Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2034 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ποινής αναστολή.




Περίληψη:
Πλαστογραφία με χρήση. Μετ' αναίρεση - παραπεμφθείσα για μετατροπή ή αναστολή της ποινής μόνον. Δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον δεν αιτιολογείται από ποια αποδεικτικά στοιχεία προκύπτουν οι παραδοχές του αιτιολογικού για μη αναστολή της ποινής. Αναιρεί και παραπέμπει.




Αριθμός 2034/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου-Κουδρόγλου, για αναίρεση της 3747/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 82/2009.

Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως έχει αντικατασταθεί, με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα (στην αιτιολογία) στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το 82 Π.Κ., είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων ". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την τυχόν αρνητική κρίση του κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, διαφορετικά, αν αναιτιολόγητα απορρίψει το ως άνω αίτημα, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ.1 του ΚΠοινΔ ορίζεται ότι " η συζήτηση στο ακροατήριο όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά τα άρθρα 518 παρ.2 και 519 γίνεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα, κατά δε την διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, οι ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 365 και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 364. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329-338, 340, 344, 347, 348, 349, 352, 357-363, 366- 373".
Στην προκείμενη περίπτωση, με τη με αριθμό 1723/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η σε βάρος της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης εκδοθείσα με αριθμό 128/2007 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά την περί μετατροπής της επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως δύο ετών προς 4,40 ευρώ ημερησίως διάταξή της και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση κατά το αναιρεθέν μέρος της. Ακολούθως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 3747/2008 απόφαση του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο και πάλι μετέτρεψε την επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, με το παρακάτω αιτιολογικό: "Επειδή, κατά το άρθρο 49 παρ. 1 του ΠΚ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2497/1997 αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την αποτροπή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία έτη ούτε ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Στην προκειμένη περίπτωση από την έρευνα του χαρακτήρα της καταδίκου, τις περιστάσεις τέλεσης του εγκλήματος και ιδίως πρόθεση της να χρησιμοποιήσει παράνομα τις υπογραφές των θυμάτων της προκειμένου να εισπράξει κρατικές επιδοτήσεις, του τρόπου με τον οποίο ενήργησε και το γεγονός ότι δεν μεταμελήθηκε για την εγκληματική της συμπεριφορά το Δικαστήριο κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για ν' αποτρέψει την κατηγορουμένη από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Ενόψει αυτών, συντρέχει περίπτωση μετατροπής της ποινής κατ' άρθρο 82 ΠΚ σε χρηματική, το ύψος της οποίας λαμβάνοντας υπόψη και τους οικονομικούς πόρους της καταδικασθείσας πρέπει να υπολογισθεί προς 4,40 ευρώ για κάθε μέρα φυλάκισης". Από το αιτιολογικό αυτό, προκύπτει ότι το δικαστήριο για να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του για μη αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως των δύο ετών και για την αναγκαιότητα μετατροπής της ποινής αυτής σε χρηματική, έλαβε υπόψη του, τον χαρακτήρα της κατηγορουμένης, τις περιστάσεις τελέσεως του αδικήματος της πλαστογραφίας, προκειμένου αυτή να εισπράξει παράνομα κρατικές επιδοτήσεις, τον τρόπο που ενήργησε , το γεγονός ότι δε μεταμελήθηκε, ως και τους οικονομικούς όρους της καταδικασθείσας. Όμως, όπως προκύπτει από το παραπάνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν εκθέτει το δικαστήριο, από ποία αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ανωτέρω αναφερόμενα στοιχεία που έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του για μη παραδοχή του υποβληθέντος από το συνήγορο της καταδικασθείσας αιτήματος αναστολής της ποινής και μετατροπή της προς 4,40 ευρώ ημερησίως, ακόμη περισσότερο, αφού από τα ίδια τα επισκοπούμενα πρακτικά προκύπτει, ότι ουδέν απολύτως έγγραφο αναγνώσθηκε και δη ούτε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ούτε η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που αναιρέθηκε εν μέρει ως άνω, ούτε και η αναιρετική 1723/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, ενώ δεν εξετάσθηκαν μάρτυρες. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο προβαλλόμενος από την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως.
Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, κατά τα ορισθέντα και από την προηγούμενη αναιρετική απόφαση του δικαστηρίου τούτου, στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθ. 3743/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και.

Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, κατά τη περί μετατροπής της ποινής διάταξη της ανωτέρω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Οκτωβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ