Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1890 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.




Περίληψη:
Η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Λόγος αναιρέσεως: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη, διότι η περί απορρίψεως του αιτήματος της αναβολής παρεμπίπτουσα απόφαση έχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Καθ' όσον όμως ο λόγος αναιρέσεως πλήττει την απόφαση κατά το μέρος που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1890/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αχιλλέα Μπανταβάνο, περί αναιρέσεως της 52863/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 73/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 τού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' τού ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση τού δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, με την οποία απορρίπτεται η αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης ένεκα προβλήματος υγείας του, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση τού δικαστηρίου. Πρέπει όμως, η αίτηση να προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής εννοίας τού συγκεκριμένου αιτήματος, έτσι, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολογήσεως και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στην ουσιαστική παραδοχή τού αιτήματος. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει στην αόριστη αίτηση αναβολής, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 500 εδ. γ' και 501 § 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως η δια συνηγόρου (όπου τούτο επιτρέπεται), η έφεση του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, εφόσον διαπιστώνεται ότι ο εκκαλών κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Η απόφαση αυτή μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση για οποιονδήποτε λόγο από τους περιοριστικώς διαλαμβανόμενους στο άρθρο 510 § 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 και 166 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην περίπτωση που ο εκκαλών κλητεύθηκε με κλήση προς συζήτηση της εφέσεως του, αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη, η μνεία του αποδεικτικού κλητεύσεώς του και η χρονολογία τούτου, ώστε να προκύπτει η εμπρόθεσμη κλήτευσή του, κατά το άρθρο 166 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 52.863/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 76.675/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς τέσσερα ευρώ και σαράντα λεπτά (4,40 €) ημερησίως για παράβαση του νόμου 5.960/33, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, δεν εμφανίστηκε στη δίκη ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, αλλ' ως άγγελος, η Λ1, η οποία ανήγγειλε προς το Δικαστήριο ότι "ο κατηγορούμενος είναι ασθενής και κλινήρης και κατά σύσταση του ιατρού του δεν μπορεί να μετακινηθεί για να προσέλθει στο Δικαστήριο κατά τη σημερινή δικάσιμο", έδωσε στον Πρόεδρο την από 8.10.2007 βεβαίωση του ιατρού ... και ζήτησε την αναβολή, λόγω σημαντικών αιτίων. Ακολούθως, ο Εισαγγελεύς πρότεινε την εξέταση της ανωτέρω Λ1 ως μάρτυρος, η οποία κατέθεσε ενόρκως τα εξής: "Ο κατηγορούμενος είναι ασθενής. Μου έδωσε ιατρική βεβαίωση να προσκομίσω. Εν συνεχεία, ο Εισαγγελεύς πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος αναβολής το οποίο απορρίφθηκε με την πληττόμενη απόφαση, με την αιτιολογία, ότι "από την κατάθεση της μάρτυρος και το προσκομιζόμενο ιατρικό πιστοποιητικό δεν προκύπτει το ανέφικτο της εμφάνισής του στο Δικαστήριο. Ενόψει δε του ότι η πράξη του φέρεται τελεσθείσα το 2001, θα μπορούσε να διορίσει πληρεξούσιο δικηγόρο για να τον εκπροσωπήσει". Η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι αναφέρονται σ' αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτήν, καθώς και οι αποδείξεις που έλαβε υπόψη του, όπως η κατάθεση της μάρτυρος και το ιατρικό πιστοποιητικό που αναγνώσθηκε.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. σχετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος. Το Δικαστήριο, στη συνέχεια της απορρίψεως του αιτήματος της αναβολής δέχτηκε τα εξής: "Από το αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ..., που βρίσκεται στη δικογραφία, προκύπτει ότι ο αναφερόμενος κατηγορούμενος και ο αντίκλητος δικηγόρος του κλητεύθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως να εμφανιστούν σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και να υποστηρίξουν την έφεση που έχει ασκήσει κατά της 76.675/04 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Δεδομένου ότι δεν παρουσιάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 326, 340 και 501 του Κ.Ποιν.Δ., να απορριφθεί η έφεσή του ως ανυποστήρικτη". Ενόψει αυτών, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που μετά την κατά τα ανωτέρω απόρριψη του αιτήματος αναβολής συζητήσεως της εφέσεως, προχώρησε και στην απόρριψη αυτής ως ανυποστήρικτης, αφού προηγουμένως ερεύνησε και διαπίστωσε το νομότυπο της κλητεύσεως του τότε εκκαλούντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, διότι άσκησε δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος (άρθρο 501 παρ. 1 ΚΠΔ). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, έτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 Κ.Π.Δ.).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του ... κατά της 52.863/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή