Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2132 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη.




Περίληψη:
Απάτη. Στοιχεία του εγκλήματος. Επέλευση ζημίας. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν εκθέτει με σαφήνεια πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει αν και ποία ζημία υπέστη η εγκαλούσα εταιρεία.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2132/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 229/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρία με την επωνυμία "ΑΡΘΡΩΣΙΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΙΔΗ ΑΕ-ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΜΠΟΡΙΑ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 211/16-6-2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αν τεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 476/2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠοινΔ, την αριθμ. 211/16-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου Ν..., η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από το δικηγόρο Αθηνών Αναστάσιο Αβραντίνη, δυνάμει της από 16-3-2009 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του αριθμ. 229/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το αριθμ. 2539/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των πράξεων της απάτης κατ'εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη το αριθμ. 229/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση, καθόσον αφορά την παραπεμπτική διάταξη για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση, σε βαθμό κακουργήματος και διόρθωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς την παραπάνω διάταξη απαλείφοντας από το αιτιολογικό τη φράση "κατ'εξακολούθηση" και δέχθηκε εν μέρει την έφεση ως προς την παραπεμπτική διάταξη για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, μεταρρύθμισε ως προς τη διάταξη αυτή το εκκαλούμενο βούλευμα και αποφάνθηκε ότι είναι απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του εκκαλούντος-κατηγορουμένου για την παραπάνω πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 24-3-2009 με θυροκόλληση, επειδή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 155 ΚΠοινΔ, στο δε διορισθέντα αντίκλητο του δικηγόρο Αθηνών Αναστάσιο Αβραντίνη την 9-3-2009, η δε αίτηση ασκήθηκε την 17-3-2009 ενώπιον της Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Γεωργίας Αράπου, συνετάγη δε από εκείνη η υπ'αριθμ. 47/17-3-2009 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών α)..., β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται μεταξύ άλλων και επέλευση ζημίας στον παραπλανώμενο ή τρίτο που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς τη δόλια παραπλάνηση.
Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με το έγκλημα της απάτης δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνο ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή και πως επήλθε (ΑΠ 982/2001 ΠΧ, ΝΒ 338).
Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσής του από το άρθρο 484 παρ. 1Β ΚΠοινΔ υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου πράγμα που συμβαίνει όταν στο βούλευμα εμφιλοχωρούν κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Το παραπεμπτικό για απάτη βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης και όταν δεν αναφέρει με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις σε τι συνίσταται και πως επήλθε η ζημία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα την έγκληση, τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα, την απολογία του κατηγορουμένου και το σημείωμα παροχής εξηγήσεων αυτού κατά τη διάρκεια της προκαταρτικής εξέτασης, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο εκκαλών τυγχάνει Διαχειριστής και Α' Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΡΓΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΒΟΛΟΥ ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε.- ΙΜΕC GmbH", η οποία εδρεύει στην ... . Η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΡΘΡΩΣΙΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΙΔΗ Α.Ε.- ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΜΠΟΡΙΑ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", η οποία εδρεύει στην ... (12° χλμ. Εθνικής Οδού ...-..." και έχει ως αντικείμενο εργασιών την εισαγωγή, εξαγωγή και εμπορία πάσης φύσεως ιατρικών ειδών, πώλησε με πίστωση ενενήντα ημερών στην ανωτέρω κοινοπραξία είκοσι ένα φορεία μεταφοράς ασθενών τα οποία παραδόθηκαν στην υπό κατασκευή πτέρυγα του Νοσοκομείου Βόλου και παρελήφθησαν ανεπιφύλακτα καθόσον ήταν κατάλληλα για τη χρήση που προορίζονταν. Πλην όμως όταν έφθασε η ημέρα καταβολής του τιμήματος, το οποίο ανέρχονταν στο ποσό των 98.176 Ευρώ, η αγοράστρια δεν κατέβαλε τούτο. Στις 10-9-2004 και ενώ η εγκαλούσα εταιρεία είχε αποφασίσει να κινηθεί δικαστικά για την είσπραξη του τιμήματος, ο εκκαλών, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εγκαλούσης ΑΑ, δικηγόρο Αθηνών και ζήτησε τη χορήγηση προθεσμίας τεσσάρων μηνών προκειμένου να δυνηθεί η κοινοπραξία να εξοφλήσει το ως άνω τιμολόγιο πώλησης καθόσον, ως ισχυρίσθηκε, αυτή αντιμετώπιζε πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια. Μάλιστα ζήτησε να δεχθεί η εγκαλούσα εταιρεία τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές τις οποίες θα εξέδιδε η κοινοπραξία σε διαταγή της εγκαλούσης, με ημερομηνίες έκδοσης 31-1-2005, 28-2-2005 και 31-3-2005. Προκειμένου να γίνει αποδεκτή η πρόταση της κοινοπραξίας ο κατηγορούμενος παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον πληρεξούσιο δικηγόρο της εγκαλούσης εταιρείας ΑΑ και μέσω αυτού στον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής ότι η φερεγγυότητα και η καλή οικονομική κατάσταση της κοινοπραξίας, αλλά και των ιδίων των μελών της ("ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε.", "ΙΜΕC GmbΗ ") ήταν δεδομένη και ότι απλώς αντιμετώπιζε πρόσκαιρη οικονομική δυσχέρεια, η οποία θα παρήρχετο και θα εξοφλούσε την οφειλή της ενόψει και του ότι αυτή ανέμενε την είσπραξη εργολαβικών ανταλλαγμάτων. Την πρόταση αποδέχθηκε η εγκαλούσα εταιρεία στις 23-9-2004. Έτσι ο κατηγορούμενος με την προαναφερθείσα ιδιότητα του στις 23-9-2004 εξέδωσε στην ..., σε διαταγή της εγκαλούσης εταιρείας, τις με αριθ. ..., ... και ... τραπεζικές επιταγές με ημερομηνίες έκδοσης 31-1-2005, 28-2-2005 και 31-3-2005 αντίστοιχα, ποσού 33.000 , 33.000 και 32.176 Ευρώ αντίστοιχα, ήτοι συνολικά ποσού 98.176 Ευρώ συρόμενες από τον με αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό της κοινοπραξίας. Η εγκαλούσα εταιρεία μετεβίβασε τις επιταγές αυτές λόγω ενεχύρου στην "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε", με οπισθογράφηση, όπως αυτό προκύπτει από την στην οπίσθια όψη αυτής ένδειξη "Πληρώσατε σε διαταγή της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε.... ΑΞΙΑ ΛΟΓΩ ΕΝΕΧΥΡΟΥ" και την επ' αυτής υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής. Οι ανωτέρω τραπεζικές επιταγές αν και εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα και συγκεκριμένα στις 3-2-2005, 2-3-2005 και 4-4-2005 αντίστοιχα στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό της κοινοπραξίας. Ο εκκαλών προέβη στην έκδοση των προαναφερομένων επιταγών καίτοι γνώριζε ότι η κοινοπραξία δεν ευρίσκετο σε καλή οικονομική κατάσταση και συνεπώς δεν ήταν σε θέση να διαθέτει και δεν διέθετε διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα τόσο κατά το χρόνο της πραγματικής έκδοσης των επιταγών, όσο και κατά το χρόνο που φέρονταν αυτές εκδοθείσες και το χρόνο εμφάνισης αυτών. Από την ως άνω πράξη η εγκαλούσα εταιρεία υπέστη περιουσιακή ζημία η οποία ανέρχεται στο ποσό των 98.176 Ευρώ, με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος της κοινοπραξίας.
Ο κατηγορούμενος στην απολογία του, στην έκθεση έφεσης και στο υπόμνημα που συνοδεύει αυτήν και στις έγγραφες εξηγήσεις του κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης ισχυρίζεται ότι η μη πληρωμή των επιταγών οφείλεται στην μη καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος από πλευράς της δημόσιας επιχείρησης "ΔΕΠΑΝΟΜ" μετά την εκτέλεση του έργου "Ολοκλήρωση Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Βόλου", προσκομίζει δε σειρά φωτοαντιγράφων εντολών πληρωμής διαφόρων ποσών προς την κοινοπραξία. Πλην όμως από τα έγγραφα αυτά δεν προκύπτει ότι πράγματι δεν καταβλήθηκαν τα αναγραφόμενα στα έγγραφα ποσά και ότι αυτά εξακολουθούν να οφείλονται. Πέραν τούτου ο εκκαλών κατηγορούμενος διαβεβαίωσε κατηγορηματικά τον νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσης εταιρείας δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της περί της δυνατότητας πληρωμής των επιταγών και περί της οικονομικής επιφάνειας της κοινοπραξίας, χωρίς να εκφράσει οιαδήποτε επιφύλαξη σχετικά με την δυνατότητα αυτή της κοινοπραξίας προφανώς για να πείσει τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής να δεχθεί τις προαναφερθείσες επιταγές.
Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.) και για το λόγο αυτό απέρριψε ως προς την πράξη αυτή την από αυτόν ασκηθείσα, κατά του αριθμ. 2539/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε, ως προς την πράξη αυτή, αφού το διόρθωσε απαλείφοντας από το αιτιολογικό τη φράση "κατ'εξακολούθηση" το εκκαλούμενο βούλευμα.
Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν εκθέτει με σαφήνεια αν και ποια ζημία υπέστη στην περιουσία της η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΡΘΡΩΣΙΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΙΔΗ ΑΕ - ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΜΠΟΡΙΑ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" από την καθυστέρηση δικαστικής επιδίωξης της αξιώσεώς της, ποσού 98.176 ευρώ, κατά τέσσερις μήνες, δεν εκθέτει δηλαδή πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι από την καθυστέρηση ασκήσεως αγωγής, σχετικής με την ως άνω αξίωσή της, κατά τέσσερις μήνες ματαιώθηκε εν όλω ή εν μέρει ή κατέστη καθ'οιονδήποτε τρόπο περισσότερο δύσκολη ή δαπανηρή η επιδίωξή της εξ αιτίας των φερομένων ως απατηλών διαβεβαιώσεων του κατηγορουμένου προς την εγκαλούσα εταιρεία, αλλά αναφέρει γενικά ότι από την πράξη της απάτης υπέστη η εγκαλούσα περιουσιακή ζημία ποσού 98.176 ευρώ, ίση δηλαδή προς την άνω αξίωσή της κατά της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΡΓΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΒΟΛΟΥ ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ - IMEC GmbH". Περαιτέρω δεν γίνεται σαφές από το βούλευμα αν με την παράδοση των επίδικων επιταγών απεσβέσθη η απαίτηση της εγκαλούσας εταιρίας, αν δηλαδή συνέτρεξε περίπτωση καταβολής αντί εξοφλήσεως ή αν οι επιταγές αυτές παρεδόθησαν χάριν εξοφλήσεως, ως πρόσθετη εγγύηση.
Επομένως το προσβαλλόμενο βούλευμα, εξαιτίας των παραπάνω ελλείψεων και ασαφειών ως προς το στοιχείο της ζημίας στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, καθώς και νομίμου βάσεως, γιατί καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της πιο πάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ. Κατά συνέπεια και κατά παραδοχή ως κατ'ουσίαν βασίμων των σχετικών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, αφού η σύνθεσή του από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρα 485 παρ. 1, και 519 ΚΠοινΔ).
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω:
1) Να γίνει δεκτή η με αριθμό 47/17-3-2009 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ, κάτοικο ..., κατά του αριθμ. 229/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και,
2) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων δικαστών.
Αθήνα 21 Μαΐου 2009
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη 47/17-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, στρεφόμενη κατά του 1229/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της απάτης, από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, δηλ. σε βαθμό κακουργήματος, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών α)..., β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται μεταξύ άλλων και επέλευση ζημίας στον παραπλανώμενο ή τρίτο που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς τη δόλια παραπλάνηση.
Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με το έγκλημα της απάτης δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνο ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή και πως επήλθε.
Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσής του από το άρθρο 484 παρ. 1Β ΚΠοινΔ υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου πράγμα που συμβαίνει όταν στο βούλευμα εμφιλοχωρούν κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Το παραπεμπτικό για απάτη βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης και όταν δεν αναφέρει με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις σε τι συνίσταται και πως επήλθε η ζημία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα την έγκληση, τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα, την απολογία του κατηγορουμένου και το σημείωμα παροχής εξηγήσεων αυτού κατά τη διάρκεια της προκαταρτικής εξέτασης, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο εκκαλών τυγχάνει Διαχειριστής και Α' Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΡΓΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΒΟΛΟΥ ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε.- ΙΜΕC GmbH", η οποία εδρεύει στην ... . Η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΡΘΡΩΣΙΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΙΔΗ Α.Ε.-ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΜΠΟΡΙΑ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", η οποία εδρεύει στην ... (12° χλμ. Εθνικής Οδού ...-..." και έχει ως αντικείμενο εργασιών την εισαγωγή, εξαγωγή και εμπορία πάσης φύσεως ιατρικών ειδών, πώλησε με πίστωση ενενήντα ημερών στην ανωτέρω κοινοπραξία είκοσι ένα φορεία μεταφοράς ασθενών τα οποία παραδόθηκαν στην υπό κατασκευή πτέρυγα του Νοσοκομείου Βόλου και παρελήφθησαν ανεπιφύλακτα καθόσον ήταν κατάλληλα για τη χρήση που προορίζονταν. Πλην όμως όταν έφθασε η ημέρα καταβολής του τιμήματος, το οποίο ανέρχονταν στο ποσό των 98.176 Ευρώ, η αγοράστρια δεν κατέβαλε τούτο. Στις 10-9-2004 και ενώ η εγκαλούσα εταιρεία είχε αποφασίσει να κινηθεί δικαστικά για την είσπραξη του τιμήματος, ο εκκαλών, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εγκαλούσης ΑΑ, δικηγόρο Αθηνών και ζήτησε τη χορήγηση προθεσμίας τεσσάρων μηνών προκειμένου να δυνηθεί η κοινοπραξία να εξοφλήσει το ως άνω τιμολόγιο πώλησης καθόσον, ως ισχυρίσθηκε, αυτή αντιμετώπιζε πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια. Μάλιστα ζήτησε να δεχθεί η εγκαλούσα εταιρεία τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές τις οποίες θα εξέδιδε η κοινοπραξία σε διαταγή της εγκαλούσης, με ημερομηνίες έκδοσης 31-1-2005, 28-2-2005 και 31-3-2005. Προκειμένου να γίνει αποδεκτή η πρόταση της κοινοπραξίας ο κατηγορούμενος παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον πληρεξούσιο δικηγόρο της εγκαλούσης εταιρείας ΑΑ και μέσω αυτού στον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής ότι η φερεγγυότητα και η καλή οικονομική κατάσταση της κοινοπραξίας, αλλά και των ιδίων των μελών της ("ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε.", "ΙΜΕC GmbΗ ") ήταν δεδομένη και ότι απλώς αντιμετώπιζε πρόσκαιρη οικονομική δυσχέρεια, η οποία θα παρήρχετο και θα εξοφλούσε την οφειλή της ενόψει και του ότι αυτή ανέμενε την είσπραξη εργολαβικών ανταλλαγμάτων. Την πρόταση αποδέχθηκε η εγκαλούσα εταιρεία στις 23-9-2004. Έτσι ο κατηγορούμενος με την προαναφερθείσα ιδιότητα του στις 23-9-2004 εξέδωσε στην Κηφισιά, σε διαταγή της εγκαλούσης εταιρείας, τις με αριθ. ..., ...και ... τραπεζικές επιταγές με ημερομηνίες έκδοσης 31-1-2005, 28-2-2005 και 31-3-2005 αντίστοιχα, ποσού 33.000 , 33.000 και 32.176 Ευρώ αντίστοιχα, ήτοι συνολικά ποσού 98.176 Ευρώ συρόμενες από τον με αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό της κοινοπραξίας. Η εγκαλούσα εταιρεία μετεβίβασε τις επιταγές αυτές λόγω ενεχύρου στην "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε", με οπισθογράφηση, όπως αυτό προκύπτει από την στην οπίσθια όψη αυτής ένδειξη "Πληρώσατε σε διαταγή της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. ... ΑΞΙΑ ΛΟΓΩ ΕΝΕΧΥΡΟΥ" και την επ' αυτής υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής. Οι ανωτέρω τραπεζικές επιταγές αν και εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα και συγκεκριμένα στις 3-2-2005, 2-3-2005 και 4-4-2005 αντίστοιχα στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό της κοινοπραξίας. Ο εκκαλών προέβη στην έκδοση των προαναφερομένων επιταγών καίτοι γνώριζε ότι η κοινοπραξία δεν ευρίσκετο σε καλή οικονομική κατάσταση και συνεπώς δεν ήταν σε θέση να διαθέτει και δεν διέθετε διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα τόσο κατά το χρόνο της πραγματικής έκδοσης των επιταγών, όσο και κατά το χρόνο που φέρονταν αυτές εκδοθείσες και το χρόνο εμφάνισης αυτών. Από την ως άνω πράξη η εγκαλούσα εταιρεία υπέστη περιουσιακή ζημία η οποία ανέρχεται στο ποσό των 98.176 Ευρώ, με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος της κοινοπραξίας.
Ο κατηγορούμενος στην απολογία του, στην έκθεση έφεσης και στο υπόμνημα που συνοδεύει αυτήν και στις έγγραφες εξηγήσεις του κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης ισχυρίζεται ότι η μη πληρωμή των επιταγών οφείλεται στην μη καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος από πλευράς της δημόσιας επιχείρησης "ΔΕΠΑΝΟΜ" μετά την εκτέλεση του έργου "Ολοκλήρωση Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Βόλου", προσκομίζει δε σειρά φωτοαντιγράφων εντολών πληρωμής διαφόρων ποσών προς την κοινοπραξία. Πλην όμως από τα έγγραφα αυτά δεν προκύπτει ότι πράγματι δεν καταβλήθηκαν τα αναγραφόμενα στα έγγραφα ποσά και ότι αυτά εξακολουθούν να οφείλονται. Πέραν τούτου ο εκκαλών κατηγορούμενος διαβεβαίωσε κατηγορηματικά τον νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσης εταιρείας δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της περί της δυνατότητας πληρωμής των επιταγών και περί της οικονομικής επιφάνειας της κοινοπραξίας, χωρίς να εκφράσει οιαδήποτε επιφύλαξη σχετικά με την δυνατότητα αυτή της κοινοπραξίας προφανώς για να πείσει τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής να δεχθεί τις προαναφερθείσες επιταγές.
Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.) και για το λόγο αυτό απέρριψε ως προς την πράξη αυτή την από αυτόν ασκηθείσα, κατά του αριθμ. 2539/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε, ως προς την πράξη αυτή, αφού το διόρθωσε απαλείφοντας από το αιτιολογικό τη φράση "κατ'εξακολούθηση" το εκκαλούμενο βούλευμα.
Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν εκθέτει με σαφήνεια αν και ποια ζημία υπέστη στην περιουσία της η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΡΘΡΩΣΙΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΙΔΗ ΑΕ - ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΜΠΟΡΙΑ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" από την καθυστέρηση δικαστικής επιδίωξης της αξιώσεώς της, ποσού 98.176 ευρώ, κατά τέσσερις μήνες. Δεν εκθέτει δηλαδή πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι από την καθυστέρηση ασκήσεως αγωγής, σχετικής με την αξίωσή της προς είσπραξη του τιμήματος της πωλήσεως, κατά τέσσερις μήνες, ματαιώθηκε εν όλω ή εν μέρει ή κατέστη καθ'οιονδήποτε τρόπο περισσότερο δύσκολη ή δαπανηρή η επιδίωξή της εξ αιτίας των φερομένων ως απατηλών διαβεβαιώσεων του κατηγορουμένου προς την εγκαλούσα εταιρεία, κατά την παράδοση σ'αυτήν των μεταχρονολογημένων επιταγών, αλλά αναφέρει γενικά ότι από την πράξη της απάτης υπέστη η εγκαλούσα περιουσιακή ζημία ποσού 98.176 ευρώ, ίση δηλαδή προς την άνω αξίωσή της κατά της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΡΓΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΒΟΛΟΥ ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ - IMEC GmbH". Περαιτέρω δεν γίνεται σαφές από το βούλευμα αν με την παράδοση των επίδικων επιταγών απεσβέσθη η απαίτηση της εγκαλούσας εταιρίας, αν δηλαδή συνέτρεξε περίπτωση υποσχέσεως αντικαταβολής ή αν οι επιταγές αυτές παρεδόθησαν χάριν καταβολής, ως πρόσθετη εγγύηση.
Επομένως το προσβαλλόμενο βούλευμα, εξαιτίας των παραπάνω ελλείψεων και ασαφειών ως προς το στοιχείο της ζημίας στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, καθώς και νομίμου βάσεως, γιατί καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της πιο πάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ. Κατά συνέπεια και κατά παραδοχή ως κατ'ουσίαν βασίμων των σχετικών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, αφού η σύνθεσή του από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρα 485 παρ. 1, και 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το 229/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή