Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1753 / 2012    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή διεκδικητική.




Περίληψη:
Απόκτηση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία – Αοριστία αγωγής – Η ακριβής περιγραφή μπορεί να γίνει και με αποτύπωση του σε ενσωματωμένο τοπογραφικό δικόγραμμα- Αδιατίμητη προίκα - Από τις 18-2-1983 οι αδιατίμητες προίκες αποδίδονται ανει ετέρου στη γυναίκα. Σύμβαση χρηστ. Δανείου . Ευθύνη κακόπιστου νομέα. Υποχρέωσή του να αποδώσει τα ωφελήματα. Λόγος από 8α – Έννοια πραγμάτων - Λόγος από 11γ’ – Αρκεί η βεβαίωση ότι λήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα. Απορρίπτει αναίρεση κατά τις 86/2010 απόφασης Εφετείου Λάρισας.




Αριθμός 1753/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Λ. του Α., 2) Α. Λ. του Α. και 3) Α. Λ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ντιζέ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Μ. συζ. Κ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ... και 2)Θ. Σ. συζ. Γ. το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστου Τσιαμπαλή, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 323/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 86/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/5/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 12/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ. ’σκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, ενώ, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του ανωτέρω άρθρου 559. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του. Η ακριβής περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα, γιατί έτσι μπορεί και ο εναγόμενος να αμυνθεί και να ταχθούν οι δέουσες αποδείξεις. Στην περίπτωση που η αγωγή αυτή θεμελιώνεται σε παράγωγη μεν κτήση, πρέπει να προβάλλονται στο δικόγραφό της όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος της κυριότητας επί του επιδίκου στον ενάγοντα, και, μόνο αν αμφισβητείται, ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση, αν δε στηρίζεται σε χρησικτησία, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της τα αναγκαία για την κτήση της κυριότητας με τον τρόπο αυτό περιστατικά.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες με την ένδικη από 2-2-2006 αγωγή τους, την οποία εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο ’ρειος Πάγος, ισχυρίστηκαν, ότι η πρώτη από αυτές δυνάμει του .../17-12-2004 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Λάρισας Παναγιώτας Ταρκάση, που μεταγράφηκε νόμιμα, έχει αποκτήσει την ψιλή κυριότητα που της παραχώρησε η δεύτερη από αυτές, παρακρατώντας υπέρ αυτής την επικαρπία, ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 2.475,80 τ.μ., στη θέση "Σταυροδόμι" της κτηματικής περιφέρειας Μακρυχωρίου Λάρισας, που απεικονίζεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από μηνός Φεβρουαρίου 2004 διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Τ., που είναι συνημμένο στην ένδικη αγωγή, και το οποίο συνορεύει δυτικά στην πλευρά του διαγράμματος Γ-Δ μήκους 36,85 μέτρων με αγροτική οδό, βόρεια στην πλευρά του διαγράμματος Β-Γ μήκους 67,13 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, ανατολικά στην πλευρά του διαγράμματος Β-Α μήκους 35,05 μέτρων με παράπλευρη οδό της Ε.Ο. Αθηνών-Θεσσαλονίκης και νότια στην πλευρά του διαγράμματος Α-Δ μήκους 72 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας Ν. Σ.. Ότι τον αγρό αυτό η δεύτερη από αυτές απέκτησε ως αποκλειστική κυρία με το με αριθμό .../1961 προικοσύμφωνο συμβόλαιο του τέως συμβολαιογράφου Κισσάβου Θεοδώρου Λανάρα, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 12 και αριθμό ... του βιβλίου μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κισσάβου από τον πατέρα της Γ. Μ., ασκούσε δε σ' αυτόν έκτοτε (1961) τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του, καλλιεργώντας τον αγρό αυτό και εκμισθώνοντάς τον σε τρίτους. Ότι τον Μάϊο του 2002 παραχώρησαν στους εναγόμενους-αναιρεσείοντες για τις ανάγκες της επιχείρησής τους τμήμα του άνω αγρού και ειδικότερα το εικονιζόμενο με στοιχεία Α-Β-Ε-Ζ στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, εμβαδού 1245 τ.μ., που ορίζεται προς βορρά με ιδιοκτησία εναγομένων-αναιρεσειόντων σε πλευρά 45 μέτρων, προς νότο με ιδιοκτησία Ν. Σ. σε πλευρά μήκους 27 μέτρων, προς ανατολάς με παράπλευρη οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης σε πλευρά μήκους 35,05 μέτρων και προς δυσμάς με αγροτική οδό 40 μέτρων και στη συνέχεια με υπόλοιπο ιδιοκτησίας τους. Ότι οι αναιρεσείοντες παρέμειναν όμως στο παραχωρηθέν ακίνητό τους χωρίς αντάλλαγμα και μάλιστα, όταν τους ζήτησαν για τελευταία φορά το Νοέμβριο του 2004 να το εγκαταλείψουν άμεσα αλλιώς να συμφωνήσουν όρους μίσθωσης, αρνήθηκαν την κυριότητα και νομή τους στο επίδικο τμήμα ακινήτου, ισχυριζόμενοι ότι ουδέποτε τους το παρέδωσαν και ότι δήθεν τους ανήκει. Ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας της πρώτης και της επικαρπίας της δεύτερης στο επίδικο ακίνητο, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους το αποδώσουν και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν σε ολόκληρο ο κάθε ένας το ποσό των 27.000 ευρώ, που τους οφείλουν από ισόποσα μισθώματα που απώλεσαν από την παράνομη και αυθαίρετη χρήση του επιδίκου από τους εναγομένους. Με το πιο πάνω περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, επειδή περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται για την πληρότητά της, εκτίθεται δε σ' αυτή, μεταξύ άλλων, σαφώς και ορισμένως ο τρόπος με τον οποίο η δεύτερη ενάγουσα έγινε κυρία του επιδίκου με παράγωγο τρόπο αλλά και με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας και μάλιστα νεμόμενη η ίδια το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) ετών, ήτοι από το 1961 έως το 2004, χωρίς να χρειάζεται προσμέτρηση του χρόνου νομής του προκατόχου της, ενώ προσδιορίζεται επακριβώς και το επίδικο κατά θέση, όρια, επιφάνεια και πλευρικές διαστάσεις. Ειδικότερα, οι ενάγουσες προσδιορίζουν στην αγωγή κατά τρόπο ορισμένο και σαφή τόσον την μεγαλύτερης έκτασης ιδιοκτησία τους με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α, όσο και το καταληφθέν από τους εναγομένους τμήμα αυτής (επίδικο) με τα στοιχεία Α-Β-Ε-Ζ με αποτύπωσή τους στο παρατιθέμενο τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή και απέρριψε τη σχετική ένσταση αοριστίας των εναγομένων-αναιρεσειόντων δεν αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας, ούτε έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα περιστατικά ως προς την περιγραφή του επίδικου τμήματος και του μείζονος ακινήτου των εναγουσών, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1, 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες και συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της αναίρεσης καθ' όλα τα μέρη του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, επιπροσθέτως των όσων ορίζουν οι ουσιαστικές διατάξεις που εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, κατά το άρθρο 15 εδάφ. β' του Ν. 1329/1983, "καταργούνται όλες οι διατάξεις του Έκτου Κεφαλαίου του Τέταρτου Βιβλίου του Αστικού Κώδικα (άρθρα 1406 έως 1437) που αφορούν την προίκα", ενώ κατά τα άρθρα 56 παρ. 1 και 57 εδάφ. α' του ίδιου Νόμου, "οι προίκες που έχουν ήδη συσταθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου αποδίδονται στη γυναίκα. Από το χρονικό αυτό σημείο η γυναίκα αποκτά αυτοδικαίως το πλήρες δικαίωμα στα προικώα. Η απόδοση δεν υπόκειται σε καμία φορολογία ή τέλος" (άρθρο 56) και "από την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου η γυναίκα αποκτά αυτοδικαίως χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε φόρου ή τέλους την κυριότητα των πραγμάτων που δόθηκαν στον άνδρα για προίκα κατά κυριότητα και σώζονται στην περιουσία του" (άρθρο 57). Έτσι, από την διάταξη του ως άνω άρθρο 56 παρ. 1, που αφορά τις προίκες που συστήθηκαν κατά τις διατάξεις που καταργήθηκαν των άρθρων 1412 παρ. 2 και 1414 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 15 αυτού, με την οποία καταργούνται όλες οι διατάξεις που αναφέρονται στην προίκα και κηρύσσεται από την έναρξη της ισχύος του άκυρη κάθε περιουσιακή επίδοση η οποία αποτελεί προίκα, σαφώς συνάγεται ότι από τις 18-2-1983 (ημέρα ενάρξεως της ισχύος του νόμου αυτού) οι προίκες θεωρούνται αυτοδικαίως αποδοθείσες στη γυναίκα, την άμεσο και οριστική προστασία των δικαιωμάτων της οποίας αποσκοπούσε ο νομοθέτης, ο οποίος επέλεξε τελικά ως λύση, όχι μόνο την κατάργηση του θεσμού της προίκας αλλά και την άνευ ετέρου απόδοση των πριν από την έναρξή του συσταθεισών αδιατίμητων προικών σ' εκείνη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς, και, όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά, και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και, όταν υφίστανται ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η δεύτερη των εναγουσών και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων με το με αριθμό .../1961 προικοσύμφωνο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Κισσάβου Θεοδώρου Λανάρα, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 12 και αριθμό ... του βιβλίου μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κισσάβου, απέκτησε από τον πατέρα της Γ. Μ., ως προίκα εν όψει του γάμου της με τον Γ. Σ., μεταξύ άλλων ακινήτων, και έναν αγρό που βρίσκεται στη θέση "Σταυροδόμι" της κτηματικής περιφέρειας Μακρυχωρίου Λάρισας, εκτάσεως κατά τον αρχικό αυτό τίτλο κτήσεως τριών (3) στρεμμάτων και σήμερα, κατόπιν απαλλοτριώσεώς του για την διαπλάτυνση της Ε.Ο. Αθηνών - Θεσσαλονίκης, εκτάσεως ήδη 2.475,80 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο στην αγωγή από Φεβρουαρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Τ. με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α και συνορεύει βόρεια με πλευρά Β-Γ μήκους 63,17 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας των δύο πρώτων των εναγομένων και ήδη ιδιοκτησίας Μ. Λ., νότια με πλευρά Α-Δ μήκους 72 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας Ν. Σ., δυτικά με πλευρά Δ-Γ μήκους 36,85 μέτρων με αγροτική οδό και ανατολικά με πλευρά Β-Α μήκους 35,05 μέτρων με παράπλευρη οδό της Ε.Ο. Αθηνών-Θεσσαλονίκης. Το εν λόγω ακίνητο η δεύτερη ενάγουσα-δεύτερη αναιρεσίβλητη από το έτος 1961, που περιήλθε στην κυριότητά της, μέχρι και το έτος 2004 ασκούσε διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και συγκεκριμένα το καλλιεργούσε με σιτάρι χωρίς να ενοχληθεί από κανένα και κατέστη έτσι κυρία αυτού και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νεμήθηκε το επίδικο για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι (20) ετών. Κατόπιν, δυνάμει του .../17-12-2004 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Λάρισας Παναγιώτας Ταρκάση, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κισσάβου στον τόμο 37 και αριθμούς ...-..., η δεύτερη αναιρεσίβλητη μεταβίβασε με γονική παροχή την ψιλή κυριότητα του ως άνω ακινήτου της στην πρώτη αναιρεσίβλητη, θυγατέρα της, παρακρατώντας εφ' όρου ζωής την επικαρπία για τον εαυτό της. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι το έτος 2000 οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες, που οι δύο πρώτες εξ αυτών ήταν συγκύριες του ακινήτου που συνορεύει νοτίως με το ως άνω ακίνητο των αναιρεσιβλήτων και διατηρούν σ' αυτό οικογενειακή επιχείρηση πώλησης αυτοκινήτων, ζήτησαν από αυτές να αγοράσουν τμήμα του ακινήτου τους, που τότε ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη. Οι τελευταίες αρνήθηκαν, πλην όμως συμφώνησαν να τους παραχωρήσουν τη χρήση του με την προοπτική να το εκμισθώσουν σ' αυτούς. Έτσι, παραχώρησαν στους αναιρεσείοντες τη χρήση τμήματος εμβαδού 1.245 τμ., που αποτελεί το επίδικο και εμφαίνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Τ. με τα στοιχεία Α-Β-Ε-Ζ και συνορεύει βορείως σε πλευρά Β-Ε μήκους 45 μέτρων με την ιδιοκτησία των δύο πρώτων των αναιρεσειόντων και ήδη Μ. Λ., νοτίως σε πλευρά Α-Ζ μήκους 27 μέτρων με ιδιοκτησία Ν. Σ., δυτικώς σε πλευρά Ζ-Ε μήκους 40 μέτρων με αγροτικό δρόμο και πέραν αυτού με υπόλοιπο τμήμα ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων και ανατολικώς σε πλευρά Α-Β μήκους 35.05 μέτρων με την παράπλευρη οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια ο τρίτος των αναιρεσειόντων περιέφραξε το επίδικο το έτος 2002 και το ενσωμάτωσε στο όμορο ακίνητο ιδιοκτησίας τότε των δύο πρώτων των αναιρεσειόντων. Όταν οι αναιρεσίβλητες ζήτησαν το Νοέμβριο του 2004 να τους αποδώσουν οι αναιρεσείοντες το επίδικο, ενόψει του ότι δεν είχε συναφθεί ακόμη η μεταξύ τους σύμβασαη μισθώσεως, αυτοί αρνήθηκαν αδικαιολογήτως. Κατά τον τρόπο αυτό το κατέλαβαν παράνομα χωρίς την θέληση των αναιρεσιβλήτων, προσβάλλοντας έτσι την κυριότητά τους στο επίδικο, το οποίο αρνούνται να το αποδώσουν. Ο ισχυρισμός των εναγομένων-αναιρεσειόντων που αποτελεί και λόγο έφεσής τους ότι απέκτησαν το επίδικο ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης από αγορά δυνάμει του .../1995 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Κισσάβου Μωυσή-Μωρίς Λεβή, το οποίο εξάλλου δεν προσκομίζουν, κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος, η δε μεταβίβαση μετά την άσκηση της αγωγής του επιδίκου από τις δύο πρώτες εναγόμενες στη μητέρα τους Μ. Λ. με το .../15-1-2007 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Λάρισας Μ. Δαμιανού δεν προσπορίζει στην τελευταία κυριότητα επ' αυτού, αφού πρόκειται για μεταβίβαση παρά μη κυρίου, συνακόλουθα δε ο σχετικός λόγος έφεσής τους απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος. Αβάσιμος κρίνεται και ο λόγος έφεσης αναφορικά με την έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως του τρίτου των εκκαλούντων-τρίτου των αναιρεσειόντων για το λόγο ότι μεταβιβάστηκε στη Μ. Λ., αφού πέρα του γεγονότος ότι η ως άνω μεταβίβαση έγινε παρά μη κυρίου μετά την άσκηση της αγωγής, όλοι οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες προέβησαν στην κατάληψη του επιδίκου, αφού ασκούσαν από κοινού επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων σε όμορο ακίνητο. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, τα ανωτέρω αποδεικνύονται και α') από το προαναφερθέν .../1961 προικοσύμφωνο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Κισσάβου, με ο οποίο μεταβιβάστηκε στην δεύτερη αναιρεσίβλητη η κυριότητα, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο και από το οποίο προκύπτει, ότι είχε περιέλθει στον προικοδότη δικαιοπάροχο πατέρα της δεύτερης αναιρεσίβλητης με έκτακτη χρησικτησία, με άσκηση νομής επ' αυτού πλέον της πεντηκονταετίας ως μοναδικού κληρονόμου του αποβιώσαντος προ του έτους 1901 πατέρα του Α. Μ. και στον πατέρα αυτού είχε περιέλθει με αγορά (ταπί), και β') από την από 17-7-2003 βεβαίωση της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων και τα προσκομιζόμενα κτηματολογικά διαγράμματα, ότι κατά την απαλλοτρίωση που έγινε για την βελτίωση του αυτοκινητόδρομου Λάρισας Θεσσαλονίκης τμήμα του ακινήτου των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων, που βρίσκεται στο ανατολικό όριο αυτού και αποτελεί συνέχεια του επιδίκου, εμβαδού 332 τ.μ., απαλλοτριώθηκε και η δεύτερη αναιρεσίβλητη αποζημιώθηκε ως δικαιούχος της αποζημίωσης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι η δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη έγινε κυρία του επίδικου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και κατόπιν τούτου, αφού απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων, δέχτηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή, καθώς και εν μέρει την σωρευόμενη αγωγή αποδόσεως ωφελημάτων καθ' ο μέρος ασκείται από την πρώτη αναιρεσίβλητη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1045, ΑΚ και των άρθρων 15, 56, 57 του Ν. 1329/1983, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από την δεύτερη αναιρεσίβλητη τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές του το Εφετείο δέχτηκε, ότι το επίδικο ακίνητο είναι τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, όπως αυτά σαφώς προσδιορίζονται και περιγράφονται κατά έκταση, θέση και όρια στην προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο δυνάμει του αναφερόμενου προικοσυμφώνου συμβολαίου του έτους 1961 απέκτησε η δεύτερη αναιρεσίβλητη από τον πατέρα της ως προίκα εν όψει του γάμου της, ότι από το έτος 1961 μέχρι και το έτος 2004, οπότε δυνάμει συμβολαίου γονικής παροχής μεταβίβασε με γονική παροχή την ψιλή κυριότητα του ακινήτου αυτού στην πρώτη αναιρεσίβλητη θυγατέρα της, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ασκούσε επ' αυτού διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου και συγκεκριμένα το καλλιεργούσε με σιτάρι χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν και περί το έτος 2000 παραχώρησαν στους αναιρεσείοντες το επίδικο τμήμα του όλου ακινήτου, το οποίο ενσωμάτωσαν στο όμορο ακίνητο ιδιοκτησίας των δυό πρώτων των αναιρεσιβλήτων και, έτσι, το κατέλαβαν παράνομα, χωρίς τη θέληση των αναιρεσιβλήτων, αρνούμενοι να το αποδώσουν. Το ότι δεν αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ότι η συσταθείσα ως άνω το 1961 αδιατίμητη προίκα, μετά την ισχύ του νόμου 1329/1983 (18-2-1983), αποδόθηκε αυτοδικαίως στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης είναι πλήρεις. Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το μέρος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο και κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1995 μέχρι το έτος 2004, ενώ από το έτος 1995 ασκούσαν πράξεις νομής σ' αυτό οι δύο πρώτες των αναιρεσειόντων, που το είχαν αγοράσει με το .../1995 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Κισσάβου Μωυσή - Μωρίς Λεβή, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1033 και 1045 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν προσβάλλεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 249, 251, 982, 1045, 1095 και 810, 816, 817 ΑΚ προκύπτει, ότι επί συμβάσεως χρησιδανείου, που φέρει ενοχικό χαρακτήρα και δύναται να καταρτισθεί και ατύπως έστω και αν αφορά ακίνητο, εάν ο χρήστης είναι κύριος του χρησιδανεισθέντος πράγματος, δύναται να αναζητήσει τούτο είτε με την αγωγή από το χρησιδάνειο, είτε με τη διεκδικητική, που βασίζεται στο δικαίωμα κυριότητάς του. Και η μεν από το χρησιδάνειο αγωγή κατά του λήπτου προς απόδοση του πράγματος γεννιέται και είναι δικαστικά επιδιώξιμη με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, ή εάν δεν ορίσθηκε διάρκεια της συμβάσεως, αμέσως μόλις ο χρησάμενος κάνει χρήση του πράγματος ή περάσει ο χρόνος κατά τον οποίο μπορούσε να κάνει χρήση, οπότε αρχίζει η παραγραφή αυτής, η δε από το δικαίωμα κυριότητας πηγάζουσα διεκδικητική αγωγή κατά του κατέχοντος το πράγμα από την ως άνω αιτία, γεννιέται και είναι δικαστικά επιδιώξιμη όχι από την παραλαβή του με βάση τη σύμβαση χρησιδανείου, οπότε ο χρησάμενος νέμεται αυτό ως άμεσος αντιπρόσωπος και για λογαριασμό του χρήστη, αλλά από την ως άνω λήξη του δικαιώματος προς χρήση ή και πριν από αυτήν, αφότου ο χρησάμενος, αντιποιούμενος τη νομή του τελευταίου, έπαυσε να κατέχει το πράγμα για λογαριασμό εκείνου και το νέμεται για δικό του λογαριασμό, του γεγονότος δε τούτου έλαβε γνώση ο χρήστης (Ολ.ΑΠ 170/2003). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ σαφώς συνάγεται, ότι η ευθύνη του κακόπιστου νομέα, δηλαδή εκείνου, ο οποίος, κατά την κατάληψη του πράγματος, γνώριζε ή από βαρεία αμέλεια αγνοούσε ή έμαθε αργότερα ότι δεν δικαιούται στη νομή του, είναι όμοια με εκείνη του καλόπιστου νομέα μετά την επίδοση της αγωγής και αρχίζει αφότου έγινε κακόπιστος. Ειδικότερα ο κακόπιστος νομέας υποχρεούται έκτοτε να αποδώσει τα ωφελήματα, τα οποία έχουν εξαχθεί, και να αποκαταστήσει την αξία όσων εξ αυτών δεν εξήγαγε, ενώ μπορούσε κατά τους κανόνες της τακτικής διαχειρίσεως να εξαγάγει. Εφόσον δε ο νόμος δεν διακρίνει, η ευθύνη του νομέα για την απόδοση των καρπών του πράγματος ισχύει όχι μόνο όταν ενάγεται με τη διεκδικητική αγωγή, αλλά και με ιδιαίτερη αγωγή. Ωφελήματα είναι όχι μόνο οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος ( άρθρο 962 ΑΚ). Επομένως, ωφέλημα είναι και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ' άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τις κρίσιμες σχετικές παροδοχές του, δέχτηκε, ότι τον Νοέμβριο του 2004 οι αναιρεσίβλητες ζήτησαν από τους αναιρεσείοντες να τους αποδώσουν το επίδικο και έτσι από τον Νοέμβριο του 2004 οι τελευταίοι γνώριζαν την υποχρέωσή τους προς απόδοση του επιδίκου και παρά ταύτα αρνήθηκαν αδικαιολόγητα την απόδοσή του, έκτοτε δε χρησιμοποιούν αυτό αποκλειστικά για τις ανάγκες της οικογενειακής τους επιχείρησης, η οποία λειτουργεί στο όνομα των δύο πρώτων των αναιρεσειόντων και έτσι υποχρεούνται ως κακόπιστοι νομείς στην απόδοση της εκ της αποκλειστικής χρήσεως ωφέλειας, η οποία συνίσταται στα μισθώματα που αυτοί ωφελήθηκαν από την χρήση του επιδίκου κατά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 2004 έως τον χρόνο άσκησης της αγωγής (Φεβρουάριος 2006). Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι λαμβάνοντας υπόψη την έκταση του επιδίκου και ότι αυτό βρίσκεται στην εθνική οδό, το μηναίο μίσθωμα ανέρχεται σε 200 ευρώ και συνεπώς για τους ανωτέρω μήνες οι αναιρεσείοντες ωφελήθηκαν μισθώματα συνολικού ποσού (200 ευρώ Χ 16 μήνες=) 3.200 ευρώ. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι οι αναιρεσείοντες ήδη από τον Νοέμβριο του 2004 γνώριζαν ότι έπρεπε να αποδώσουν το επίδικο, αρνούμενοι δε να πράξουν τούτο, έκτοτε υποχρεούνταν ως κακόπιστοι νομείς στην απόδοση της ωφέλειας από την αποκλειστική χρήση του επιδίκου, που συνίσταται στα μισθώματα 16 μηνών, τα οποία ωφελήθηκαν από την χρήση του επιδίκου και κατόπιν τούτου δέχτηκε εν μέρει τη σωρευόμενη αγωγή αποδόσεως ωφελημάτων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 810, 816, 1096 και 1098 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραβίασης των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να θεμελιώσει το αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με την κτήση από την δεύτερη αναιρεσίβλητη της κυριότητάς της επί του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, δέχθηκε ότι αυτή από το έτος 1961, που ο πατέρας της με το αναφερόμενο προικοσύμφωνο συμβόλαιο της μεταβίβασε κατά κυριότητα το μεγαλύτερο ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, μέχρι το έτος 2004, "ασκούσε διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και συγκεκριμένα το καλλιεργούσε με σιτάρι χωρίς να ενοχληθεί από κανένα και κατέστη έτσι κυρία αυτού και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νεμήθηκε το επίδικο για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι (20) ετών", και, έτσι, έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό, ο οποίος δεν είχε προταθεί από την δεύτερη αναιρεσίβλητη. Όμως, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη είχε με αυτήν επικαλεστεί, ότι νέμονταν το επίδικο ακίνητο "... ασκούσε δε σ' αυτό έκτοτε (1961) τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του, καλλιεργώντας τον αγρό αυτό και εκμισθώνοντάς τον σε τρίτους". Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, και συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη της περί ιδίας κυριότητας ένστασης των δύο πρώτων των αναιρεσειόντων επί του επιδίκου: 1) το .../1995 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Κισσάβου Μωυσή - Μωρίς Λεβή, με το οποίο οι δύο πρώτες των αναιρεσειόντων απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ως τμήμα μείζονος εκτάσεως ακινήτου, και 2) το .../15-1-2007 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Λάρισας Μαρίας Δαμιανού, με το οποίο οι δύο πρώτες των αναιρεσειόντων μετά την άσκηση της αγωγής μεταβίβασαν το επίδικο στη μητέρα τους, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχαν, κατά το αναιρετήριο, νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά η ένσταση των αναιρεσειόντων περί ιδίας κυριότητας, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και το πιο πάνω με στοιχείο 2 υπ' αριθ. .../15-1-2007 συμβόλαιο το οποίο μάλιστα ειδικώς μνημόνευσε και ρητά απέκρουσε με την αιτιολογία, ότι η περιεχομένη σ' αυτό μεταβίβαση δεν προσπορίζει στη μητέρα των αναιρεσειουσών κυριότητα επί του επιδίκου, αφού πρόκειται για μεταβίβαση παρά μη κυρίου και επομένως ως προς το έγγραφο αυτό ο σχετικός λόγος κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο λόγος αυτός ως προς το με στοιχείο 1 έγγραφο (το υπ' αριθ. .../1995 συμβόλαιο πώλησης) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν πλήττεται η περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και δη η παραδοχή του Εφετείου, ότι οι αναιρεσείοντες δεν προσκόμισαν στο Εφετείο το έγγραφο αυτό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-5-2010 αίτηση των Σ. Λ. κ.λ.π. για αναίρεση της 86/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή