Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1742 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική.




Περίληψη:
Συκοφαντική δυσφήμηση τελεσθείσα με τον ψευδή ισχυρισμό σε αστυνομικά όργανα ότι οι παθούσες τον εξύβρισαν και τον απείλησαν. Επαρκής η αιτιολογία της γνώσης του ψεύδους από τον κατηγορούμενο, από επιχειρήματα της προσβαλλόμενης απόφασης που προκύπτουν από την συμπεριφορά του. Απορρίπτεται ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και αντίφασης και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 363 ΠΚ λόγω αντίθεσης μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η επιπλέον αναφορά στο τελευταίο ο κατηγορούμενος ζήτησε να απευθυνθεί προς τις παθούσες συστάσεις προς αποφυγή των συνεπειών του νόμου, δεν αίρει τον άμεσο δόλο του αναιρεσείοντα αφού αρκούσε η παραδοχή στο σκεπτικό ότι με τις καταγγελλόμενες αξιόποινες πράξεις επιζητούσε να επιλυθεί η μεταξύ τους αστική διαφορά.




Αριθμός 1742/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, περί αναιρέσεως της 3957/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Μιχαηλίδη.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1788/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 362 του Π.Κ. "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή". Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξ' άλλου, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Εξ' άλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά όμως για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Μεταξύ της εγκαλούσας και της οικογένειάς της αφενός και του κατηγορουμένου, του ... αλλά και τρίτων αφετέρου υπάρχει από παλιά αντιδικία για την κυριότητα ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στη θέση "..." στην ..., μέσα στο οποίο ο κατηγορούμενος τοποθέτησε τροχόσπιτο το έτος 1999. Η εγκαλούσα και οι συγγενείς της άσκησαν αγωγή νομής κατά του κατηγορουμένου, η οποία, τελικά, απορρίφθηκε τελεσίδικα με την 716/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αφού κρίθηκε ότι η αξίωσή τους έχει υποκύψει στην ετήσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ. Στα πλαίσια αυτής της αντιδικίας οι σχέσεις των αντιδίκων είχαν διαταραχθεί και οξυνθεί. Στις 28-12-2001 ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και εξέφρασε παράπονα κατά της εγκαλούσας και αδελφών της ΑΑ και ΒΒ, πλην όμως με σχετική παραγγελία του Εισαγγελέα παραπέμφθηκε η εξέταση της βασιμότητας των παραπόνων του στο Αστυνομικό Τμήμα ... . Εκεί εμφανίστηκε την επομένη ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατήγγειλε ότι η εγκαλούσα και οι αδελφές της τον εξύβρισαν και απείλησαν τη ζωή τους. Οι αστυνομικοί κάλεσαν στις 23-2-2002 την εγκαλούσα και τις αδελφές της και τους γνωστοποίησαν τις καταγγελίες του κατηγορουμένου. Όμως όλα τα πιο πάνω γεγονότα είναι παντελώς ψευδή και ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθειά τους, αλλά τα ισχυρίστηκε, προκειμένου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας. Έλαβαν δε γνώση αυτών των αναληθών γεγονότων αστυνομικοί του Τμήματος ..., προς τους οποίους τα ισχυρίστηκε και οι τελευταίοι, που τα μετέφεραν στην εγκαλούσα και την αδελφή της Ψ. Αυτά δε τα γεγονότα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, αφού την εμφανίζουν ως άτομο, που διαπράττει αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να επιτύχει την επίλυση αστικής διαφοράς. Το αληθές είναι ότι ουδέποτε η εγκαλούσα με τις αδελφές, από τις οποίες η ΒΒ κατοικεί μόνιμα στη ..., εξύβρισαν και απείλησαν τον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος γνώριζε την αναλήθεια των ως άνω γεγονότων, αφού δεν προσδιόρισε τις ύβρεις και τις απειλές, κανένα μάρτυρα δεν πρότεινε προς απόδειξή τους, ούτε ζήτησε την ποινική δίωξη της εγκαλούσας για τις αξιόποινες πράξεις, που της απέδιδε. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο συκοφαντικής δυσφήμισης και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2, 363-362 του ΠΚ.
Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας αναφέρεται α) το πραγματικό γεγονός το οποίο ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων στο Αστυνομικό Τμήμα ..., το οποίο προσδιορίζεται με την παραδοχή ότι η εγκαλούσα και οι αδελφές της τον εξύβρισαν και απείλησαν την ζωή του, το οποίο είναι κατ' αντικειμενική κρίση δυσφημιστικό της τιμής και υπολήψεως της εγκαλούσας, αφού την εμφανίζουν ως άτομο που διαπράττει αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να επιτύχει την επίλυση αστικής διαφοράς, β) ότι έλαβαν γνώση τούτου τόσο τα αστυνομικά όργανα στα οποία κατήγγειλε ο αναιρεσείων το παραπάνω γεγονός όσο και εκείνα τα οποία στις 23-2-2002 κάλεσαν την εγκαλούσα και της γνωστοποίησαν τα ως άνω καταγγελθέντα από τον αναιρεσείοντα, γ) ότι το γεγονός αυτό ήταν ψευδές με την παραδοχή ότι ουδέποτε η εγκαλούσα εξύβρισε και απείλησε τον αναιρεσείοντα και δ) ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι τούτο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αιτιολογείσας δε επαρκώς τη γνώση του με σειρά επιχειρημάτων τα οποία το Εφετείο παρέθεσε στο σκεπτικό και τα οποία προκύπτουν από την ίδια την συμπεριφορά του. Το αναγραφόμενο στο διατακτικό επί πλέον εκείνου που διαλαμβάνεται στο σκεπτικό ότι ο αναιρεσείων πλέον των ψευδώς καταγγελθέντων σε βάρος της εγκαλούσης αξιοποίνων πράξεων και απειλής κατά της ζωής του και της εξυβρίσεώς του, ζήτησε να απευθυνθούν από τα αστυνομικό όργανα προς αυτήν συστάσεις εξ ονόματος του Εισαγγελέως προς αποφυγή των συνεπειών του νόμου, και επιδίωξη ειρηνικής λύσης της διαφοράς τους (άρθρο 25 παρ. 40 Ν. 1756/1988), δεν αίρει τον άμεσο δόλο του αναιρεσείοντα για την θεμελίωση του οποίου αρκούσε η στο σκεπτικό παραδοχή ότι με τις ως άνω καταγγελλόμενες αξιόποινες πράξεις, επιζητούσε αναιρεσείων να επιλυθεί η μεταξύ τους αστική διαφορά. Συνακόλουθα οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ περί του αντιθέτου λόγου της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας Ψ και στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ. 1ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5/11/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση 3957/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της στο σκεπτικό πολιτικώς ενάγουσας που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή