη διενεργείας πραγματογνωμοσύνης και διορισμού πραγματογνώμονος, με την οποία διορίσθηκε πραγματογνώμων ο ΑΑ. Κάτω δε από τον συνημμένο σ' αυτή κατάλογο των προσώπων, προς τα οποία η κοινοποίηση αυτής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο πληρεξούσιος και αντίκλητος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου δικηγόρος, υπάρχει η σημείωση της υπογραφούσης γραμματέως, ότι "ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά ο συνήγορος κατ/νου Χ1". Συνακόλουθα, εφόσον με τον ως άνω τρόπο, γνωστοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα, από την ανακρίτρια, και το ονοματεπώνυμο του διορισθέντος από αυτή πραγματογνώμονος, δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα λόγω μη τηρήσεως της παραπάνω διάταξης και συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών το οποίο έλαβε υπόψη του για την παραπεμπτική του κρίση την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο ως άνω διορισθείς από την ανακρίτρια πραγματογνώμων, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πλημμέλεια και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της απάτης, απαιτείται 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και 3) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωση της. Εξάλλου κατά την παράγραφο 3 εδ. α' του άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14§4 του Ν.2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δραχμών), ή αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δραχμών). Απάτη μπορεί vα τελεστεί και ενώπιον του δικαστηρίου αφού δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει ταυτότητα του προσώπου του απατηθέντος και αυτού που βλάπτεται. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 46 παρ.1β' ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι, με την ποινή του αυτουργού, τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, συνάγεται, ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος, που, με πρόθεση, παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και την διάρκεια της κύριας πράξης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτήν την συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει την θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κύρια πράξη και την γνώση της συγκεκριμένης πράξης, στην οποία παρέχει την συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξης. Εξ άλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, δια το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ' όψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότης ότι το συμβούλιο έλαβε υπ' όψη και συνεξετίμησε το σύνολο τούτων και όχι μόνο μερικά από αυτά, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη τα άλλα. Και δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, που καλύπτει και την μνεία των αναφερομένων στην πρόταση αυτή αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 861/2004), κατ' είδος προσδιοριζόμενων, ότι από την στάθμιση και αξιολόγηση αυτών προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: "Την 21-9-2002 απεβίωσε ο ΩΩ, η δε χήρα του εκκαλούσα Χ2, με αίτηση της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζήτησε να δημοσιευθεί και να κηρυχθεί κυρία η από 20-9-2002 ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντα συζύγου της με την οποία την εγκαθιστούσε μοναδικό κληρονόμο της περιουσίας του. Το δικαστήριο αυτό με την υπ' αριθμ. 1164/6-6-2003 απόφαση του έκανε δεκτή την αίτηση, δημοσίευσε τη διαθήκη και την κήρυξε κυρία. Κατά τη διενέργεια της κυρίας ανάκρισης, με Διάταξη της Ανακρίτριας του 17ου Τμήματος Αθηνών, διορίστηκε πραγματογνώμονας με σκοπό να αποφανθεί περί της γνησιότητας η μη της διαθήκης. Ο πραγματογνώμων ΑΑ που διορίστηκε, με την από 10-12-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, για τους λόγους που αναφέρει αναλυτικά εκεί κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίδικη διαθήκη δεν έχει γραφεί και δεν έχει υπογραφεί από τον θανόντα ΩΩ αλλά από τρίτο πρόσωπο και η μεν γραφή του κειμένου έγινε από την εκκαλούσα Χ2 η δε υπογραφή είναι πολύπιθανό να τέθηκε από αυτήν. Ο εγκαλών κατέθεσε και αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Χ2 με την οποία ζητούσε να κηρυχθεί άκυρη η ως άνω διαθήκη και το δικαστήριο αυτό, με την υπ'αριθμ. 3908/31-1-2005 απόφαση του, διέταξε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη με σκοπό να διακριβωθεί η γνησιότητα ή μη αυτής. Η πραγματογνωμοσύνη έγινε και ο ορισθείς πραγματογνώμων ΒΒ, με την από 18-1-2006 έκθεση του, για τους λόγους που εκεί αναφέρει αναλυτικά, αποφάνθηκε ότι η διαθήκη αυτή δεν εγράφη, δεν εχρονολογήθη και δεν υπεγράφη από τον ΩΩ αλλά από τρίτο άγνωστο πρόσωπο, όμως όχι από την εκκαλούσα Χ2. Τον ισχυρισμό του εγκαλούντα περί της πλαστότητας της διαθήκης εκτός από τους ως άνω πραγματογνώμονας που διορίστηκαν από τις δικαστικές αρχές, στηρίζουν και η ειδική δικαστική γραφολόγος ΓΓ την οποία διόρισε ο ίδιος αλλά και οι μάρτυρες που εξετάστηκαν κατά την προκαταρκτική εξέταση ..., .. και ... . Η εκκαλούσα Χ2 ισχυρίζεται ότι τη διαθήκη τη βρήκε τυχαία στο σπίτι της σε κάποιο συρτάρι μετά από πολλούς μήνες από το θάνατο του συζύγου της και ότι πριν δεν γνώριζε την ύπαρξη. Δεν έχει σχέση με τη σύνταξη αυτής, αλλά επειδή γνωρίζει το γραφικό χαρακτήρα του συζύγου της είναι βέβαιη ότι τη σύνταξε και την υπόγραψε ο ίδιος. Ο έτερος των εκκαλούντων Χ1 ισχυρίζεται ότι γνωρίζει καλά το γραφικό χαρακτήρα του θανόντα ΩΩ, διότι ήταν εκμισθωτής του καταστήματος που αυτός διατηρεί και ο θανών τον επισκεπτόταν συχνά στο κατάστημα τον. Κατά την είσπραξη του ενοικίου έγραφε και υπέγραφε τις αποδείξεις που αυτός του κατέβαλε, και ως εκ τούτου είναι σίγουρος ότι η διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τον ίδιο το ΩΩ. Τους ισχυρισμούς αυτούς των εκκαλούντων ενισχύει και ο ειδικός δικαστικός γραφολόγος ΔΔ, ο οποίος μετά από παραγγελία της πρώτης εκκαλούσας συνέταξε την από 20-3-2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, στην οποία αναφέρει ότι η επίδικη διαθήκη γράφηκε χρονολογήθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο το διαθέτη ΩΩ. Η γραφολογική αυτή πραγματογνωμοσύνη έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις πραγματογνωμοσύνες των τριών πρώτων συναδέλφων του. Την αντίθεση αυτή, ο γραφολόγος αυτός την αποδίδει ότι τα δείγματα γραφής του διαθέτου, που έλαβαν υπόψη τους οι συνάδελφοί του, ήταν πολύ παλαιά και ως εκ τούτου ήταν φυσικό να υπάρχει διαφορά στους χαρακτήρες των γραμμάτων αυτών και της διαθήκης. Όμως αυτό δεν είναι αληθές αφού οι γραφολόγοι αυτοί έλαβαν υπόψη τους και γραφές του διαθέτου πλησιόχρονες της διαθήκης. Ο πραγματογνώμων αυτός εντοπίζει διαφορές στη γραφή της διαθήκης και των δειγμάτων γραφής του διαθέτου αλλά θεωρεί ότι αυτές οφείλονται στην ασθένεια του διαθέτου. Όμως η σωματική κατάσταση του διαθέτου δεν μπορεί να αλλοιώσει τον τρόπο γραφής κάποιου αλλά τη σταθερότητα και τη δυνατότητα γραφής. Σύμφωνα με την γραφολόγο ΓΓ, η γραφή της διαθήκης δεν μπορεί να προέρχεται από άτομο με σοβαρά προβλήματα υγείας αλλά έχει γραφεί από άτομο που είχε δυνατότητα να γράφει. Επίσης οι μάρτυρες ... και ... βεβαιώνουν ότι γνώριζαν την υπογραφή του θανόντα και ότι τα γράμματα του και είναι ίδια με αυτά της διαθήκης. Όμως όπως αναφέρθηκε ανωτέρω και οι τέσσερις πραγματογνώμονες παρατηρούν διαφορές στη γραφή του θανόντα και τη γραφή της διαθήκης, άσχετα αν την αποδίδουν σε διαφορετικές αιτίες, κατά συνέπεια οι ως άνω μάρτυρες σφάλουν. Πέρα από αυτά η πρώτη εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της ισχυρίζεται ότι οι γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες που βεβαιώνουν για την πλαστότητα της διαθήκης έχουν στηριχθεί σε λάθος δεδομένα και γι' αυτό κατέληξαν σε λάθος συμπεράσματα. Επίσης στο υπόμνημά της με σειρά λογικών συλλογισμών προσπαθεί να αποδείξει ότι δεν είχε κίνητρο για να κατασκευάσει πλαστή διαθήκη αφού και χωρίς αυτή είχε δικαίωμα στην περιουσία του συζύγου της (νόμιμη μοίρα), και ότι ο σύζυγος της είχε στο νού του να την καταστήσει κληρονόμο του, διότι αισθανόταν υποχρεωμένος σε αυτήν, γεγονός το οποίο βεβαιώνουν και οι μάρτυρες που αυτοί πρότεινε να εξεταστούν. Τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία δε στηρίζουν τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων και δεν είναι ικανά να αλλοιώσουν την αποδεικτική δύναμη των στοιχείων που στηρίζουν την κατηγορία, τα οποία βεβαιώνουν επαρκώς ότι αυτοί τέλεσαν τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται. Από αυτά προκύπτει ότι η επίδικη διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από τον φερόμενο ως διαθέτη ΩΩ αλλά από την εκκαλούσα Χ2, η οποία την πλαστογράφησε, συνεπώς και η κατάθεση του ετέρου των εκκαλούντων στο δικαστήριο με την οποία βεβαίωσε τη γνησιότητα της διαθήκης, είναι ψευδής, πράξη η οποία στοιχειοθετεί το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, το οποίο έγινε από τον δεύτερο εκκαλούντα μετά από προτροπή της πρώτης, η οποία είχε το οικονομικό συμφέρον. Οι πράξεις της εκκαλούσας να προσκομίσει στο δικαστήριο την πλαστή διαθήκη και να ισχυριστεί ότι αυτή είναι γνήσια, και να διαβεβαιώσει το δικαστή που δίκασε την υπόθεση, με την ψευδή κατάθεση του μάρτυρα, ότι αυτή είναι πράγματι γνήσια, γεγονότα από τα οποία αυτός πείσθηκε και στη συνέχεια εξέδωσε απόφαση με την οποία δημοσίευσε τη διαθήκη και την κήρυξε κυρία, με αποτέλεσμα η εκκαλούσα να καρπωθεί την περιουσία του θανόντα συζύγου της με αντίστοιχη βλάβη του εγκαλούντα ο οποίος ήταν ο πραγματικός κληρονόμος της περιουσίας αυτής, στοιχειοθετούν πλήρως το αδίκημα της απάτης στο δικαστήριο, επειδή δε η ζημία που σκόπευε ήταν πάνω από 73.000 ευρώ, αφού το κληρονομούμενο ακίνητο άξιζε 158.890 ευρώ, στοιχειοθετείται απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Την απάτη τέλεσε η πρώτη εκκαλούσα με την άμεση συνεργεία του δεύτερου". Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε μεν στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όσον αφορά την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της άμεσης συνέργειας του αναιρεσείοντος στην αξιόποινη πράξη της απάτης επί δικαστηρίου, αφού η συμπεριφορά του να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι η ιδιόγραφη διαθήκη, που προσκόμισε στο ως άνω Δικαστήριο η Χ2, ενώ είχε πλαστογραφηθεί από αυτήν, συνιστά κατ' αντικειμενική κρίση του άμεση συνέργεια στην αξιόποινη πράξη της απάτης, η δε γνώση του ότι αυτή είναι πλαστή και η θέλησή του για άμεση υποστήριξη της τελευταίας πληροί το στοιχείο του δόλου αυτού, δεν διέλαβε όμως πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος γνώριζε ότι το όφελος, το οποίο επιδίωκε η ανωτέρω με την κατά τον παραπάνω τρόπο εξαπάτηση του Δικαστή που διέταξε την δημοσίευση της πλαστής διαθήκης, υπερέβαινε το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο προσέδιδε στην αξιόποινη αυτή πράξη της απάτης του ως άνω δικαστή την κακουργηματική της μορφή.
Συνεπώς, επί του καθοριστικού για την συγκρότηση της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης ως άνω στοιχείου, από το οποίο εξαρτάται αν δικαιολογείται ή όχι η παραπομπή του στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, στερείται το προσβαλλόμενο βούλευμα της αξιούμενης από το Σύνταγμα και τη διάταξη του άρθρου 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενος υπ' όψη, σύμφωνα με το άρθρο 484 παραγραφ. 3 του ιδίου Κώδικα, και αναιρέθη το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη και παρεπέμφθη η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατά τα άρθρα 111,112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Η κύρια διαδικασία όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ.,314, 320, 321, 339, 340, και 343 ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, και 484, του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ως συμβούλιο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως οφείλει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον ή αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτήν, ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του ΚΠΔ, χωρίς να απαιτείται να κριθεί και βάσιμος, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 του Ν. 3160/2003 δεν παραπέμπει για ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας, η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε την 6.6.2003, αυτή είχε ήδη κατά την 16.7.2008, ήτοι κατά τον χρόνο που εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, υποκύψει, ως πλημμέλημα, στην ως άνω πενταετή παραγραφή και συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο δεν έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, αλλά επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα στο σύνολό του, υπερέβη την εξουσία του, αφού δεν άσκησε δικαιοδοσία την οποία του επιβάλλει ο νόμος. Πρέπει επομένως, κατά παραδοχή του από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' του ΚΠΔ αυτεπαγγέλτως εξεταζομένου αναιρετικού λόγου να παύσει οριστικά η κατά του αναιρεσείοντα ποινική δίωξη για την ως άνω αξιόποινη πράξη. Δεδομένου δε ότι η παραγραφή, συνιστώσα λόγο εξάλειψης του αξιοποίνου, δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, αλλ' ωφελείται κατ' άρθρο 469 ΚΠΔ και η συγκατηγορουμένη αυτού Χ2, η οποία παραπέμπεται ως ηθικός αυτουργός της εν λόγω ψευδορκίας, πρέπει ν' αναιρεθεί το βούλευμα και ως προς το περί ηθικής αυτουργίας αυτής μέρος του και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά της ως άνω συγκατηγορουμένης του αναιρεσείοντα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει το υπ' αριθμ. 1.302/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ως προς το περί αμέσου συνεργείας σε απάτη επί δικαστηρίου, ψευδορκίας και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος μέρος του.

Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων α) Χ1 και β) Χ2, για ψευδορκία και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία, αντιστοίχως, πράξεις που φέρεται ότι τελέσθηκαν στην ... στις 6.6.2003.

Παραπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενος μέρος της, προς νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 10.9.2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του παραπάνω βουλεύματος.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009 Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή