Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 230 / 2015    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Πραγματογνωμοσύνη, Νομίμου βάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων. Πότε η πραγματογνωμοσύνη αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και πρέπει να μνημονεύεται ειδικά μεταξύ των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων. Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας καταδικαστική κατά ιατρών απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια εγκύου, διότι αν και από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι αναγνώστηκαν μεταξύ άλλων και εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, οι πραγματογνωμοσύνες δεν μνημονεύονται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο σε οποιοδήποτε μέρος του σκεπτικού στο σκεπτικό, ούτε από το όλο περιεχόμενο αυτού συνάγεται ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν. Ακόμη, στο σκεπτικό της αποφάσεως υπάρχουν αντιφάσεις, με αποτέλεσμα να στερείται αυτή και νόμιμης βάσεως. Παραγραφή λόγω παρόδου οκταετίας από την τέλεση του εγκλήματος και παύση οριστική της ποινικής διώξεως από τον ’ρειο Πάγο, αφού κρίθηκαν παραδεκτές οι αιτήσεις αναιρέσεως και περιέχουν αυτές λόγους παραδεκτούς, οι οποίοι κρίθηκαν και βάσιμοι.




Αριθμός 230/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Eισηγητή, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Κ. Α. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αικατερίνη Λεβέντη και Γεώργιο Α. και 2) Π. Π. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο για αναίρεση της υπ' αριθ. 888/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Α. Π. του Α., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Παπαστεριόπουλο και 2) Α. Π. του Α., κάτοικο ..., που παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από α) 30 Οκτωβρίου 2014 αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος και β) 3 Νοεμβρίου 2014 μετά των από 19 Ιανουαρίου 2015 προσθέτων λόγων του δευτέρου αναιρεσείοντος, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1147/2014.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι 1) η από 30 Οκτωβρίου 2014 (με αριθ. πρωτ. 7137/2014) του Κ. Α. του Η. και 2) η από 3 Νοεμβρίου 2014 (με αριθ. πρωτ. 7213/2014) του Π. Π. του Θ. μετά του από 19.1.2015 προσθέτου αυτής λόγου, για αναίρεση της 888/2014 καταδικαστικής, ως προς τους αναιρεσείοντες, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών, ποινική ευθύνη ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και που η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Περαιτέρω, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 28 ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διακρίσεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα ανωτέρω δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ. Τέλος, όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά τα λόγο της αμέλειας που επιδείχτηκε από αυτό και εφ' όσον, πάντως, το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και συνεπώς βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό. Αρκεί δε, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως. Τούτο δε γιατί η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, εν αντιθέσει προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί όσον αφορά την αστική ευθύνη.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠοινΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές. Οφείλει, λοιπόν, το Δικαστήριο, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Διαφορετικά, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, και ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης (απλής γνωματεύσεως ή γνωμοδοτήσεως) ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου, το πόρισμά της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 888/2014 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες ιατρούς (και αθώο τον αρχικό συγκατηγορούμενό τους Ι. Π.) ανθρωποκτονίας από αμέλεια της Γ. Π., με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τους καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα, τον καθένα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η Γ. Π. έπασχε από συγγενή δίπτυχη αορτική βαλβίδα και παρακολουθούνταν από το μήνα Αύγουστο του 2002 από τον πρώτο κατηγορούμενο, θεράποντα ιατρό της, καρδιολόγο Ι. Π. του Δ.. Η επόμενη επίσκεψη στο ιατρείο του ανωτέρω καρδιολόγου έγινε στις 7.12.2004 και μετά ένα περίπου χρόνο, η επόμενη επίσκεψη, στις 3.1.2006. Στις 22.2.2006 η ανωτέρω Γ. Π., επισκέφθηκε το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας, επειδή είχε εμφανιστεί ένα εξάνθημα στο πόδι της και επειδή είχε χαμηλά αιμοπετάλια. Παρέμεινε στο νοσοκομείο νοσηλευόμενη για δύο ημέρες, όπου τις έγιναν όλες οι απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις, καθώς και για την ύπαρξη λύκου στο αίμα, που ήταν αρνητική. Το Μάιο του 2006 η ανωτέρω Γ. Π., έμεινε έγκυος και τον Ιούνιο του ίδιου έτους επισκέφθηκε το δεύτερο κατηγορούμενο μαιευτήρα, τον οποίο επέλεξε ως θεράποντα ιατρό της, με την σκέψη ότι αυτός συνεργάζεται τόσο με την Μαιευτική Κλινική "ΑΚΕΣΩ" του Βόλου όσο και με την Κλινική "ΙΑΣΩ" των Αθηνών, η οποία ήταν άρτια οργανωμένη και στην οποία θα μπορούσε να γεννήσει με την βοήθεια του θεράποντα ιατρού της - μαιευτήρα της, εφόσον κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της παρουσιάζονταν κάποιο πρόβλημα, εξ αιτίας της προαναφερόμενης καρδιοπάθειάς της. Για την εγκυμοσύνη της, ενημερώθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος - καρδιολόγος, ο οποίος της συνέστησε να πηγαίνει σ' αυτόν προς εξέταση στις αρχές κάθε τριμήνου της κύησης. Οι επισκέψεις της στον καρδιολόγο έγιναν: την 1.8.2006, στις 9.10.2006 και στις 22.11.2006. Μετά από κάθε επίσκεψή της στον καρδιολόγο, γνωστοποιούσε στο γυναικολόγο της τα αποτελέσματα των εξετάσεων της καρδιάς της, τα οποία και δεν ανησύχησαν τον τελευταίο, διότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον καρδιολόγο, ο τελευταίος τον ενημέρωσε ότι η καρδιά της, παρά τη φυσιολογική επιβάρυνση που επιφέρει η εγκυμοσύνη, λειτουργεί και ανταπεξέρχεται ικανοποιητικά. Το συμπέρασμά του αυτό ο πρώτος κατηγορούμενος - καρδιολόγος το αποτύπωσε εγγράφως στο από 22.11.2006 έγγραφό του με τίτλο "υπερηχοκαρδιογραφικά σχόλια", όπου αναφέρει: "Συμπερασματικά, η συγγενώς δίπτυχος Αορτική Βαλβίδα με την καθ' υπεροχή στένωση αντιρροπείται πλήρως έχοντας διέλθει το κατώφλι του 3ου τριμήνου της κυήσεώς της. Η αύξηση της διαβάθμισης πιέσεως τελευταία είναι άμεσο αποτέλεσμα των αιμοδυναμικών αλλαγών της εγκυμοσύνης". Μολονότι η ανωτέρω Γ. Π. κατά τους δυο τελευταίους μήνες της κύησης παρουσίασε προβλήματα κυρίως με πρήξιμο στα πόδια, εφίδρωση και δύσπνοια τις ώρες της κατάκλισης (...), οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι την διαβεβαίωναν ότι πάνε όλα καλά και ότι αυτά είναι φυσιολογικά συμπτώματα της κύησης. Μάλιστα, όταν η μητέρα της Γ. Π., Α. Π. - μάρτυρας κατηγορίας, επικοινώνησε τηλεφωνικά, κατά το διάστημα μεταξύ Χριστουγέννων 2006 και Πρωτοχρονιάς 2007, με τον πρώτο κατηγορούμενο καρδιολόγο για να του αναφέρει ότι η θυγατέρα της είχε πόνους στην πλάτη, ο τελευταίος την καθησύχασε λέγοντάς της ότι οι πόνοι αυτοί είναι από το βάρος της κοιλιάς. Στις 22.1.2007, η Γ. Π., πήγε με τα πόδια από την οικία της που απείχε μόλις δύο τετράγωνα από την κλινική ΑΚΕΣΩ του Βόλου, όπου είχε προγραμματιστεί από το δεύτερο κατηγορούμενο να γίνει η γέννα με καισαρική τομή. Κατά τη διάρκεια του τοκετού η Γ. Π. παρουσίασε μεγάλη αύξηση της καρδιακής πίεσης και υπέστη κάμψη σε έδαφος συγγενούς καρδιοπάθειας με συμπτώματα πνευμονικού οιδήματος αμέσως μετά την επέμβαση (καισαρική τομή), που ως μόνη ενεργός αιτία επέφερε το θάνατό της (...). Κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας για το θάνατο της ανωτέρω Γ. Π., φέρουν ευθύνη ο δεύτερος και ο τρίτος των κατηγορουμένων, οι οποίοι στο Βόλο στις 22.1.2007 από έλλειψη της προσοχής τους την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και κυρίως λόγω του επαγγέλματός τους, αφού ασκούσαν το επάγγελμα του ιατρού, μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα των πράξεων και παραλείψεών τους και προκάλεσαν το θάνατο της Γ. Π. και ειδικότερα οι προαναφερόμενοι δυο κατηγορούμενοι καίτοι ήταν υπόχρεοι λόγω του επαγγέλματός τους σε ιδιαίτερη προσοχή και επιμέλεια κατά την εκτέλεση των ιατρικών τους καθηκόντων, δεν ενήργησαν σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, οι οποίες συνίστανται: α) στην εκπλήρωση του εγγυητικού τους καθήκοντος διαφυλάξεως της υγείας και της ζωής του ασθενούς (άρθρο 24 α.ν. 1565/1939 περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος) καθώς και σ' ό,τι αφορά το δεύτερο κατηγορούμενο, β) στην υποχρέωση πλήρους και κατανοητής ενημέρωσης της επιτόκου για την πραγματική κατάσταση της υγείας της, το περιεχόμενο της προτεινόμενης ιατρικής πράξης, τους ενδεχόμενους κινδύνους ή επιπλοκές από την εκτέλεσή της και τις εναλλακτικές προτάσεις, ώστε η επίτοκος, έχοντας σχηματίσει πλήρη εικόνα της κατάστασής της, να λαμβάνει αναλόγως αποφάσεις (άρθρο 11 του ν. 3418/2005), αλλά υπέπεσαν στα ακόλουθα ιατρικά σφάλματα, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο της ανωτέρω Γ. Π.. Πιο συγκεκριμένα: A) ο δεύτερος κατηγορούμενος, Π. Π. του Θ., γυναικολόγος ιατρός, ο οποίος είχε αναλάβει εξ αρχής την παρακολούθηση της εγκυμοσύνης της Γ. Π., αν και τελούσε εν γνώσει της ανωτέρω σοβαρής καρδιοπάθειάς της, δεδομένου ότι ήταν ενήμερος για τις σχετικές καρδιολογικές εξετάσεις (καρδιογραφήματα, υπερηχοκαρδιογραφήματα), στις οποίες την είχε υποβάλει ο πρώτος κατηγορούμενος, επέτρεψε τη συνέχιση της εγκυμοσύνης της, υπό συνθήκες μιας συνήθους εγκυμοσύνης και την ολοκλήρωση του τοκετού της στην προαναφερόμενη ιδιωτική κλινική που δεν διέθετε ούτε καν καρδιολόγο, πολύ δε περισσότερο μονάδα εντατικής θεραπείας και διαθέσιμο καρδιοχειρουργό, χωρίς μάλιστα να έχει ενημερώσει προηγουμένως την επίτοκο για τους κινδύνους που ελλοχεύανε για την πρόκληση καρδιακής ανεπάρκειας από τη συνέχιση και την ολοκλήρωση μιας τέτοιας εγκυμοσύνης, που από τον ίδιο είχε κριθεί, αρχικά, ως υψηλού κινδύνου, αν και γνώριζε σύμφωνα με τα στοιχειώδη δεδομένα της ιατρικής επιστήμης, ότι με την πρόοδο της κύησης αυξάνεται η καρδιακή πίεση, λίαν επιβαρυντικό δεδομένο για την υγεία επιτόκου με σοβαρή στένωση αορτικής βαλβίδας, όπως ήταν η Γ. Π. (θανούσα). Εάν, όμως, επιδείκνυε την επιμέλεια ενός μέσου συνετού ιατρού γυναικολόγου, θεράποντος της ίδιας επιτόκου, θα έπρεπε να είχε σε προγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα πριν τη συμπλήρωση του εννεαμήνου και μετά τη συμπλήρωση επταμήνου, (προβεί) στη διενέργεια καισαρικής τομής, προκειμένου να γεννηθεί το βιώσιμο τέκνο της υπό συνθήκες αυξημένης μεν πλην, όμως, όχι στο μέγιστο βαθμό καρδιακής πίεσης, σε συνεργασία με καρδιοχειρουργό σε οργανωμένη νοσοκομειακή μονάδα, διαθέτουσα μονάδα εντατικής θεραπείας και καρδιοχειρουργικό τμήμα ή έστω δυνατότητα καρδιοχειρουργικής υποστήριξης, προκειμένου να προληφθεί και να αντιμετωπιστεί με διορθωτική επέμβαση το ενδεχόμενο επιπλοκών στην καρδιακή της λειτουργία κατά και αμέσως μετά τον τοκετό. Απότοκη της ρηθείσας παράλειψης του δευτέρου κατηγορουμένου ήταν η εμφάνιση λίαν αυξημένης καρδιακής πίεσης κατά τον τοκετό της Γ. Π., η οποία εντεύθεν υπέστη κάμψη σε έδαφος συγγενούς καρδιοπάθειας με συμπτώματα πνευμονικού οιδήματος αμέσως μετά την επέμβαση (κατά τη διάρκεια συρραφής της τομής), το οποίο ενόψει της διενέργειας του τοκετού της στη μη διαθέτουσα, κατά τα προαναφερόμενα, επαρκή υποδομή για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου περιστατικού ιδιωτική κλινική στο Βόλο, επέφερε το θάνατό της. Β) Ο τρίτος κατηγορούμενος Κ. Α. του Η., ιατρός και επιληφθείς αναισθησιολόγος στον τοκετό της Γ. Π., όντας υπόλογος για οτιδήποτε συμβεί κατά τη διάρκεια της αναισθησίας - της ευθύνης του δυναμένης να αφορά πράξεις ή παραλείψεις του είτε κατά την προαναισθητική επίσκεψη και προαναισθητική αγωνή είτε της εισαγωγής στην αναισθησία και στη διατήρηση της αφύπνισης είτε στην ανάνηψη και στην μετεγχειρητική περίοδο, από έλλειψη προσοχής που όφειλε λόγω της ιδιότητάς του και μπορούσε λόγω της εγνωσμένης εμπειρίας του να καταβάλει δεν αξιολόγησε ορθώς την επικινδυνότητα του τοκετού της ανωτέρω επιτόκου ως καρδιοπαθούς, πάσχουσας από συγγενή δίπτυχη αορτική βαλβίδα, και ανέλαβε κατά την επέμβαση του τοκετού αυτής να ενεργήσει και ενήργησε (στην τελευταία) οσφυϊκή επισκληρίδιο αναισθησία, κατά παρέκκλιση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, παραβλέποντας τους κινδύνους που αυτή ενέχει για επιτόκους πάσχουσες από στένωση αορτικής βαλβίδος, όπως ήταν η Γ. Π., καθόσον λόγω της αγγειοδιαστολής και της αρνητικής δράσης των, κατά το τρίτο στάδιο του τοκετού παρασχεθέντων αγγειοσυσπαστικών και μητροσυσπαστικών φαρμάκων (όπως φαινυλεφρίνης και οξυτοκίνης) και υγρών, επιβαρύνθηκε μοιραία η ήδη προβληματική καρδιακή λειτουργία της Γ. Π. καθόσον προκλήθηκε ελάττωση της οξυγόνωσης του αίματός της και αύξηση της πίεσης της καρδιάς με αιτιώδη συνέπεια εξαιτίας της ούτως ενεργηθείσης αναισθησίας (ως ισοδύναμου όρου) να αναπτύξει η Γ. Π., ως έγκυος με σοβαρή αορτική στένωση, συμπτώματα πνευμονικού οιδήματος, από το οποίο προήλθε ο αιφνίδιος θάνατός της αμέσως μετά το πέρα της επέμβασης. Αντίθετα, ο εν λόγω κατηγορούμενος όφειλε και μπορούσε να ακολουθήσει, στη συγκεκριμένη περίπτωση καισαρικής τομής τη χορήγηση γενικής αναισθησίας, η οποία ενδείκνυται ως ασφαλέστερη για την αποφυγή καρδιακών επιπλοκών σε επίτοκο με στένωση αορτικής βαλβίδας, καθόσον με τη χορήγηση ναρκωτικών και πτητικών αναισθητικών σε μικρές δόσεις και με ελεγχόμενο, αερισμό, μπορεί να διατηρηθεί η φλεβική επιστροφή και η πλήρωση της αριστερής κοιλίας καθώς και η επαρκής οξυγόνωση του αίματος με τη χρησιμοποίηση μηχανικού αερισμού με υψηλή συγκέντρωση οξυγόνου και κατά συνέπεια δύνανται να βελτιωθούν οι καρδιοπνευμονικές επιδόσεις. Εξάλλου και σε κάθε περίπτωση, ο τρίτος κατηγορούμενος, όφειλε και μπορούσε με την ιδιότητα του έμπειρου αναισθησιολόγου - ο οποίος επελήφθη της μεθόδου αναισθησίας κατά τον τοκετό της Γ. Π. εν γνώσει του βαθμού στένωσης της αορτικής βαλβίδας της (γνώση των υπερηχοκαρδιογραφικών σχολίων του πρώτου κατηγορούμενου), λίγες ημέρες πριν από την προγραμματισμένη ημέρα του τοκετού της κατόπιν σχετικής ενημέρωσης και από το δεύτερο κατηγορούμενο - να είχε επιδιώξει πλήρη προηγούμενη ενημέρωση και συνεργασία με αμφότερους τους ανωτέρω συγκατηγορούμενούς του και ιδιαίτερα με τον πρώτο εξ αυτών θεράποντα καρδιολόγο της θανούσας και εν συνεχεία να εξασφαλίσει σε συνεργασία με το δεύτερο εξ αυτών - γυναικολόγο της - τη διενέργεια του τοκετού και της αφορώσης τον ίδιο αναισθησίας σε πλήρως συγκροτημένο νοσηλευτικό ίδρυμα, που θα διέθετε μονάδα εντατικής θεραπείας ή (και) καρδιοχειρουργικό τμήμα ή έστω δυνατότητα καρδιοχειρουργικής υποστήριξης, έτσι ώστε να υπήρχε η δυνατότητα άμεσης και αποτελεσματικής αντιμετώπισης ενδεχόμενης σοβαρής καρδιακής επιπλοκής, όπως ήταν η μεγάλη αύξηση της καρδιακής πίεσης και το συνακόλουθο πνευμονικό οίδημα, που υπέστη η Γ. Π., αμέσως μετά την ανωτέρω καισαρική τομή, δεδομένου ότι η προαναφερόμενη ιδιωτική κλινική ΑΚΕΣΩ, στην οποία διενεργήθηκε ο ανωτέρω τοκετός, διέθετε νοσηλευτική και υλικοτεχνική υποστήριξη συνηθισμένων (απλών) περιστατικών τοκετού (φυσιολογικού ή και με καισαρική τομή) και όχι ιδιάζουσας βαρύτητας και επικινδυνότητας, όπως ήταν το συγκεκριμένο περιστατικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις εκδηλώθηκαν τα έντονα συμπτώματα της αυξημένης καρδιακής πίεσης και του πνευμονικού οιδήματος, οι προαναφερόμενοι δυο κατηγορούμενοι αισθανόμενοι ότι δεν μπορούν οι ίδιοι να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, κάλεσαν σε βοήθεια ιδιώτη ιατρό καρδιολόγο, καθώς και ασθενοφόρο για τη μεταφορά της ασθενούς στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Βόλου. Ήταν, όμως, αργά καθόσον η ανωτέρω Γ. Π., εξέπνευσε κατά τη μεταφορά της στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου.
Για τους λόγους αυτούς, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, ο δεύτερος και ο τρίτος των κατηγορουμένων, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι ανθρωποκτονίας από αμέλεια της Γ. Π., αφού στο Βόλο στις 22.1.2007, από έλλειψη της προσοχής τους, την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις, αλλά που κυρίως λόγω του επαγγέλματος τους, ως ιατρών, μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα των πράξεων και παραλείψεών τους, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν το θάνατο της Γ. Π.". Δέχθηκε, ακόμη, στο απαλλακτικό, για τον καρδιολόγο ιατρό Ι. Π., σκεπτικό, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα, που αφορούν, όμως, και τους αναιρεσείοντες που καταδικάσθηκαν: "...Περαιτέρω από όλους τους μάρτυρες αποδείχτηκε ότι η αύξηση της πίεσης κατ' εκείνο το χρονικό σημείο(89%) ήταν φυσιολογική και αναμενόμενη ότι το αντίθετό της θα ήταν ανησυχητικό. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι είναι αναμφισβήτητος κανόνας της ιατρικής ότι από το χρονικό αυτό σημείο και μετά η πίεση αυτή μειώνεται και δεν αυξάνεται. Από κανένα δε στοιχείο δεν αποδείχτηκε κανόνας της ιατρικής τέχνης και επιστήμης ότι έγκυος με τους δείκτες της αορτικής στένωσης που παρουσίαζε η Γ. Π. επιβάλλεται να γεννήσει σε δευτεροβάθμια Νοσοκομειακή μονάδα. Η ίδια η πραγματογνώμονας Κ. Τ. σημειώνει "η διαπίστωση της ήπιας και καλώς αντιρροπούμενης αορτικής στένωσης επέτρεπε την περάτωση του τοκετού με ασφάλεια σε κλινική που μπορεί να αντιμετωπίζει συνήθεις επιπλοκές". ... Ακόμη δεν αποδείχτηκε ότι κατά τη διάρκεια του τοκετού στο μαιευτήριο οφείλει να παρευρίσκεται καρδιολόγος προκειμένου να υποβάλει την επίτοκο αμέσως μετά τον τοκετό σε χειρουργική αποκατάσταση της βαλβίδας. Μια τέτοια λειτουργία ...δεν είναι δυνατή κατά τη φάση αυτή, όταν η έγκυος μόλις έχει υποβληθεί σε καισαρική τομή...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 302 παρ. 1, 28 και 15 του ΠΚ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και να στερείται η απόφαση νόμιμης βάσεως. Συγκεκριμένα: α) Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, κατά την προδικασία διατάχθηκαν τρεις πραγματογνωμοσύνες και συντάχθηκαν οι από 4.5.2009, 5.5.2009 και 5.5.2009 εκθέσεις του ιατρού καρδιολόγου Θ. Κ., της μαιευτήρα - γυναικολόγου Κ. Τ. και του ιατρού αναισθησιολόγου Ι. Μ., αντιστοίχως. Οι εκθέσεις αυτές, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως (σελ. 41 - 42), αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Όμως, στο σκεπτικό γίνεται μνεία μόνο της εκθέσεως της Κ. Τ.. Οι άλλες εκθέσεις, παρά το ότι, όπως αναφέρθηκε, αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, δεν μνημονεύονται ούτε στο προοίμιο ούτε σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του σκεπτικού και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική, για τους αναιρεσείοντες, κρίση του, έλαβε και αυτές υπόψη και τις συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Μάλιστα, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Κ. Α., αναισθησιολόγο, ενώ δέχεται ότι αυτός όφειλε να χορηγήσει στη θανούσα γενική αναισθησία και όχι να ενεργήσει σ` αυτήν οσφυϊκή επισκληρίδιο αναισθησία, καταλήγει, δηλαδή, σε συμπέρασμα αντίθετο με την έκθεση του πραγματογνώμονα αναισθησιολόγου Ι. Μ. (ο οποίος γνωμοδοτεί ότι η επιλογή της επισκληριδίου ως αναισθησιολογικής τεχνικής για το συγκεκριμένο περιστατικό είναι ορθή), δεν αιτιολογεί την αντίθετη προς την πραγματογνωμοσύνη κρίση του. β) Ενώ στο σκεπτικό (σελ. 63 - 64) δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες έπρεπε να είχαν επιδιώξει τη διενέργεια του τοκετού σε πλήρως συγκροτημένο νοσηλευτικό ίδρυμα, που θα διέθετε μονάδα εντατικής θεραπείας ή (και) καρδιοχειρουργικό τμήμα ή έστω δυνατότητα καρδιοχειρουργικής υποστήριξης, σε άλλο σημείο του σκεπτικού, που αφορά την απαλλαγή του καρδιολόγου (σελ. 68), δέχεται, αντιφατικά, ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε κανόνας της ιατρικής τέχνης και επιστήμης ότι έγκυος με τους δείκτες της αορτικής στένωσης που παρουσίαζε η θανούσα επιβάλλεται να γεννήσει σε δευτεροβάθμια Νοσοκομειακή μονάδα. γ) Ενώ δέχεται (σελ. 62 πρακτικών) ότι ο αναιρεσείων μαιευτήρας "γνώριζε σύμφωνα με τα στοιχειώδη δεδομένα της ιατρικής επιστήμης, ότι με την πρόοδο της κύησης αυξάνεται η καρδιακή πίεση, λίαν επιβαρυντικό δεδομένο για την υγεία επιτόκου με σοβαρή στένωση αορτικής βαλβίδας" και ότι "απότοκη της ρηθείσας παράλειψης του δευτέρου κατηγορουμένου ήταν η εμφάνιση λίαν αυξημένης καρδιακής πίεσης κατά τον τοκετό της Γ. Π.", σε άλλο σημείο του σκεπτικού και δη στο αθωωτικό για τον καρδιολόγο (σελ. 68) δέχεται, αντιφατικά, ότι: "Περαιτέρω από όλους τους μάρτυρες αποδείχθηκε ότι η αύξηση της πίεσης κατ` εκείνο το χρονικό σημείο (89%) ήταν φυσιολογική και αναμενόμενη ότι το αντίθετό της θα ήταν ανησυχητικό. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι είναι αναμφισβήτητος κανόνας της ιατρικής ότι από το χρονικό αυτό σημείο και μετά η πίεση αυτή μειώνεται και δεν αυξάνεται". δ) Ενώ δέχεται (σελ. 62) ότι ο αναιρεσείων Π. Π. "θα έπρεπε να είχε σε προγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα πριν τη συμπλήρωση του εννεαμήνου και μετά τη συμπλήρωση επταμήνου, (προβεί) στη διενέργεια καισαρικής τομής, προκειμένου να γεννηθεί το βιώσιμο τέκνο της υπό συνθήκες αυξημένης μεν πλην, όμως, όχι στο μέγιστο βαθμό καρδιακής πίεσης, σε συνεργασία με καρδιοχειρουργό σε οργανωμένη νοσοκομειακή μονάδα, διαθέτουσα μονάδα εντατικής θεραπείας και καρδιοχειρουργικό τμήμα ή έστω δυνατότητα καρδιοχειρουργικής υποστήριξης, προκειμένου να προληφθεί και να αντιμετωπιστεί με διορθωτική επέμβαση το ενδεχόμενο επιπλοκών στην καρδιακή της λειτουργία κατά και αμέσως μετά τον τοκετό", σε άλλο σημείο του σκεπτικού (σελ. 68 - 69) δέχεται, αντιφατικά, ότι "δεν αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια του τοκετού στο μαιευτήριο οφείλει να παρευρίσκεται καρδιολόγος προκειμένου να υποβάλει την επίτοκο αμέσως μετά τον τοκετό σε χειρουργική αποκατάσταση της βαλβίδας, μια τέτοια δε λειτουργία ... δεν είναι δυνατή κατά τη φάση αυτή, όταν η έγκυος μόλις έχει υποβληθεί σε καισαρική τομή". Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Κ. Α.υ και πρώτος, κατά τα σημεία β, γ και δ, και δεύτερος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Π. Π. και ο μοναδικός λόγος του δικογράφου των παραδεκτώς αυτής ασκηθέντων (ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως) προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 19.1.2015) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμοι. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 511 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον ’ρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, η πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος (με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών - άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ), από το χρόνο δε που φέρεται ότι τελέσθηκε (22 Ιανουαρίου 2007) μέχρι τη συζήτηση των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως (4 Φεβρουαρίου 2015) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως αυτής. Επομένως, αφού οι ένδικες αιτήσεις περιέχουν παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως (της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως), οι οποίοι κρίθηκαν και βάσιμοι, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων για την άνω πράξη, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, παρέλκει δε, μετά ταύτα, η έρευνα των λοιπών λόγων των αιτήσεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 888/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ την κατά των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων Κ. Α. του Η. και Π. Π. του Θ. ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, για το ότι αυτοί: Στο Βόλο στις 22-1-07 από έλλειψη της προσοχής τους, την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις, αλλά που κυρίως λόγω του επαγγέλματός τους - αφού ασκούσαν το επάγγελμα του ιατρού - μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα των πράξεων και παραλείψεών τους και προκάλεσαν το θάνατο άλλου ανθρώπου. Συγκεκριμένα: Α. Ο κατηγορούμενος Π. Π., ιατρός με ειδικότητα γυναικολόγου, παρόλο που ανέλαβε την παρακολούθηση της κύησης και τη διενέργεια του τοκετού της Γ. Π. και ενημερώθηκε άμεσα από αυτήν, αλλά και από τον ίδιο τον θεράποντα ιατρό της - καρδιολόγο Ι. Π. για τα καρδιολογικά προβλήματα που αυτή αντιμετώπιζε, καθώς και την επιδείνωση αυτών κατά το 3° τρίμηνο της κυήσεώς της, επέτρεψε τη συνέχιση της εγκυμοσύνης της, υπό συνθήκες μιας συνήθους εγκυμοσύνης και την ολοκλήρωση του τοκετού της στην ιδιωτική κλινική "ΑΚΕΣΩ" που δεν διέθετε ούτε καν καρδιολόγο, πολύ δε περισσότερο μονάδα εντατικής θεραπείας και διαθέσιμο καρδιοχειρουργό, χωρίς μάλιστα να έχει ενημερώσει προηγουμένως την επίτοκο για τους κινδύνους που ελλοχεύανε για την πρόκληση καρδιακής ανεπάρκειας από τη συνέχιση και την ολοκλήρωση μιας τέτοιας εγκυμοσύνης, που από τον ίδιο είχε κριθεί, αρχικά, ως υψηλού κινδύνου, αν και γνώριζε σύμφωνα με τα στοιχειώδη δεδομένα της ιατρικής επιστήμης, ότι με την πρόοδο της κύησης αυξάνεται η καρδιακή πίεση, λίαν επιβαρυντικό δεδομένο για την υγεία επιτόκου με σοβαρή στένωση αορτικής βαλβίδας, όπως ήταν η Γ. Π. (θανούσα). Εάν, όμως, επιδείκνυε την επιμέλεια ενός μέσου συνετού ιατρού γυναικολόγου, θεράποντος της ίδιας επιτόκου, θα έπρεπε να είχε προβεί σε προγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα πριν τη συμπλήρωση του εννεαμήνου και μετά τη συμπλήρωση επταμήνου, στη διενέργεια καισαρικής τομής, προκειμένου να γεννηθεί το βιώσιμο τέκνο της υπό συνθήκες αυξημένης μεν, πλην όχι στο μέγιστο βαθμό καρδιακής πιέσεως, σε συνεργασία με καρδιοχειρουργό σε οργανωμένη νοσοκομειακή μονάδα, διαθέτουσα μονάδα εντατικής θεραπείας και καρδιοχειρουργικό τμήμα ή έστω δυνατότητα καρδιοχειρουργικής υποστήριξης, προκειμένου να προληφθεί και να αντιμετωπιστεί με διορθωτική επέμβαση το ενδεχόμενο επιπλοκών στην καρδιακή της λειτουργία κατά και αμέσως μετά τον τοκετό. Απότοκη της παραλείψεώς του αυτής ήταν η εμφάνιση λίαν αυξημένης καρδιακής πιέσεως κατά τον τοκετό της Γ. Π., η οποία εντεύθεν υπέστη κάμψη σε έδαφος συγγενούς καρδιοπάθειας με συμπτώματα πνευμονικού οιδήματος αμέσως μετά την επέμβαση (κατά τη διάρκεια συρραφής της τομής), το οποίο, ενόψει της διενέργειας του τοκετού της στη μη διαθέτουσα, κατά τα προαναφερόμενα, επαρκή υποδομή για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου περιστατικού ιδιωτική κλινική στο Βόλο, επέφερε το θάνατό της. Β. Ο κατηγορούμενος Κ. Α., ιατρός και επιληφθείς αναισθησιολόγος στον τοκετό της Γ. Π., όντας υπόλογος για ο,τιδήποτε συμβεί κατά τη διάρκεια της αναισθησίας - της ευθύνης του δυναμένης να αφορά πράξεις ή παραλείψεις του είτε κατά την προαναισθητική επίσκεψη και προαναισθητική αγωγή είτε της εισαγωγής στην αναισθησία και στη διατήρηση της αφύπνισης είτε στην ανάνηψη και στην μετεγχειρητική περίοδο, από έλλειψη προσοχής που όφειλε λόγω της ιδιότητάς του και μπορούσε λόγω της εγνωσμένης εμπειρίας του να καταβάλει δεν αξιολόγησε ορθά την επικινδυνότητα του τοκετού της ανωτέρω επιτόκου ως καρδιοπαθούς, πάσχουσας από συγγενή δίπτυχη αορτική βαλβίδα, και ανέλαβε κατά την επέμβαση του τοκετού αυτής να ενεργήσει και ενήργησε (στην τελευταία) οσφυϊκή επισκληρίδιο αναισθησία, κατά παρέκκλιση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, παραβλέποντας τους κινδύνους που αυτή ενέχει για επιτόκους πάσχουσες από στένωση αορτικής βαλβίδος, όπως ήταν η Γ. Π., καθόσον λόγω της αγγειοδιαστολής και της αρνητικής δράσης των, κατά το τρίτο στάδιο του τοκετού παρασχεθέντων αγνειοσυσπαστικών και μητροσυσπαστικών φαρμάκων (όπως φαινυλεφρίνης και οξυτοκίνης) και υγρών, επιβαρύνθηκε μοιραία η ήδη προβληματική καρδιακή λειτουργία της Γ. Π., καθόσον προκλήθηκε ελάττωση της οξυγόνωσης του αίματός της και αύξηση της πιέσεως της καρδιάς με αιτιώδη συνέπεια εξαιτίας της ούτως ενεργηθείσης αναισθησίας (ως ισοδύναμου όρου) να αναπτύξει η Γ. Π., ως έγκυος με σοβαρή αορτική στένωση, συμπτώματα πνευμονικού οιδήματος, από το οποίο προήλθε ο αιφνίδιος θάνατός της αμέσως μετά το πέρα της επέμβασης. Αντίθετα, ο εν λόγω κατηγορούμενος όφειλε και μπορούσε να ακολουθήσει, στη συγκεκριμένη περίπτωση καισαρικής τομής τη χορήγηση γενικής αναισθησίας, η οποία ενδείκνυται ως ασφαλέστερη για την αποφυγή καρδιακών επιπλοκών σε επίτοκο με στένωση αορτικής βαλβίδας, καθόσον με τη χορήγηση ναρκωτικών και πτητικών αναισθητικών σε μικρές δόσεις και με ελεγχόμενο αερισμό, μπορεί να διατηρηθεί η φλεβική επιστροφή και η πλήρωση της αριστερής κοιλίας καθώς και η επαρκής οξυγόνωση του αίματος με τη χρησιμοποίηση μηχανικού αερισμού με υψηλή συγκέντρωση οξυγόνου και κατά συνέπεια δύνανται να βελτιωθούν οι καρδιοπνευμονικές επιδόσεις. Εξάλλου και σε κάθε περίπτωση, αυτός όφειλε και μπορούσε με την ιδιότητα του έμπειρου αναισθησιολόγου - ο οποίος επελήφθη της μεθόδου αναισθησίας κατά τον τοκετό της Γ. Π. εν γνώσει του βαθμού στένωσης της αορτικής βαλβίδας της (γνώση των υπερηχοκαρδιογραφικών σχολίων του καρδιολόγου Ι. Π.), λίγες ημέρες πριν από την προγραμματισμένη ημέρα του τοκετού της κατόπιν σχετικής ενημέρωσης και από τον κατηγορούμενο Π. Π. - να είχε επιδιώξει πλήρη προηγούμενη ενημέρωση και συνεργασία με αμφότερους τους ανωτέρω και ιδιαίτερα με τον πρώτο εξ αυτών θεράποντα καρδιολόγο της θανούσας και εν συνεχεία να εξασφαλίσει σε συνεργασία με το δεύτερο εξ αυτών - γυναικολόγο της - τη διενέργεια του τοκετού και της αφορώσας τον ίδιο αναισθησίας σε πλήρως συγκροτημένο νοσηλευτικό ίδρυμα, που θα διέθετε μονάδα εντατικής θεραπείας ή (και) καρδιοχειρουργικό τμήμα ή έστω δυνατότητα καρδιοχειρουργικής υποστήριξης, έτσι ώστε να υπήρχε η δυνατότητα άμεσης και αποτελεσματικής αντιμετώπισης ενδεχόμενης σοβαρής καρδιακής επιπλοκής, όπως ήταν η μεγάλη αύξηση της καρδιακής πίεσης και το συνακόλουθο πνευμονικό οίδημα, που υπέστη η Γ. Π., αμέσως μετά την ανωτέρω καισαρική τομή, δεδομένου ότι η προαναφερόμενη ιδιωτική κλινική ΑΚΕΣΩ, στην οποία διενεργήθηκε ο ανωτέρω τοκετός, διέθετε νοσηλευτική και υλικοτεχνική υποστήριξη συνηθισμένων (απλών) περιστατικών τοκετού (φυσιολογικού ή και με καισαρική τομή) και όχι ιδιάζουσας βαρύτητας και επικινδυνότητας, όπως ήταν το συγκεκριμένο περιστατικό. Αποτέλεσμα των άνω ενεργειών και παραλείψεων των άνω κατηγορουμένων ήταν κατά την διάρκεια του τοκετού της να παρουσιάσει μεγάλη αύξηση στην καρδιακή πίεση και να υποστεί κάμψη σε έδαφος συγγενούς καρδιοπάθειας με συμπτώματα πνευμονικού οιδήματος που - παρά τη μεταφορά της στο Νοσοκομείο του Βόλου - επέφερε το θάνατό της.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή