Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2461 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Επανάληψη διαδικασίας.




Περίληψη:
Απόρριψη αίτησης επανάληψης της διαδικασίας. "Νέα γεγονότα ή αποδείξεις". Υπεξαίρεση στην υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.




Αριθμός 2461/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πάλλη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 33/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Σάμου).
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Φεβρουαρίου 2009 (αριθμ. πρωτ. 768/27.03.2009) αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 478/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 174/12.05.2009 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Eισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 § 1 περ. 2, 527 § 1,3 και 528 Κ.Π.Δ., ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, την από 26/3/2009 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., με την οποία αυτή ζητάει, την επανάληψη προς το συμφέρον της, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 33/2004 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, που περιοριστικά αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθησαν, νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγούμενως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι, οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες μόνες τους, ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικάσαν δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ'αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφομένη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτατη διαδικασία (ΑΠ 1207/08, ΑΠ 1126/08, ΑΠ 476/2005, ΑΠ 1717/2002).
Στην κρινόμενη υπόθεση, η παραπάνω με αριθμό 33/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου είναι αμετάκλητη, δεδομένου ότι η ασκηθείσα κατ'αυτής αναίρεση απορρίφθηκε με την με αριθμό 105/2006 απόφαση του Δικαστηρίου Σας. Με την απόφαση αυτή του Εφετείου Αιγαίου, η αιτούσα καταδικάσθηκε για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη που συνίσταται στο ότι κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο έως και Φεβρουάριο του έτους 1997, στο ..., όντας υπάλληλος στην οποία είχε ανατεθεί νόμιμα η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα που έλαβε λόγω αυτής της ιδιότητάς της, το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Συγκεκριμένα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, όντας διαχειρίστρια της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) ..., ιδιοποιήθηκε παράνομα το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό των 5.036.518 δραχμών, προερχόμενο από τα υπ'αριθμ. 320/96 και 114/97 χρηματικά εντάλματα της Υπηρεσίας Δημοσιονομικού Ελέγχου (ΥΔΕ) ..., το οποίο (ποσό ) έλαβε λόγω της ως άνω ιδιότητάς της και δεν το απέδωσε, όπως όφειλε, στη ΔΟΥ ..., αλλά το κατακράτησε και το ενσωμάτωσε στη περιουσία της χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο.
Το δικαστήριο στην καταδικαστική για την αιτούσα κρίση του, κατέληξε, βασισθέν στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ..., ..., ..., ... και ..., καθώς και στα έγγραφα που μνημονεύονται στο σκεπτικό της αποφάσεως. Η αιτούσα διατείνεται ότι ουδεμία αξιόποινη πράξη διέπραξε, ουδέν ποσόν υπεξήρεσε και ότι δεν προκύπτει με σαφήνεια το πότε προέκυψε το έλλειμα καθόσον δεν έγινε παράδοση και παραλαβή της διαχείρησης όταν ανέλαβε τα καθήκοντά της το έτος 1994 και ως νέο γεγονός και απόδειξη για την ευδοκίμηση της αιτήσεώς της, προσκομίζει το πόρισμα της διενεργηθείσης συμπληρωματικής έρευνας, με αριθμό ΕΜΠ ..., της οικονομικής επιθεωρήτριας ... Σύμφωνα μ'αυτό τα χρηματικά ποσά των 3.689.482 του με αριθμό 320/1996 εντάλματος και των 1.347.036 δρχ. του με αριθμό 114/1997 εντάλματος, που αφορούσαν επιστροφές φόρων και τελών το πρώτο και πληρωμή εκλογικής αποζημίωσης των δικαστικών αντιπροσώπων το δεύτερο πληρώθηκαν στους δικαιούχους τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 1996 αντίστοιχα. 'Όμως σε άλλη χρονική στιγμή στη χρηματική διαχείριση του Δημοσίου εμφανίσθηκε ισόποσο έλλειμμα για το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 56 του Ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού" ευθύνεται ο υπόλογος που ήταν η αιτούσα την επανάληψη της διαδικασίας (βλ. σχετικό πόρισμα).
Από τ'ανωτέρω εκτεθέντα, συνάγεται ότι τα διαλαμβανόμενα στο πόρισμα αυτό, ως νέα γεγονότα, είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο δικαιολογούντα την αιτουμένη επανάληψη της διαδικασίας, αφού καθίσταται φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι η αιτούσα δεν υπεξήρεσε τα χρηματικά ποσά των δύο αυτών ενταλμάτων όπως δέχθηκε η πιο πάνω απόφαση, δεδομένου ότι αυτά είχαν ήδη καταβληθεί στους δικαιούχους από του έτους 1996. Βέβαια από τον έλεγχο των αποτελεσμάτων της διαχείρισης της αιτούσας διαπιστώθηκε η ύπαρξη ελλείμματος, αυτό όμως ενόψει των συμπερασμάτων της συμπληρωματικής έρευνας, δεν αφορά τα χρηματικά ποσά των ενταλμάτων τα οποία κατηγορήθηκε ότι υπεξήρεσε. Αποδόθηκε δε σ'αυτήν πειθαρχικά ή πρόκληση του ελλείμματος για το λόγο ότι αυτή ήταν εκ του νόμου υπόλογος όταν ανακαλύφθηκε αυτό, χωρίς να δύναται να βεβαιωθεί πότε δημιουργήθηκε και ποιών χρηματικών ενταλμάτων έγινε η ιδιοποίηση, αφού όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν εγένετο παράδοση και παραλαβή όταν ανέλαβε τα καθήκοντά της (βλ. το από 18-11-2002 πρακτικό συνεδρίασης του Β' Υπηρεσιακού Συμβουλίου). Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει κατ'ουσίαν δεκτή, να ακυρωθεί η με αριθμό 33/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος της αιτούσας για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λόγω παραγραφής, σύμφωνα με τα άρθρα 111-113 ΠΚ και 370 Β Κ.Π.Δ., δεδομένου ότι από την τέλεση, της σε βαθμό πλημμελήματος τιμωρουμένης αυτής πράξεως παρήλθε 8ετία και πλέον.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
1) Να γίνει δεκτή η από 26/3/2009 αίτηση της Χ για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 33/2004 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου,
2) Να ακυρωθεί η απόφαση αυτή και
3) Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος της ανωτέρω για υπεξαίρεση στην υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στο ... τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 1997.
Αθήνα 2 Απριλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και του πληρεξουσίου δικηγόρου της αιτούσας και έπειτα αποχώρησαν,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που διέπραξε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Εξ άλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, μεταξύ των οποίων και η καταδίκη από το Τριμελές Εφετείο, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα. Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου η υπ' αριθμ. 768/27/3/2009 αίτηση της Χ, για επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 33/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (που δίκασε στην μεταβατική έδρα Σάμου), που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της ασκηθείσας κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αριθμ. 105/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, η αιτούσα είχε καταδικασθεί για το αδίκημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, σε ποινή φυλάκισης δύο(2), η οποία ανεστάλη επί τριετία. Η κρινόμενη αίτηση, με την οποία η αιτούσα επικαλείται ως νέες αποδείξεις την υπ' αριθμ. πρωτ. ... συμπληρωματική έρευνα της οικονομικής επιθεωρήτριας ..., της Δ/νσης Οικον. Επιθ/σης ..., του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, και την 158/2002 αθωωτική απόφαση του Β' Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, και ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον της, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 εδ. 2 του ΚΠΔ, διότι αποκαλύφθηκαν νέες άγνωστες στους δικαστές που την δίκασαν αποδείξεις, από τις οποίες προκύπτει η αθωότητα της, νομίμως κατατέθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και παραδεκτά εισάγεται στο Δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο), είναι δε παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί και ουσιαστικά. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το διατακτικό της παραπάνω απόφασης η αιτούσα κηρύχθηκε ένοχη του ότι " κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως και Φεβρουάριο του έτους 1997, στο ..., όντας υπάλληλος στην οποία είχε ανατεθεί νόμιμα η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα που έλαβε λόγω αυτής της ιδιότητάς της, το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, όντας διαχειρίστρια της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) ..., ιδιοποιήθηκε παράνομα το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό των 5.036.518 δραχμών, προερχόμενο από τα υπ' αριθμ. 320/1996 και 114/1997 χρηματικά εντάλματα της Υπηρεσίας Δημοσίου Ελέγχου (ΥΔΕ) ..., το οποίο (ποσό) έλαβε λόγω της ως άνω ιδιότητας της και δεν το απέδωσε, όπως όφειλε, στη ΔΟΥ ..., αλλά το κατακράτησε και το ενσωμάτωσε στην περιουσία της χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο". Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της ως άνω 33/2004 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων στο ακροατήριο αυτού ήταν και 1) η υπ' αριθμ. ... πορισματική έκθεση του Οικονομικού Επιθεωρητή ..., της Οικονομικής Επιθεώρησης Βορείου Αιγαίου του Υπουργείου Οικονομικών, σύμφωνα με την οποία διαπιστώθηκε έλλειμμα μετρητών στη διαχείριση της ΔΟΥ ... στην οποία ήταν διαχειρίστρια η αιτούσα συνολικού ποσού 5.036.518 δραχμών (και συγκεκριμένα ποσού 3.689.482 δρχ. τον Ιανουάριο 1997 και ποσού 1.347.036 δρχ. τον Φεβρουάριο 1997), και 2) Πρακτικό συνεδρίασης του Β' Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομικών της 18/11/2002. Στην προσκομιζόμενη με επίκληση από 24/10/2008 νέα συμπληρωματική έκθεση της Οικονομικής Επιθεωρήτριας του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών ..., που διενεργήθηκε κατόπιν αιτήσεως της ως άνω καταδικασθείσας και φέρεται από αυτήν ως "νέο στοιχείο-απόδειξη", αναφέρεται ότι "τα ποσά που αντιστοιχούν στα επίδικα χρηματικά εντάλματα 320/1996, ποσού 3.689.482 δρχ. και 114/1997, ποσού 1.347.036 δρχ., έχουν καταβληθεί στους δικαιούχους αυτών, με την δημιουργία αντίστοιχων αντιτίμων. Όμως σε άλλη χρονική στιγμή στη χρηματική διαχείριση του Δημοσίου εμφανίστηκε ισόποσο έλλειμμα. Το χρονικό διάστημα που δημιουργήθηκε το έλλειμμα αυτό διαχειρίστρια-υπόλογος της ΔΟΥ ήταν η Χ, στην οποία καταλογίστηκε το πιο πάνω έλλειμμα της διαχείρισης, επειδή ήταν υπόλογος το χρονικό διάστημα που δημιουργήθηκε". Η ως άνω νέα συμπληρωματική έκθεση είναι "νέο στοιχείο", κατά την έννοια της αναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 525 του ΚΠΔ, που ήταν άγνωστο στους δικαστές του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, αλλά κατά το περιεχόμενο της, είτε μόνη είτε σε συνδυασμό προς τις προσκομισθείσες αποδείξεις ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, δεν καθιστούν φανερό ότι η αιτούσα καταδικάστηκε άδικα για το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αφού η συμπληρωματική αυτή έκθεση δεν κρίνεται πειστική, διότι δεν είναι αναλυτική ούτε αιτιολογημένη, όπως η πολυσέλιδη, αναλυτική και αιτιολογημένη έκθεση του έτους 2000 του Επιθεωρητή ... που προσκομίσθηκε, αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά απεναντίας είναι ασαφής, αόριστη και αναιτιολόγητη, αφού, ενώ αναφέρει, και μάλιστα χωρίς να προσδιορίζει χρονικά, ότι τα ποσά που αντιστοιχούν στα δύο χρηματικά εντάλματα έχουν καταβληθεί στους δικαιούχους αυτών, υπονοούσα ότι δεν υπεξαιρέθηκαν από την ως άνω υπάλληλο (στην οποία όμως και αυτή καταλογίζει ισόποσο έλλειμμα στη χρηματική διαχείριση του Δημοσίου, αλλά σε άλλη χρονική στιγμή), δεν διευκρινίζει με ποια στοιχεία κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, το οποίο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την προαναφερθείσα έκθεση του Επιθεωρητή ... Περαιτέρω, αναφορικά με την 158/2002 αθωωτική απόφαση του Β' Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, που η αιτούσα προσκομίζει και επικαλείται ως "νέα απόδειξη" και σύμφωνα με την οποία "κηρύχθηκε αθώα από πειθαρχικής πλευράς των αποδοθέντων σ' αυτήν πειθαρχικών παραπτωμάτων της παράβασης καθήκοντος, της χαρακτηριστικώς ανάξιας διαγωγής εντός της υπηρεσίας και της αμέλειας και ατελούς εκπλήρωσης του καθήκοντος", από τα πρακτικά της ως άνω απόφασης του Εφετείου Αιγαίου προκύπτει ότι η αθωωτική αυτή απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου αναγνώσθηκε, στο ακροατήριο του δικαστηρίου, μεταξύ των λοιπών αναγνωσθέντων εγγράφων, απετέλεσε αντικείμενο ελέγχου και αξιολογήθηκε από αυτό, ενώ και η ίδια η αιτούσα, απολογουμένη ενώπιον του δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του, κατέστησε γνωστό σ' αυτό ότι πέρασε πειθαρχικό και αθωώθηκε. Ως εκ τούτου δεν πρόκειται για "νέο γεγονός ή απόδειξη", άγνωστο στους δικάσαντες δικαστές, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αιτούσα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο επικαλούμενος λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι αβάσιμος, και η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 768/27/3/2009 αίτηση της Χ περί επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 33/2004 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου(Μεταβατική έδρα Σάμου). Και Επιβάλλει στην αιτούσα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή