Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1338 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Πώληση και κατοχή ναρκωτικών. 1) Παράβαση του άρθρου 369 ΚΠΔ. 2) Έλλειψη αιτιολογίας επεκτεινόμενη και στον αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως. Απορρίπτει αναίρεση.





Αριθμός 1338/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κρατουμένου στις Φυλακές Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μουτσελάκη, περί αναιρέσεως της 57/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.5.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1070/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει το λόγο στον Εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος στον κατηγορούμενο, ενώ, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, ότι είναι υποχρεωτική η δόση του λόγου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, στον δε κατηγορούμενο στο τέλος και αν δεν ζητήσει αυτός τούτο. Η παράβαση των ανωτέρω και μάλιστα προκειμένου για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠοινΔ, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων, που παρέχονται σ' αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία δίνεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, καθώς διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε έπειτα από τις εφέσεις του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του Χ2, κατά της υπ' αριθ. 40/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) ΚΡήτης, ο Διευθύνων τη συζήτηση "όταν τελείωσε η αποδεικτική διαδικασία, έδωσε το λόγο, πρώτα στον Εισαγγελέα, ο οποίος ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε την ενοχή των κατηγορουμένων, για τις πράξεις της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, ως τοξικομανής, ο πρώτος και ο δεύτερος (αναιρεσείων) της πώλησης ηρωίνης 27,3 γραμμαρίων και κατοχής 680,80 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης. Στη συνέχεια, έλαβε το λόγο ο συνήγορος του πρώτου κατηγορουμένου και ανέπτυξε την υπεράσπιση, ζήτησε να αναγνωρισθούν σ' αυτόν η τοξικομανία και υπέβαλε τον ισχυρισμό κατοχής προς ιδίαν χρήση και της συναλλαγής μεταξύ των τοξικομανών, ο δε συνήγορος του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο, ζήτησε να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος το ελαφρυντικό του 84 παρ. 2α του ΠΚ, υπέβαλε δε τους εξής ισχυρισμούς, ότι από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, αποδείχθηκε ότι την τσάντα με τα 680 γραμμάρια ινδικής κάνναβης την είχε βρει σε ένα κάδο απορριμμάτων και την πήρε μαζί του στο δωμάτιο και την έβαλε σε ένα ντουλάπι, όπου και την ξέχασε. Κατόπιν αυτών ζήτησε, κατά μετατροπή του κατηγορητηρίου, να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της κατοχής, ως εξ αμελείας τελεσθείσας. Μετά ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε την απόρριψη των παραπάνω ισχυρισμών. Στη συνέχεια, οι κατηγορούμενοι, όταν τους ρώτησε ο Πρόεδρος αν έχουν να προσθέσουν κάτι για την υπεράσπισή τους, απάντησαν αρνητικά και στη συνέχεια, το Δικαστήριο, αφού συσκέφθηκε, μυστικά στην έδρα του, με παρόντα τον Γραμματέα, κατάρτισε και ο Πρόεδρος δημοσίευσε αμέσως την με αριθμό 57 απόφαση .......".
Από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι, η επικαλούμενη παραβίαση της διάταξης του άρθρου 369 του ΚΠοινΔ και κατ' επέκταση η εκ ταύτης επέλευση της απόλυτης ακυρότητας του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, ουδέποτε έλαβε χώρα, αφού, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο Διευθύνων τη συζήτηση, τήρησε απαρεγκλίτως την εκ ταύτης υποχρέωσή του και έδωσε το λόγο, με τη σειρά, πρώτα στον Εισαγγελέα, ο οποίος ανέπτυξε την κατηγορία και υπέβαλε στη συνέχεια πρόταση επί της κατηγορίας και κατόπιν, τελευταία, στην υπεράσπιση του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του. Υποχρέωση του Διευθύνοντος τη συζήτηση να δώσει εκ νέου το λόγο στον αναιρεσείοντα, θα ανέκυπτε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, μόνο στην περίπτωση που ο Εισαγγελέας ζητούσε να δευτερολογήσει και κάτι τέτοιο δεν συνέβη εν προκειμένω. Εάν, μετά την απορριπτική, επί των ως άνω αιτημάτων, πρόταση του Εισαγγελέα, ήθελε ο αναιρεσείων να λάβει εκ νέου το λόγο, θα έπρεπε να του ζητήσει και, σε περίπτωση άρνησης του Διευθύνοντος τη συζήτηση, είχε το δικαίωμα (άρθρα 333 παρ. 2 και 3 και 335 παρ. 2 ΚΠοινΔ) να προσφύγει, μη αποδεχόμενος την προεδρική διάταξη, σε ολόκληρο το Δικαστήριο και εάν και τούτο ήτο αρνητικό, τότε θα επήρχετο η εκ του άρθρου 170 παρ. 2 ακυρότητα, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, πλην, όμως, δεν προκύπτει από τα ως άνω πρακτικά ότι ο αναιρεσείων ζήτησε το λόγο, ούτε, άλλωστε και αυτός επικαλείται κάτι τέτοιο.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙ. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικό κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 57/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και σε συνολική χρηματική ποινή έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ, για τις πράξεις της πώλησης ναρκωτικών ουσιών και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Κατά το τρίτο 10ήμερο του μηνός Μαρτίου 2004, αστυνομικοί της Ειδ. Ασ. Υ.Δ.Ε Λασιθίου παρακολουθούσαν διακριτικά τον πρώτο κατηγορούμενο Χ2, για τον οποίο υπήρχαν υπηρεσιακές πληροφορίες ότι, σε συνεργασία με Αλβανούς, εμπορευόταν ναρκωτικές ουσίες στο Νομό Λασιθίου. Διαπίστωσαν ότι εκείνος καθημερινά μετέβαινε σε ακανόνιστες ώρες αρκετές φορές (τουλάχιστον τρεις), σε μία αγροτική περιοχή της ......, όπου μετέβαιναν γνωστοί στην Αστυνομία χρήστες ναρκωτικών ουσιών, οι οποίοι έπαιρναν μόνοι τους από το σημείο που υπέδειχνε σ' αυτούς ο πρώτος κατηγορούμενος ναρκωτικές (προδήλως) ουσίες και απομακρύνονταν. Κατά τις 26-3-2004, προσήλθε και πάλι στο ίδιο σημείο ο πρώτος κατηγορούμενος (την ώρα 11.00) και, αφού ήλεγξε το χώρο για να διαπιστώσει, αν πιθανόν παρακολουθείτο, έφυγε. Επανήλθε μετά 3,5 ώρες (στις 14.30 περίπου) αφήνοντας το αυτοκίνητό του στο δρόμο και εισήλθε σε ένα ελαιόκτημα, επιθεώρησε το χώρο μεταβαίνοντας προς διάφορες κατευθύνσεις, συνομίλησε δια μέσου του κινητού τηλεφώνου του με κάποιο άτομο και ανέμενε την πραγματοποιηθείσα μετά από λίγο άφιξη του δεύτερου κατηγορουμένου Χ1. Ο τελευταίος προσήλθε στο σημείο εκείνο, οδηγώντας ένα μοτοποδήλατο, και αμέσως τον πλησίασε ο πρώτος κατηγορούμενος, στον οποίο ο δεύτερος έδωσε ένα δέμα περιτυλιγμένο με μονωτική ταινία και έφυγε και πάλι με το ίδιο μεταφορικό μέσο. Ο πρώτος κατηγορούμενος, αφού πήρε το δέμα, τοποθέτησε τις περιεχόμενες σ' αυτό τρεις συσκευασίες ηρωίνης, σε τρία διαφορετικά σημεία, πλησίον μιας ελιάς και ανεχώρησε και αυτός με το αυτοκίνητό του, για άγνωστη κατεύθυνση. Επανήλθε μετά από 25' της ώρας (στις 14.55) με το ίδιο αυτοκίνητο, πλησίασε στο σημείο, όπου είχε προηγουμένως κρύψει τα ναρκωτικά, κοίταξε προς το δρόμο, όπου στο μεταξύ είχε καταφθάσει (προφανώς μετά από προηγούμενη συνάντησή τους) ο χρήστης ναρκωτικών Γ1, έκανε προς αυτόν νεύμα με το χέρι του, να πλησιάσει γρήγορα, του έδωσε κάτι (ναρκωτικά) και ο Γ1 κατέβαλε το χρηματικό αντίτιμο στον πρώτο κατηγορούμενο, μόλις δε επεχείρησαν να απομακρυνθούν τους συνέλαβαν οι αστυνομικοί. Κατά τη σύλληψή τους ο Γ1 απέρριψε στο έδαφος τα ναρκωτικά που είχε αγοράσει από τον πρώτο κατηγορούμενο (0,7 γρ. ηρωίνης), παραδέχθηκε όμως προς τους αστυνομικούς, που τον συνέλαβαν, ότι είχε αγοράσει προηγουμένως τα ναρκωτικά, από τον πρώτο κατηγορούμενο, έναντι τιμήματος 70 ευρώ (βλ. από 26-3-2004 ένορκη προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού ......, της οποίας αποσπάσματα αναγνώσθηκαν προς υποβοήθηση της μνήμης του). Μετά από έρευνα στην περιμετρική ζώνη της ελιάς, όπου περιφερόταν ο πρώτος κατηγορούμενος και είχε αποκρύψει τα ναρκωτικά, βρέθηκαν αυτά κρυμμένα στο έδαφος σε τρία διαφορετικά σημεία και ήταν ηρωίνη) συνολικού βάρους 27,3 γραμμαρίων (βλ. και σχετικές εκθέσεις κατάσχεσης, ζύγισης και χημικής ανάλυσης). Επακολούθησε έρευνα σε δωμάτια του ξενοδοχείου του Ζ1 (στο ...... Ελούντας), το οποίο ο δεύτερος κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε για την εργασία του και μετά σ' αυτό βρέθηκε (στην κατοχή του) ακατέργαστη ινδική κάνναβη βάρους 680,8 γραμμαρίων και εννέα τεμάχια νάϋλον με υπολείμματα ηρωίνης, ενώ σε έρευνα στην οικία του (στο ..... Ελούντας) βρέθηκαν και μια ζυγαριά ακριβείας. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται τη δοσοληψία των ναρκωτικών μεταξύ τους, ενώ η παραδοχή τους ότι η συνάντησή τους είχε ως σκοπό την παράδοση από τον πρώτο προς τον δεύτερο χρηματικού ποσού 110 ευρώ από ληφθέν δάνειο μπορεί να οδηγήσει σε άλλες συνειρμικές αντιστοιχίσεις, αν ληφθεί υπόψη το υποπεσόν σε άμεση αντίληψη των μαρτύρων αστυνομικών γεγονός της παράδοσης των 28 γραμμαρίων ηρωίνης από τον δεύτερο προς τον πρώτο κατηγορούμενο, ότι δηλαδή η καταβολή του τιμήματος συντελέσθηκε πιθανόν επιτοπίως την ιδίαν στιγμή. Γιατί, και αν ακόμα υποτεθεί ότι είχε ο δεύτερος απαίτηση κατά του πρώτου κατηγορουμένου από δάνειο, δεν υπάρχει (ούτε καθ' υπόθεση) δικαιολογία να επιλεγεί από τους κατηγορουμένους, ως τόπος καταβολής του δανείου, εκείνος, όπου γινόταν η απόκρυψη των ναρκωτικών που εμπορευόταν ο πρώτος κατηγορούμενος. Όσον αφορά εξάλλου την πώληση των 0,7 γρ. ηρωίνης από τον πρώτο κατηγορούμενο προς τον Γ1 έναντι τιμήματος 70 ευρώ αποδεικνύεται αυτή αφενός μεν από ρητή ομολογία του τελευταίου (ο οποίος επιπλέον κανονομάζει τον πρώτο κατηγορούμενο ως προμηθευτή -πωλητή του ανάλογων ποσοτήτων ηρωίνης άλλες 5 φορές έναντι 60-70 ευρώ κάθε φορά), αφετέρου δε από άμεση αντίληψη των αστυνομικών οργάνων. Τέλος ο δεύτερος κατηγορούμενος ομολογεί από την αρχή την κατοχή των 680,8 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης, χωρίς να προσδιορίζει πειστικό τρόπο απόκτησής της (διατείνεται ότι τη βρήκε στα σκουπίδια) και προβάλλει αδοκίμως τον ισχυρισμό ότι η κατοχή αυτών των ναρκωτικών οφείλεται σε αμέλειά του (άρθρο 11 ν. 1729/1987), ισχυρισμό ο οποίος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, καθ' όσον δεν καθορίζει ο κατηγορούμενος πως ο αρχικός δόλος του για την απόκτηση των ναρκωτικών εξαλείφθηκε και απέκτησε χαρακτήρα έλλειψης επιμέλειας, με γνώμονα τη συμπεριφορά του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Κατά συνέπεια πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αξιοποίνων πράξεων που τους αποδίδονται ήτοι (αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών ο πρώτος, με την ιδιότητα του τοξικομανούς (που του έχει αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως), πώλησης και κατοχής ναρκωτικών ουσιών ο δεύτερος, με το ελαφρυντικό του ότι επί σχετικώς μακρό χρονικό διάστημα μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλώς (άρθρο 84 παρ. 2ε Π.Κ)".
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της πώλησης ναρκωτικών ουσιών και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 12, 26 παρ. 1ε, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1 του ΠΚ και άρθρα 4 παρ. 3 (Α5 και Α6), 5 παρ. 1 β και ζ Ν. 1729/87 όπως ισχύει σήμερα. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σημειώνεται ότι, αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν και από τα οποία πείσθηκε το Δικαστήριο ότι, ο αναιρεσείων πώλησε, με τον εξειδικευόμενο τρόπο συναλλαγής, στον συγκατηγορούμενό του Χ2 Χρήστη ναρκωτικών ουσιών, τη συγκεκριμένη ποσότητα ηρωίνης των 27,30 γραμμαρίων, χωρίς να είναι και απαραίτητος ο προσδιορισμός του ύψους του καταβληθέντος τιμήματος, καθώς και τα περιστατικά από τα οποία προέκυψε ότι ο αναιρεσείων κατείχε, στο χώρο εργασίας του, στο ξενοδοχείο του Ζ1, όπου διέμενε, την ποσότητα των 680,8 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, περιστατικά από τα οποία αρκούντως προκύπτει, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται, η φυσική, επ' αυτών, εξουσία του αναιρεσείοντος. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος της ένδικης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.


ΙΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να είναι ορισμένοι, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής έννοιας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, έτσι ώστε να παρέχουν τη δυνατότητα αξιολογήσεως και, σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να αποφανθεί επί των αορίστων αυτών ισχυρισμών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για τη συνδρομή στο πρόσωπό του ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 85 του ίδιου Κώδικα, ποινής.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων ζήτησε, δια του συνηγόρου του, να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ. Έτσι, όμως, όπως προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός, για την αναγνώριση της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως, ήταν εντελώς αόριστος, δεδομένου ότι δεν συνοδεύθηκε με την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, που να θεμελιώνουν την εν λόγω ελαφρυντική περίσταση. Επομένως, το Δικαστήριο, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον ως άνω αόριστο ισχυρισμό. Επίσης, από τα ως άνω πρακτικά της δίκης, προκύπτει ότι, ο αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό, περί εξ αμελείας κατοχής των ναρκωτικών, ήτοι της ποσότητας των 680,8 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης, με συνακόλουθη παράθεση πραγματικών περιστατικών, ότι "από την όλη διαδικασία αποδείχθηκε ότι τα 680 γραμμάρια κάνναβης που βρέθηκαν στην κατοχή μου, τα είχα βρει σε ένα κάδο απορριμμάτων, μέσα σε ένα σακ βουαγιάζ. Το σάκκο αυτό τον πήρα μαζί μου στο χώρο της δουλειάς ου, στο ξενοδοχείο Ζ1 .......... και τον έβαλα σε ένα ντουλάπι, όπου δυστυχώς τον ξέχασα. Τον θυμήθηκα δε όταν με συνέλαβαν ......... Κατόπιν τούτων ζητώ, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, να κηρυχθώ ένοχος τελέσεως της πράξης της κατοχής εξ αμελείας ...........". Και ο ισχυρισμός αυτός, έτσι όπως υποβλήθηκε, ήτοι χωρίς την επίκληση πραγματικών περιστατικών, που να θεμελιώνουν επαρκώς αυτόν, ήταν αόριστος, καθόσον, μόνο το προβαλλόμενο από τον αναιρεσείοντα περιστατικό "ότι ξέχασε σε ντουλάπι το σάκκο με τα ναρκωτικά", δεν ήταν αρκετό να θεμελιώσει τον, περί εξ αμελείας κατοχής των ναρκωτικών, ως άνω ισχυρισμό του. Επομένως, το Δικαστήριο, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό. Επομένως, οι, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι της ένδικης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, αναφορικά με τους ως άνω ισχυρισμούς, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί συγχρόνως ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.5.2007 αίτηση του Χ1, κρατουμένου στις Φυλακές Λάρισας, για αναίρεση της υπ' αριθ. 57/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2008.




Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ