Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 602 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 602/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βησσαρίωνα Κωνσταντούλα, για αναίρεση της με αριθμό 649-650/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον .... Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.335/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993, με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δρχ. τιμωρείται όποιος πωλεί, αγοράζει ή κατέχει ναρκωτικά. Κατά δε το άρθρο 8 του ίδιου νόμου 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 13 του ν. 2161/1993 και μετέπειτα με το άρθρο 2 παρ. 15β του ν. 2479/1997, ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του νόμου αυτού τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή 10.000.000 μέχρι 200.000.000 δρχ. Αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια...ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Σύμφωνα με το άρθρο 13 εδάφιο στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Δεν απαιτείται δε να υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες. Όταν δεν συντρέχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι ο δράστης της πράξεως έχει διαμορφώσει υποδομή που προδίδει πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, με σκοπό πορισμού εισοδήματος. Εξάλλου, η δικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις αρχές του μηνός Μαΐου περιήλθαν στην Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών Θεσσαλονίκης πληροφορίες ότι Αλβανός υπήκοος ονόματι "..." αγνώστων λοιπών στοιχείων, κάτοικος ..., στη οδό ..., προέβαινε στη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών. Κατόπιν αυτού Αστυνομικά όργανα της ως άνω υπηρεσίας παρακολουθούσαν τις κινήσεις και ενέργειες του πρώτου κατηγορουμένου .... Στις 13.5.2006 ο ως άνω κατηγορούμενος και κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με κάποιον "..." Αλβανό υπήκοο αγνώστων λοιπών στοιχείων ζήτησε από τον τελευταίο να του αποστείλει δέμα που να περιέχει ηρωίνη βάρους 625 γραμμαρίων. Ο "..." υπέδειξε στον πρώτο κατηγορούμενο να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον δεύτερο κατηγορούμενο, που προδήλως λειτουργούσε ως όργανο του, προκειμένου ο δεύτερος κατηγορούμενος ... παραδώσει σ' αυτόν την ζητηθείσα ποσότητα ναρκωτικής ουσίας. Κατόπιν αυτού ο πρώτος κατηγορούμενος επικοινώνησε με τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος κατοικούσε στη ..., οι οποίοι και κανόνισαν να συναντηθούν στην περιοχή της ... που βρίσκεται στην οδό ..., προκειμένου εκεί, αφού θα προηγείτο η αναγνώριση μεταξύ των, να ελάμβανε χώραν η εκ μέρους του δευτέρου κατηγορουμένου παράδοση στον πρώτο κατηγορούμενο δέματος περιέχοντος 625 γρ. ηρωίνης. Τις απογευματινές ώρες της 13.5.2006 ο πρώτος κατηγορούμενος κατέφθασε στον συμφωνημένο τόπο δι' αυτοκινήτου του, παρακολουθούμενος όμως από Αστυνομικά όργανα ως και ο δεύτερος κατηγορούμενος δια μοτοποδηλάτου του κάτω από τη σέλλα του οποίου είχε το προς παράδοση δέμα. Οι δύο κατηγορούμενοι συναντηθέντες αναγνώρισαν ο ένας τον άλλον και στη συνέχεια ο δεύτερος κατηγορούμενος μετέβη στο μοτοποδήλατο του και αφού παρέλαβε από το χώρο του κείμενο κάτω από τη σέλλα αυτού το δέμα που περιείχε την ηρωίνη επανέκαμπτε στο σημείο που ανέμενε ο πρώτος κατηγορούμενος για να του παραδώσει το εν λόγω δέμα. Κατ' εκείνη τη στιγμή παρενέβησαν τα καιροφυλακτούντα Αστυνομικά όργανα και συνέλαβαν τον δεύτερο κατηγορούμενο έχοντα να χείρας το ως άνω δέμα ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος αντιληφθείς την επέμβαση των Αστυνομικών κατόρθωσε να διαφύγει, συλληφθείς βραδύτερον. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ομολόγησε ότι εκτελώντας εντολές του " ..." έλαβε την κατοχή του το ως άνω δέμα και καθ' υπόδειξη αυτού και κατόπιν μεσολαβησάσης τηλεφωνικής επικοινωνίας του με τον πρώτο κατηγορούμενο, προσήλθε στον ως άνω τόπο για να παραδώσει το δέμα που περιείχε την ηρωίνη στον πρώτο κατηγορούμενο. Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε αρχικά ότι μετέβη στην ως άνω περιοχή προκειμένου να συναντήσει τον δεύτερο κατηγορούμενο ο οποίος και θα του παρέδιδε δέμα περιέχον φάρμακα για να μεταφέρει αυτό στην Αλβανία και παραδώσει σε συγγενείς του δευτέρου κατηγορουμένου. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου αυτού δεν μπορεί να γίνει πιστευτός καθ' όσον αν επρόκειτο να παραδοθούν στον πρώτο κατηγορούμενο φάρμακα δεν υπήρχε λόγος προηγούμενης αναγνωριστικής συνάντησης των κατηγορουμένων αλλ' ο δεύτερος κατηγορούμενος θα έφερε μεθ' εαυτού τα υποτιθέμενα φάρμακα, προς δε ο πρώτος κατηγορούμενος δεν θα έσπευδε να διαφύγει ευθύς ως αντιλήφθηκε την επέμβαση των Αστυνομικών οργάνων. (Η πρώτη συνάντηση των κατηγορουμένων χωρίς ο δεύτερος από αυτούς να έχει μεθ' εαυτού το δέμα της ηρωίνης αποσκοπούσε στο να βεβαιωθούν οι κατηγορούμενοι ότι ήσαν και οι δύο Αλβανοί, ότι δεν λειτουργούσε κάποιος αυτούς ως προκαλών πράκτορας και να μπορέσουν αυτοί κατοπτεύοντας την γύρω περιοχή να αποκτήσουν την σιγουριά ότι ακινδύνως ήτο εφικτή η προσχεδιασθείσα υπ' αυτών παράδοση και παραλαβή του δέματος της ηρωίνης). Από τα παραπάνω αποδεικνύεται προσέτι ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος δεν εργαζόταν επεδίδετο κατ'επάγγελμα στην διάθεση ναρκωτικών ουσιών σε τρίτους επ' ανταλλάγματι και γι' αυτό το σκοπό αποπειράθηκε να παραλάβει το ως άνω δέμα ναρκωτικής ουσίας, είχε δε αναπτύξει σχέσεις μεσυνεργάτες του στην Αλβανία προκειμένου να προμηθεύεται ευχερώς ναρκωτικές ουσίες, δι' αποστολής προς αυτόν δεμάτων περιεχόντων ναρκωτικά, και έτσι να προβαίνει με πρόθεση σε επανειλημμένη τέλεση της πράξης της διάθεσης ναρκωτικών ουσιών επ' ανταλλάγματι, με συνέπεια να προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Το ότι ο κατηγορούμενος αυτός είχε διασυνδέσεις και γνωριμίες με άτομα που ησχολούντο εμπορία ναρκωτικών προκύπτει και από το ότι αυτός μετά τη σύλληψη του συνεργάσθηκε με Αστυνομικά όργανα και υπέδειξε σ' αυτούς 3 ή 4 εμπόρους ναρκωτικών ουσιών οι οποίοι και συνελήφθησαν. Φυσικά και δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου αυτού ότι αυτός καθ' ον χρόνον εκρατείτο στις Δικαστικές Φυλακές κατόρθωσε να διεισδύσει σε κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και ότι έτσι κατόρθωσε να καταδόσει τους εν λόγω εμπόρους. Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω πρέπει, κατ' επιτρεπτή του κατηγορητηρίου μεταβολή, να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος του ότι αυτός κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο εν γνώσει του αποπειράθηκε να παραλάβει στην κατοχή του δέμα που περιείχε 625 γραμμάρια ηρωίνης προβάς σε τούτο σε πράξη αρχής εκτέλεσης του ως άνω εγκλήματος δια της κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας του με τον δεύτερο κατηγορούμενο μεταβάσεως αμφοτέρων στην περιοχή της ... και μετά τη γνωριμία τους και την κατόπτευση της περιοχής επρόκειτο να λάβει χώραν η συμφωνημένη παράδοση και παραλαβή του εν λόγω δέματος η οποία όμως και ματαιώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση τους και δη λόγω της παρεμβάσεως των Αστυνομικών οργάνων τα οποία και συνέλαβαν τον δεύτερο κατηγορούμενο καθ' όν χρόνον μετέφερε το ως άνω δέμα για να παραδώσει αυτό στον πρώτο κατηγορούμενο, με την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα υπ' αυτού τελέσεως του ως άνω αδικήματος". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο απόπειρας αγοράς ναρκωτικής ουσίας, τελεσθείσα από δράστη που ενεργεί τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και επέβαλε σ'αυτόν, δεχόμενο το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμελείας (άρθρο. 84 παρ. 2ε' Π.Κ.), ποινή καθείρξεως ένδεκα (11) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στηνπροσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή κενά ταπραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη διάπραξη εκ μέρους του κατηγορουμένου των εγκλημάτων για τα οποία κατηγορείται τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίουπαραβίασε. Ειδικότερα, με σαφήνεια διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την κρίση του Εφετείου ότι στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα συνέτρεχε η επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 8 (ήδη 23) του νόμου περί ναρκωτικών και συγκεκριμένα της από το άρθρ. 13 περ. στ' του ΠΚ προσδιοριζομένης έννοιας της κατ' επάγγελμα τέλεσης αυτού, με την μορφή της υποδομής που είχε διαμορφώσει αυτός με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των ως άνω αξιόποινων πράξεων, με τις παραδοχές ότι αφ' ενός δεν εργαζόταν, αφ'ετέρου ότι "είχε διασυνδέσεις και γνωριμίες με άτομα που ασχολούντο με την εμπορία ναρκωτικών προκειμένου να προμηθεύεται ευχερώς ναρκωτικές ουσίες, με αποστολή προς αυτόν δεμάτων που περιείχαν ναρκωτικά και έτσι να προβαίνει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της διάθεσης ναρκωτικών ουσιών επ' ανταλλάγματι, με συνέπεια να προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος".
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ. σχετικός περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο, βάλλεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 13 στοιχ. στ' του ΠΚ με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι για την προϋπόθεση της δημιουργίας υποδομής που απαιτείται για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης αρκούσε η γνωριμία με Αλβανούς, είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές του, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων είχε δημιουργήσει υποδομή για επανειλημμένη διάπραξη των ως άνω αξιοποίνων πράξεων, δεν αρκέσθηκε μόνο στην γνωριμία του αναιρεσείοντα με άλλους Αλβανούς, αλλά στην παραδοχή ότι αυτός είχε διασυνδέσεις με άτομα στην Αλβανία που ασχολούντο με την εμπορία ναρκωτικών ουσιών. Η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στουςαυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν ή εις την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει ναπροβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωση τους κατά την οικεία διάταξη, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση, να κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, μετά την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας ζήτησε την αθώωση του πελάτη του, άλλως ζήτησε να του αναγνωρισθεί μεταξύ άλλων και τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2α' και ε' του ΠΚ, προβάλλοντας τα όσα παρακάτω εκτίθενται με έγγραφο υπόμνημα του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και έχει επί λέξει το εξής περιεχόμενο: "Εις περίπτωσιν καταδίκης του κατηγορουμένου θα πρέπει να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του προτέρου εντίμου βίου, της ειλικρινούς μετανοίας και της προσπάθειας να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του αλλά και του γεγονότος ότι συμπεριφέρθηκε καλά δια μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου αποδεικνύονται από το λευκό του ποινικό μητρώο και από το ότι μέχρι την ημέρα συλλήψεως του είχε ζήσει μία έντιμη ατομική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και από την μετέπειτα πορεία του εντός των Κλειστών Δικαστικών Φυλακών Πατρών, αφού ο κατηγορούμενος έχει επιδείξει καλή διαγωγή εντός των φυλακών όπου κρατείται. Από τα ανωτέρω πιστοποιητικά - βεβαιώσεις προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δικαιούται μίας δεύτερης ευκαιρίας. Δεν είναι πρόσωπο επικίνδυνο, ούτε τέλεσε την πράξη κατ' επάγγελμα. Περαιτέρω επιδεικνύει με την στάση του και την συμπεριφορά του εντός των φυλακών, ότι έχει μετανοήσει ειλικρινά και ότι ευρίσκεται στον σωστό δρόμο. Έχει συμπεριφερθεί καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ήτοι από τον Μάϊο του 2005 μέχρι και σήμερα (3 έτη) και δικαιούται να του αναγνωρισθούν οι ως άνω αναφερόμενες ελαφρυντικές περιστάσεις". Με το παραπάνω περιεχόμενο ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου δεν ήταν ορισμένος, αφού δε περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του στην οικεία διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2α και συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Από το άρθρο 364 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η μη ανάγνωση εγγράφου, που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, συνιστά, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, έλλειψη ακροάσεως, η οποία θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' περ. β' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν την ανάγνωση του εγγράφου και το δικαστήριο παρά το νόμο δεν την επέτρεψε ή παρέλειψε ν' αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, όπως αυτός ορθά εκτιμάται, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε ν' αναγνώσει την προσκομισθείσα στο ακροατήριο του 141/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στην οποία περιείχετο ως αναγνωσθείσα κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού ..., σύμφωνα με την οποία θα μπορούσε να εφαρμοσθεί για τον αναιρεσείοντα το άρθρο 24 του Ν.1729/1987. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου δεν ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του η ανάγνωση του ως άνω εγγράφου. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναίρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ. 1ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 30.6.2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 649-650/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή