Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1028 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Επικαρπία, Κληρονομία .




Περίληψη:
Περιτετμημένη επικαρπία. Πότε γίνεται λόγος γι΄ αυτήν. Δεύτερο καταπίστευμα, που απαγόρευσε ο νόμος με ποινή ακυρότητας του, δεν συνιστά η περίπτωση του υποκατάστατου του καταπιστευματοδόχου, όταν δηλαδή ο διαθέτης ορίζει το πρόσωπό, στο οποίο θα περιέλθει η κληρονομιά, αν ο καταπιστευματοδόχος εκπέσει πριν από κάθε αποδοχή του καταπιστεύματος.




Αριθμός 1028/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. χήρας Κ. Μ., το γένος Κ. Τ., η οποία δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό ο δικηγόρος Σπυρίδων Μαύρος δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον Ι. Μ., κάτοικο ..., ο οποίος συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο βάσει πληρεξούσιου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Σ. του Π., 2)Σ. Σ. του Π., 3)Μ. συζ. Π. Σ., το γένος Κ. Μ. και 4)Ε. συζ. Ι. Μ., το γένος Κ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιούμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: 1)από 15/5/2008 αγωγή των ήδη τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων, 2)από 20/6/2008 αγωγή της ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, 3)από 26/2/2009 αγωγή της Ε. Μ., που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, και 4)από 10/4/2009 αγωγή της αρχικής αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 176/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 170/2011 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 29/9/2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 6/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και ειδικότερα, στις 4.4.2012, πέθανε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Μ. χήρα Κ. Μ., το γένος Κ. και Β. Τ. Ο Ι. Μ. του Φ., ως μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος της, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τον ίδιο έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσιβλήτους, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του Σπυρίδωνος Μαύρου, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε νόμιμα το θάνατο της πιο πάνω άμεσης δικαιοπαρόχου του και την εκούσια στο όνομά της επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.
ΙΙ. Με το άρθρο 1923 ΑΚ καθιερώθηκε το καθολικό καταπίστευμα και ορίστηκε, ότι ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο όπως από ορισμένου γεγονότος ή χρονικού σημείου παραδώσει την απ'αυτόν αποκτηθείσα κληρονομία ή ποσοστό της σε άλλο (καταπιστευμαδόχο) και ότι τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί να επιβληθεί στον καταπιστευματοδόχο - απαγορεύει δηλαδή το κληρονομικό καταπίστευμα πέραν του πρώτου βαθμού-. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1166, 1167, 1800 παρ.2, 1801, 1829 και 173 ΑΚ προκύπτει, ότι, αν ο διαθέτης καταλίπει ολόκληρη ή μέρος της επικαρπίας στον ένα κληρονόμο και την ψιλή κυριότητα σε άλλο κληρονόμο, εφαρμόζεται, στην περίπτωση αυτή, η ΑΚ 1829, αφού η κατάλειψη μόνο της επικαρπίας (ή μόνο της ψιλής κυριότητας) αποτελεί περιορισμό της νόμιμης μοίρας και ο κληρονόμος που εγκαταστάθηκε λ.χ. μόνο στην επικαρπία, αφού καλύψει το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του κατ'εφαρμογή της ΑΚ 1829, ως προς το υπερβάλλον εγκαθίσταται ως πλήρης κληρονόμος στην επικαρπία, εκτός αν παραιτήθηκε του δικαιώματος νόμιμης μοίρας ως προς το ελλείπον και να λάβει, έτσι, μόνο ό,τι έχει καταληφθεί με τη διαθήκη (Ολ.ΑΠ 935/1975 ΝοΒ 23.1267). Προκύπτει, επίσης, ότι μόνο ο διαχωρισμός μεταξύ επικαρπίας και ψιλής κυριότητας, με τη μεταβίβαση σε άλλον της επικαρπίας και σε άλλο της ψιλής κυριότητας, δεν αρκεί για την παραδοχή ότι ο κληρονόμος της επικαρπίας έχει εγκατασταθεί με τον περιορισμό της ΑΚ 1923 παρ.2, της σύστασης δηλαδή κληρονομικού καταπιστεύματος πρώτου βαθμού σε βάρος του επικαρπωτή και υπέρ του ψιλού κυρίου, αν δεν υπάρχει εκφρασμένη σαφώς τέτοια βούληση του διαθέτη.
Συνεπώς, το Εφετείο, με το να δεχθεί όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, επί της ένδικης - από 10.4.2009- αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας ενάγουσας, για την ακυρότητα της με αριθμό .../1975 δημόσιας διαθήκης του Κ. Μ., ότι "η διάταξη της επίμαχης διαθήκης, με την οποία ο διαθέτης Κ. Μ. όρισε, ότι η ψιλή κυριότητα των ακινήτων της κληρονομίας του, την οποία καταλείπει στο γιό του, Π. Μ., να περιέλθει, μετά το θάνατο του τελευταίου, στα τέκνα του εν λόγω κληρονόμου του και, αν δεν υπάρχουν, στα τέκνα των δύο θυγατέρων του - του διαθέτη- συνιστά σαφώς κληρονομικό καταπίστευμα πρώτου βαθμού (είναι δε - η διάταξη αυτή-) έγκυρη, παρά το γεγονός ότι την επικαρπία των παραπάνω ακινήτων κατέλιπε με τη διαθήκη του στην (ήδη αναιρεσείουσα) σύζυγό του και στα ανωτέρω τρία τέκνα του κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, αφού (δέχτηκε με σαφήνεια, ότι) με την τελευταία αυτή διάταξη δεν συστάθηκε (σε βάρος των επικαρπωτών συζύγου του διαθέτη και δύο θυγατέρων του) κληρονομικό καταπίστευμα πρώτου βαθμού, ώστε εκείνο που επιβλήθηκε στον (γιό του διαθέτη) Π. Μ. ως προς την ψιλή κυριότητα να είναι δεύτερο και, επομένως, απαγορευμένο και άκυρο", δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και γι'αυτό ο πρώτος και τέταρτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό την επίκληση της πλημμέλειας αυτής, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Η περιλαμβανόμενη στον τέταρτο αναιρετικό λόγο αιτίαση, επίσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την οποία η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο, γιατί, με το να δεχθεί, ότι δεν είναι άκυρη η διάταξη της διαθήκης, ότι "...μετά το θάνατο ενός εκ των τέκνων (του διαθέτη) το μερίδιον τούτου επί της επικαρπίας να περιέρχηται εις τα επιζώντα έτερα τέκνα τ(ου), μετά δε το θάνατο του τελευταίου τέκνου τ(ου), τότε η επικαρπία της ακινήτου περιουσίας του, να περιέρχηται εις τα τέκνα αυτών, ωσαύτως κατ'ισομοιρίαν..." και ως προς το πέραν του ποσοστού της νόμιμης μοίρας της (1/8 εξ αδιαιρέτου) και του 1/4 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας επί όλης της ακίνητης κληρονομιαίας περιουσίας που αναγνωρίσθηκε σ'αυτήν από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή της άνω - από 10.4.2009 - αγωγής της, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1167 και 1168 ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, η επικαρπία αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή και επιστρέφει στον ψιλό κύριο εξ ιδίου δικαίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού προβάλλεται από τη σύζυγο του διαθέτη αναιρεσείουσα χωρίς έννομο συμφέρον, δεδομένου ότι αυτή δεν προσδοκά κανένα άλλο ατομικό όφελος - πέραν, δηλαδή, του, κατά τα άνω, εις αυτήν επιδικασθέντος - από την προβαλλόμενη ακυρότητα της διάταξης αυτής της διαθήκης.
ΙΙΙ. Από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1923 παρ.2 ΑΚ, που απαγορεύει τη σύσταση δεύτερου και περαιτέρω κληρονομικών καταπιστευμάτων, σε συνδυασμό με τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του ίδιου άρθρου προκύπτει, ότι δεύτερο καταπίστευμα, που απαγορεύει ο νόμος με ποινή την ακυρότητα του, είναι αυτό που επιβάλλεται από τον κληρονομούμενο στον καταπιστευματοδόχο, δηλαδή στον κληρονόμο του κληρονόμου του. Εκείνο δηλαδή) που απαγορεύει ο νόμος είναι η δυνατότητα του διαθέτη, αν επέβαλε καταπίστευμα στον κληρονόμο του, υποχρεώνοντας τον να παραδώσει την κληρονομιά σε τρίτον, τον καταπιστευματοδόχο, να επιβάλει στη συνέχεια και δεύτερο καταπίστευμα, υποχρεώνοντας τον τρίτο αυτή τη φορά, ήτοι τον καταπιστευματοδόχο, τον κληρονόμο, δηλαδή f του αρχικού κληρονόμου, να μεταβιβάσει περαιτέρω την κληρονομιά σε άλλο πρόσωπο που καθορίζει και πάλι ο διαθέτης. Δεν εμπίπτει, όμως, στην περίπτωση αυτή και δεν συνιστά δεύτερο καταπίστευμα, η περίπτωση του υποκατάστατου του καταπιστευματοδόχου, όταν δηλαδή ο διαθέτης ορίζει το πρόσωπο, στο οποίο θα περιέλθει η κληρονομιά, αν ο καταπιστευματοδόχος εκπέσει πριν από κάθε αποδοχή του καταπιστεύματος, αφού, τότε, δεν έχει περιέλθει σ' αυτόν η κληρονομιά, δεν έχει καταστεί ο ίδιος καταπιστευματοδόχος και, συνεπώς, ο μετ' αυτόν, για την περίπτωση της έκπτωσης του πριν την αποδοχή του καταπιστεύματος, οριζόμενος, είναι ο πρώτος καταπιστευματοδόχος, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για υποκατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 1809 ΑΚ, η οποία, ενόψει και των διατάξεων του άρθρου 1940 ΑΚ, επιτρέπεται. Τέτοια περίπτωση είναι και εκείνη που ο διαθέτης καταλείπει την κληρονομιά του στο γιο του και ορίζει να περιέλθει, μετά το θάνατο του γιου του, στα τέκνα του τελευταίου και, αν πεθάνει άτεκνος, στα τέκνα των θυγατέρων του. Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι η διάταξη της παραπάνω διαθήκης, για την περιέλευση της ψιλής κυριότητας της κληρονομιάς, αν ο κληρονόμος Π. Μ. πεθάνει άτεκνος - όπως και, κατά τις παραδοχές των διαδίκων, συνέβη - στα τέκνα της αδελφής του, δεν συνιστά δεύτερο καταπίστευμα και ότι δεν είναι, για ΤΟ λόγο αυτό, άκυρη, σωστά τις άνω διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ίδιων διατάξεων, και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμησή του, από τους αριθμούς 1 και 19 - και όχι μόνο από τον αριθμό 19 - του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
V. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1142 ΑΚ, η καθολικότητα των εξουσιών χρήσης και κάρπωσης του πράγματος, ως στοιχείο της έννοιας της επικαρπίας, το οποίο υφίσταται όταν οι εξουσίες αυτές περιλαμβάνουν τη δυνατότητα απεριόριστης χρήσης και κάρπωσης, δεν αναιρείται, αν με τη συστατική πράξη έχουν εξαιρεθεί υπέρ του κυρίου ή τρίτου ορισμένες εξουσίες πάνω σε ορισμένα επιμέρους ωφελήματα, οπότε γίνεται λόγος για περιτετμημένη επικαρπία, καθόσον και στην περίπτωση αυτή, η επικαρπία τείνει αφηρημένα στο σύνολο των ωφελειών, από τα οποία, όμως, έχουν εξαιρεθεί ορισμένα υπέρ άλλου προσώπου. Και δεν αναιρεί η εν λόγω εξαίρεση την έννοια της καθολικότητας, με περαιτέρω συνέπεια να μην αποκλείεται, παρά την εξαίρεση αυτή, ο χαρακτηρισμός του φορέα των υπόλοιπων εξουσιών ως επικαρπωτή, διότι το στοιχείο της καθολικότητας εισάγεται με τις διατάξεις του παραπάνω άρθρου ως αφηρημένο και όχι ως συγκεκριμένο περιεχόμενο του δικαιώματος της επικαρπίας, προϋπόθεση η οποία αναιρείται, όταν περιεχόμενο του δικαιώματος αυτού είναι η παραχώρηση εξουσιών πάνω σε ορισμένα επιμέρους ωφελήματα που προσδιορίζονται θετικά και όχι και όταν αφαιρούνται ορισμένες εξουσίες που προσδιορίζονται αρνητικά (ΑΠ 561/2010).
Συνεπώς, είναι επικαρπωτής και εκείνος, στον οποίο ο διαθέτης κατέλιπε την επικαρπία ακινήτου του με την επιχείρηση που ασκείται σ' αυτό, αποκλείοντας τον, όμως, υπέρ άλλου συνεπικαρπωτή του, της εξουσίας να αναμειγνύεται στην εν λόγω επιχείρηση, αφού, παρά την αφαίρεση της εν λόγω εξουσίας, αυτός εξακολουθεί να είναι φορέας του αφηρημένου, με την έννοια που προεκτέθηκε, δικαιώματος της επικαρπίας. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας, εφόσον δέχτηκε τα ίδια και ακολούθως απέρριψε την ένδικη - από 10.4.2009- αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ενάγουσας, για αναγνώριση της ακυρότητας της ανωτέρω διαθήκης, καθ'ο μέρος αφέθηκε σε κάθε μία των δύο θυγατέρων της το 1/4 της επικαρπίας του ακινήτου με τη ξενοδοχειακή του μονάδα, που αναφέρει, και στερήθηκαν με τη διαθήκη αυτή της εξουσίας να αναμειγνύονται στην παραπάνω επιχείρηση, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προεκτεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1142 ΑΚ, χωρίς να απαιτήσει περισσότερα στοιχεία ή να αρκεσθεί σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί η διάταξη αυτή, και, επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, με την οποία η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1714 ΑΚ, γιατί το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε, ότι "υπάρχει δήθεν περιτετμημένη επικαρπία", ενώ έπρεπε να δεχθεί, ότι "υπάρχει κληροδοσία επικαρπίας", πρέπει να απορριφθεί , προεχόντως, ως απαράδεκτη, διότι, υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται αποκλειστικά η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.9.2011 αίτηση της Μ. χήρας Κ. Μ. το γένος Κ. και Β. Τ. για αναίρεση της 170/2011 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή