Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1985 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής.




Περίληψη:
Λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία εκτείνεται και στην απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών και του αιτήματος για αναγνώριση ελαφρυντικών υπέρ των αναιρεσειουσών. Απορρίπτεται η αναίρεση.





ΑΡΙΘΜΟΣ 1985/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2 και ήδη κρατουμένων στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Μαρούπα, περί αναιρέσεως της 227/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Ιανουαρίου 2007 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και στους από 18 Φεβρουαρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1012/2007.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι επ' αυτών πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β', ς' και ζ' του Νόμου 1729/1987, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Νόμου 2161/1993 και ίσχυε, κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων, "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών τιμωρείται όποιος ... β) πωλεί, αγοράζει, προσφέρει, διαθέτει ή διανέμει σε τρίτους με οποιοδήποτε τρόπο, αποθηκεύει ή παρακαταθέτει ναρκωτικά ή μεσολαβεί σε κάποια από τις πράξεις αυτές,...ζ) Κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο". Με την παραπάνω διάταξη της περιπτώσεως β' τιμωρείται η πώληση και η αγορά των ναρκωτικών. Αγορά και αντιστοίχως πώληση ναρκωτικής ουσίας, κατά την πάγια θέση της Νομολογίας, συνιστά η μεταβίβαση της κυριότητάς της από τον πωλητή στον αγοραστή, κατά τους όρους του άρθρου 513 του Αστικού Κώδικα, η οποία συντελείται με την παραλαβή της από τον αγοραστή ή αντίστοιχα με την παράδοσή της σ' αυτόν από τον πωλητή, αντί του τιμήματος που συμφωνήθηκε γι' αυτόν τον σκοπό.
Συνεπώς, για την τέλεση των αντίστοιχων εγκλημάτων της αγοράς και της πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας, απαιτούνται δύο προϋποθέσεις: α) η κατά τους όρους του άρθρου 513 Α.Κ. κατάρτιση της σχετικής συμβάσεως και β) η κατ' ακολουθίαν αυτής της συμβάσεως μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας από τον πωλητή στον αγοραστή, η οποία συντελείται και πραγματώνεται, στην περίπτωση της αγοράς, με την παραλαβή ορισμένης ποσότητάς της από τον αγοραστή, με αντάλλαγμα το τίμημα που συμφωνήθηκε και, αντίστοιχα, στην περίπτωση της πωλήσεως, με την παράδοση ορισμένης ποσότητάς της από τον πωλητή με αντάλλαγμα το τίμημα που συμφωνήθηκε. Εφ' όσον η αγορά και η πώληση ναρκωτικής ουσίας αποτελούν από νομική άποψη αγοραπωλησία κινητού πράγματος, συνεπάγεται ότι η σύνθετη νομική και πραγματολογική δομή της εμπράγματης συμβάσεως μεταβιβάσεως κυριότητας κινητού πράγματος συνιστά την αντικειμενική υπόσταση των σχετικών εγκλημάτων. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση της αγοράς και πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας, πρέπει να συνυπάρχουν οργανικά και να συνυφίστανται λειτουργικά όλες οι προϋποθέσεις του πραγματικού της εμπράγματης συμβάσεως, οι οποίες συνιστούν ταυτόχρονα τους δομικούς όρους των αντίστοιχων αντικειμενικών υποστάσεων και τα λειτουργικά όρια της εμβέλειας και της εφαρμογής τους: α) ενοχική σύμβαση αγοράς και πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας, που συνάπτεται και καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 513 του Αστικού Κώδικα και είναι απλώς και μόνον υποσχετική. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι "ενοχές" που απορρέουν από τον "οργανισμό" της συμβάσεως αυτής προσομοιάζουν προς τις "ατελείς" ή "φυσικές", δηλαδή τις "μη γνήσιες" ενοχές, αφού οι συγκεκριμένες συμβάσεις καμία δεσμευτικότητα και υποχρεωτικότητα δεν παρουσιάζουν, διότι αφορούν σε πράγμα εκτός συναλλαγής και μάλιστα απαγορευμένης συναλλαγής. β) Παράδοση και παραλαβή της νομής της ναρκωτικής ουσίας. Η παράδοση και παραλαβή της ναρκωτικής ουσίας δεν απαιτείται να γίνει ιδιοχείρως από τους συμβαλλομένους, αλλά μπορεί να πραγματοποιηθεί και με τη διαμεσολάβηση τρίτων προσώπων, που ενεργούν για λογαριασμό τους και αποτελούν άμεσους συνεργούς στις πράξεις της πωλήσεως και της αγοράς ναρκωτικών. γ) Παράδοση και παραλαβή της νομής ορισμένου τιμήματος, δηλαδή χρημάτων. Εξάλλου, όπως σε κάθε σύμβαση πωλήσεως κινητού πράγματος, έτσι και στη σύμβαση πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας, τα ουσιώδη της στοιχεία είναι α) ορισμένο κινητό πράγμα, δηλαδή ορισμένη ναρκωτική ουσία, β) ορισμένο τίμημα και γ) συμφωνία των συμβαλλομένων για τα στοιχεία αυτά. Ενόψει των ανωτέρω, αναγκαίο συστατικό στοιχείο της ποινικά κολαζόμενης συμβάσεως αγοραπωλησίας ναρκωτικής ουσίας αποτελεί η συμφωνία για ορισμένη ναρκωτική ουσία και η παράδοση ορισμένης ναρκωτικής ουσίας. Επίσης, ουσιώδες συστατικό στοιχείο της συμβάσεως αγοραπωλησίας ναρκωτικής ουσίας, επομένως και αναγκαίο στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων της αγοράς και της πωλήσεως αποτελεί και η συμφωνία και καταβολή ορισμένου τιμήματος. Δεν είναι όμως αναγκαίο να προσδιορίζεται με ακρίβεια το συγκεκριμένο τίμημα που συμφωνήθηκε, το οποίο μπορεί να παραμένει και άγνωστο, διότι στοιχείο των εγκλημάτων της αγοράς και της πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας είναι απλώς και μόνον η συνομολόγηση τιμήματος και όχι ποσοτικά ορισμένου τιμήματος. Εξ άλλου, από τη διάταξη της περιπτώσεως ζ' τιμωρείται η κατοχή των ναρκωτικών. Η έννοια της κατοχής στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τις έννοιες της νομής και της κατοχής του Αστικού Δικαίου. (ΟλΑΠ 1093/91). Στο ειδικότερο πεδίο της ποινικής καταστολής των εγκλημάτων που αφορούν τις ναρκωτικές ουσίες, έχει επικρατήσει στη Νομολογία ο ακόλουθος βασικός τύπος ορισμού της έννοιας της "κατοχής ναρκωτικών": Κατοχή ναρκωτικών ουσιών είναι η φυσική εξουσίασή τους από τον δράστη, κατά τρόπο ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικής ουσίας είναι αναγκαία η εξακρίβωση και η διαπίστωση της πραγματικής κυριαρχίας πάνω στην ναρκωτική ουσία, διότι στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου έχει σημασία η πραγματική και όχι πλασματική σχέση με το πράγμα που είναι το αντικείμενο της κατοχής και δεν υπάρχει κατοχή χωρίς υλικό στοιχείο.
Συνεπώς είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός του προσώπου που έχει την πραγματική εξουσία διαθέσεως της ναρκωτικής ουσίας. Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της κατοχής ναρκωτικής ουσίας είναι αναγκαία, αλλά και επαρκής η βούληση του προσώπου για φυσική εξουσίαση της ναρκωτικής ουσίας. Επομένως, δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη διάνοιας κυρίου. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων, να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Χαρακτήρα αυτοτελούς ισχυρισμού έχει και το αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, για επιβολή μειωμένης ποινής στην περίπτωση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α', δ' και ε' του Ποινικού Κώδικα, για την προβολή δε του ισχυρισμού αυτού, είναι προφανές το έννομο συμφέρον του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 227/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες σε δεύτερο βαθμό, για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών και καταδικάστηκαν σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, η οποία προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνεται ότι "από την κατάθεση του μάρτυρα της κατηγορίας που εξετάστηκε ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και ο οποίος αναφέρεται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των κατηγορουμένων και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενες τέλεσαν τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται, της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών και πρέπει να κηρυχθούν ένοχες αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στο Τμήμα Ασφαλείας Αχαρνών είχε περιέλθει η πληροφορία, από ανώνυμες τηλεφωνικές καταγγελίες, ένα εικοσαήμερο περίπου προ της συλλήψεως των παρουσών κατηγορουμένων, ότι αυτές, ήτοι οι Αθιγγανίδες Χ1 και Χ2 πωλούν ναρκωτικά σε τοξικομανείς, τα οποία αποκρύπτουν σε παρακείμενο της οικίας τους χώρο. Κατόπιν τούτου, αστυνομικοί του άνω Τμήματος έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση την οικία των άνω, η οποία κείται στην περιοχή του ... και επί της οδού ...., στις Αχαρνές. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, έβλεπαν διάφορα νεαρά άτομα, τα οποία από την εμφάνισή τους έδειχναν ότι είναι τοξικομανείς, να προσεγγίζουν τον χώρο και να έρχονται σε επαφή με τις κατηγορούμενες, χωρίς να μπορούν να εξακριβώσουν, λόγω και της αποστάσεως από την οποία παρακολουθούσαν, εάν ελάμβαναν χώρα συναλλαγές μεταξύ τους. Την ημέρα της συλλήψεως των κατηγορουμένων, ήτοι στις 10.6.2004 και περί ώρα 5 π.μ., αξιοποιώντας σχετική πληροφορία ότι η παραλαβή από τις άνω κατηγορούμενες και ο διαχωρισμός (σπάσιμο) αυτών γίνεται τις πρωινές ώρες, άρχισαν τη διακριτική παρακολούθηση των ανωτέρω. Περί ώρα 6 π.μ., κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, αντελήφθησαν τη δεύτερη κατηγορουμένη, Χ1, να εξέρχεται της οικίας της και, μαζί με τον απολειπόμενο κατηγορούμενο Χ, να κατευθύνονται σε παρακείμενο της οικίας αγρόν. Εκεί η δεύτερη εκ των παρουσών κατηγορουμένων, Χ1, πλησίασε σε μία συκιά και ανέσυρε ένα τεμάχιο καφέ χρώματος (βράχο) και το τοποθέτησε εντός του στηθοδέσμου της. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε σε παρακείμενο της οικίας της χώρο (πλυσταριό - εξωτερική τουαλέτα), όπου τους ανέμενε η πρώτη των παρουσών κατηγορουμένων Χ2, η οποία ήταν καθισμένη σε χαλί και κρατούσε στα χέρια της διάφορες νάιλον συσκευασίες. Οι δύο Αθίγγανες άρχισαν να σπάνε με ψαλίδι τον βράχο, που ήταν ηρωίνη, χρησιμοποιώντας προς τούτο ψαλίδι και να τοποθετούν την ηρωίνη στις διαφανείς συσκευασίες, φτιάχνοντας έτσι φιξάκια, ενώ ο απολειπόμενος κατηγορούμενος, Χ, κρατούσε τσίλιες, παρακολουθώντας από απόσταση δέκα (10) περίπου μέτρων για να μη πλησιάσει κάποιος ανεπιθύμητος. Σε κάποια στιγμή, τον χώρο πλησίασε ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, τον αριθμό κυκλοφορίας του οποίου δεν κατάφεραν να συγκρατήσουν οι αστυνομικοί, και ο απολειπόμενος Χ πήρε κάτι από τη δεύτερη των παρουσών κατηγορουμένων, Χ1, το παρέδωσε στον οδηγό του ΙΧΕ, επέστρεψε στον χώρο που έσπασαν την ηρωίνη και εναπέθεσε στο χαλί το ποσό των 35 ευρώ, το οποίο έλαβε ως τίμημα πωλήσεως ναρκωτικών από τον άνω οδηγό του ΙΧΕ. Ακολούθως, οι αστυνομικοί προσέγγισαν τους κατηγορουμένους και συνέλαβαν αυτούς, ενώ βρήκαν και κατέσχεσαν πάνω στο χαλί ενενήντα δύο (92) συσκευασίες νάιλον διαφανείς, ανισομερείς, που περιείχαν ηρωίνη, συνολικού βάρους δεκαεννέα γραμμαρίων και επτά δεκάτων του γραμμαρίου (19,7), οι οποίες προήρχοντο από το σπάσιμο του άνω βράχου, καθώς και το χρηματικό ποσό των 35 ευρώ, που προερχόταν από την πώληση ποσότητας ναρκωτικών. Τις άνω ποσότητες ηρωίνης είχαν αγοράσει αμφότερες οι παρούσες κατηγορούμενες από Αλβανό ή Αθίγγανο, τα στοιχεία των οποίων αρνήθηκαν να αποκαλύψουν, αντί τιμήματος, το ύψος του οποίου δεν προσδιορίσθηκε. Τις άνω ποσότητες ηρωίνης, που αγόρασαν με σκοπό την εμπορία και κατείχαν ομοίως με τον άνω σκοπό, υπό την έννοιαν ότι εξουσίαζαν από κοινού φυσικά, εις τρόπον ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνουν την ύπαρξη και να διαθέτουν αυτές κατά βούληση. Τέλος, λίγη ώρα πριν από τη σύλληψη, κατά τα άνω, πώλησαν σε άγνωστο άτομο ηρωίνη, το βάρος της οποίας δεν προσδιορίσθηκε, αντί τιμήματος, συμφωνηθέντος και καταβληθέντος τριάντα πέντε (35) ευρώ. Όλα αυτά προκύπτουν από την κατάθεση του μάρτυρος αστυνομικού, που κατέθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο, αλλά και από την κατάθεση του απολειπομένου ετέρου μάρτυρος αστυνομικού, η οποία, λόγω του ανεφίκτου της εμφανίσεώς του, αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, οι οποίοι ρητά, κατηγορηματικά, μετά λόγου γνώσεως και εξ ιδίας αντιλήψεως, κατέθεσαν περί των άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, περί της αξιοπιστίας των οποίων δεν συντρέχει λόγος να αμφιβάλλει το Δικαστήριο, ενισχύονται δε από την ανωμοτί και ενώπιον του ακροατηρίου απολογία της δεύτερης παρούσας κατηγορουμένης, η οποία ομολόγησε ότι αγόρασε και κατείχε με σκοπό την εμπορία τα άνω κατασχεθέντα ναρκωτικά, τα οποία, όπως ρητά ανέφερε στην ανακριτική απολογία, προόριζε να πωλήσει σε τοξικομανείς για να ζήσει τα ανήλικα παιδιά της. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη παρούσα κατηγορουμένη αρνείται τη συμμετοχή της στις άνω πράξεις, προφανώς λόγω του ότι είναι υπότροπη, καθόσον είχε καταδικασθεί με την υπ' αριθμ. 767/20.5.2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών σε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών για παράβαση του Νόμου περί ναρκωτικών, ενώ αμφότεροι οι άνω μάρτυρες ρητά κατέθεσαν περί της συμμετοχής της στις άνω πράξεις.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθούν ένοχες οι παρούσες κατηγορούμενες, αγοράς, πωλήσεως και κατοχής ναρκωτικών από κοινού, προς εμπορίαν, χωρίς να είναι τοξικομανείς, αναγνωρισθεί όμως στη δεύτερη παρούσα κατηγορουμένη το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας, καθόσον, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι, κατά τον χρόνον τελέσεως των άνω αξιόποινων πράξεων, δεν είχε συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας. Τουναντίον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν τόσο στο πρόσωπο της ως άνω κατηγορουμένης, όσο και στο πρόσωπο της συγκατηγορουμένης της, οι λοιπές επικαλούμενες ελαφρυντικές περιστάσεις, του προτέρου εντίμου βίου, καθόσον, ως προς μεν την δεύτερη παρούσα κατηγορουμένη, η ίδια κατά την ενώπιον της Ανακριτρίας απολογία της, ανέφερε ότι είχε κατηγορηθεί πάλι για παράβαση του Νόμου περί ναρκωτικών, ως προς δε τη πρώτη από αυτές, από το αναγνωσθέν αντίγραφο του ποινικού της μητρώου, προκύπτει ότι έχει κηρυχθεί ένοχη για παράβαση του Νόμου περί Ναρκωτικών αμετάκλητα και της έχει επιβληθεί ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών, της ειλικρινούς μεταμελείας, διότι η μεν δεύτερη κατηγορουμένη ομολόγησε μεν τις πράξεις που τις αποδίδονται, αλλά από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι μεταμελήθηκε ειλικρινά γι' αυτές, ούτε ότι επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών της αυτών, γεγονός άλλωστε, που δεν είναι εύκολο, ενώ η πρώτη αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή της στις πράξεις αυτές και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, καθόσον, δεν αρκεί προς τούτο η καλή διαγωγή στις φυλακές, που είναι καταναγκαστική, λόγω συμμορφώσεώς τους προς τον κανονισμό των φυλακών, εφ' όσον δεν αποδεικνύεται ότι συνοδεύεται και από άλλα στοιχεία.
Συνεπώς, αφού απορριφθεί η συνδρομή των άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να κηρυχθούν οι κατηγορούμενες ένοχες αγοράς, πωλήσεως και κατοχής ναρκωτικών, η δεύτερη υπό τη συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως της μετεφηβικής ηλικίας, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείουσες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς ερμήνευσε και αιτιολογημένα εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ακόμη, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' είδος, όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αφού αρκεί ότι τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών για την αναγνώριση στο πρόσωπό τους των ελαφρυντικών περιστάσεων του προηγούμενου έντιμου βίου, της ειλικρινούς μεταμέλειας και της καλής συμπεριφοράς για αρκετό διάστημα μετά την τέλεση των πράξεων.
Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειουσών, που προβάλλονται ως λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, ενώ οι λοιπές που αφορούν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις 16 και 17/30.1.2007 αιτήσεις αναιρέσεως, αντιστοίχως, των αναιρεσειουσών 1) Χ1 και 2) Χ2 και ήδη κρατουμένων στην Κεντρική Κλειστή Φυλακή Γυναικών Κορυδαλλού, κατά της 227/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για κάθε μία αναιρεσείουσα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ