Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1552 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Έκδοση πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων. Στοιχεία κατ' άρθρο 19 Ν. 2523/1997. Δεν απαιτείται για την άσκηση ποινικής διώξεως αρκεί το πόρισμα του ελέγχου της φορολογικής αρχής (ΑΠ 752/2010, ΑΠ 763/2009, ΑΠ 2515/2008). Παραγραφή επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 Ν. 2523/1997, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με Ν. 2954/2001. Αρχίζει από την θεώρηση του πορίσματος της έκθεσης ελέγχου της φορολογικής αρχής Εφαρμόζεται και στα αδικήματα του όρθρου 19 που τελέσθηκαν πριν την ισχύ του Ν. 2954/2001 (ΑΠ 841/2010, ΑΠ 1223/2010, ΑΠ 271/2009, ΑΠ 1427/2009, ΑΠ 993/2009). Πότε απόλυτη ακυρότητα από μη ανάγνωση εγγράφου. Υποβολή αιτήματος και μη απάντηση ή μη ικανοποίηση (ΑΠ 154/2010). Απόλυτη ακυρότητα από λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν. Δεν ισχύει επί εγγράφων που αποτελούν τη βάση του εγκλήματος και στοιχείο του κατηγορητηρίου (ΑΠ 490/2010, ΑΠ 38/2009). Αιτιολογία πλήρης και εμπεριστατωμένη. Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή. Έλλειψη ακροάσεως. Πότε υπάρχει (ΑΠ 358/2010, ΑΠ 191/2010, 114/2010, ΑΠ 250/2009, ΑΠ 1303/2010) -.




Αριθμός 1552/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις δύο αιτήσεις
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νούσκαρη, περί αναιρέσεως της 672/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Γιαννιτσών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Ιανουαρίου 2010 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 176/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι: 1. από 4-1-2010 Αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ1 και 2. από 4-1-2010 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ2 στρέφονται κατά της αυτής 672/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Γιαννιτσών, με την οποία κηρύχθηκαν οι αναιρεσείοντες ένοχοι φοροδιαφυγής κατ εξακολούθηση, που τελέσθηκε με την αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19 Ν. 2423/1997), ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (473 παρ. 2 και 3, 509 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ).
Συνεπώς, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συναφείας, πρέπει να συνεκδικασθούν.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ίδιου ως άνω Ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η τελευταία αυτή διάταξη για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, εφόσον δεν κάνει διάκριση, κατελάμβανε και τα εγκλήματα του ως άνω άρθρου 19, μολονότι η ποινική δίωξη γι' αυτά ασκούταν άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, (σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 πα. 3 του Ν. 2753/1999) και δεν είχε ως προϋπόθεση την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και επί μη ασκήσεως προσφυγής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, όπως επί των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου. Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π., δεν προκύπτει ότι για το έγκλημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένα αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύσουν επ' αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112 κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεώς τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 προστέθηκε στην ως άνω παραγ. 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2.11.2001. Περαιτέρω η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι, όπως αναφέρθηκε, θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη προκειμένου για πλημμελήματα, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν έχει εκ του νόμου, τούτο δε συντρέχει, πέραν των περιπτώσεων που ενδεικτικώς αναφέρονται στην ως άνω διάταξη, και όταν το δικαστήριο, ενώ το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφθηκε με παραγραφή, δεν παύει την ασκηθείσα ποινική δίωξη, αλλά επιβάλλει για την παραγραφείσα πράξη ποινή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 672/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά τα έτη 2000 και 2001 και 2002 και ειδικότερα, για τα δύο πρώτα έτη, από 20-7-2000 για τον πρώτο και 9-6-2000 για τον δεύτερο αναιρεσείοντες και μέχρι τις 5-10-2001 και για τους δύο. Οι εκθέσεις ελέγχου από τους αρμοδίους υπαλλήλους του Σ.Δ.Ο.Ε. Δυτ. Μακεδονίας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπησή τους, συντάχθηκαν στις 28-8-2003 και την ίδια ημερομηνία θεωρήθηκαν από την Προϊσταμένη της Υπηρεσίας.
Συνεπώς έκτοτε άρχισε η παραγραφή της σε βαθμό πλημμελήματος πράξεως που αποδιδόταν στους αναιρεσείοντες και μέχρι της εκδικάσεώς της στο Τριμελές Πλημ/κείο στις 21-10-2009 δεν είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών, ήτοι ο χρόνος των πέντε ετών της παραγραφής της και των τριών ετών της αναστολής αυτής, ο δε περί του αντιθέτου ισχυρισμός των αναιρεσειόντων τυγχάνει αβάσιμος.
Συνεπώς, εφόσον και η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ομοίως και προχώρησε στην ουσιαστική διερεύνηση της κατηγορίας, κατόπιν της οποίας και τους κήρυξε ενόχους της ανωτέρω πράξεως, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπερέβη την εξουσία του. Κατ ακολουθία τούτων ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Η' κυρίως και Ε', επικουρικώς, πέμπτος λόγος των δύο αιτήσεων αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ.1. Ο Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή τη υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004), ορίζει ότι. "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ...2. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3 ... 4. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία....". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. γ του ίδιου νόμου, όπως το τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ.3 άρθρ.12 Ν.2753/1999 "...Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου (Α.Ε.Π.) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται αντικειμενικώς έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών, κατά την ανωτέρω έννοια, φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση η αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ.1 περ. η' του Ν.1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Από τις αυτές διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι, στις περιπτώσεις που το αδίκημα της φοροδιαφυγής τελείται με τους ανωτέρω τρόπους (έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αποδοχή εικονικών ή νόθευση), η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει ως προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της αυτής διατάξεως, για τις λοιπές περιπτώσεις φοροδιαφυγής. Διάταξη, η οποία να καθιστά υποχρεωτική την αναστολή της ποινικής δίωξης για τις ανωτέρω πράξεις της φοροδιαφυγής, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 19 παρ.1 του ν. 2523/1997, μέχρις ότου να αποφανθούν αμετακλήτως τα Διοικητικά Δικαστήρια επί σχετικής προσφυγής του κατηγορουμένου για την πράξη αυτή, όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά η άποψη αυτή βρίσκεται σε αντίθεση με την προαναφερόμενη διάταξη του εδ. γ' άρθρου 19 παρ.2γ του ν. 2523/1997. 2. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή περιλαμβάνουν τα στοιχεία που κατά την οικεία διάταξη νόμου τους απαρτίζουν. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ούτε εκ του ότι το δικαστήριο εξαίρει κάποιο απ αυτά σημαίνει ότι δεν έλαβε υπόψη τα υπόλοιπα. Πρέπει, όμως, να προκύπτει, είτε από το σκεπτικό είτε από το σύνολο της αποφάσεως, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την ενοχή του κατηγορουμένου. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. 3. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Πλημ/κειο Γιαννιτσών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στους αναιρεσείοντες πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ εξακολούθηση και για το χρονικό διάστημα που αναφέρει των ετών 2000, 2001 και 2002: "Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο 1ος κατηγορούμενος στο ... κατά την διάρκεια των ετών 2000, 2001 και 2002, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, με πρόθεση προέβη στην αποδοχή εικονικών τιμολογίων και ειδικότερα στις παρακάτω ημερομηνίες, ως επαγγελματίας αυτοκινητιστής, αποδέχθηκε τα κάτωθι φορολογικά στοιχεία από τον Α5, που ο τελευταίος είχε εκδώσει στα ονόματα των Α3, Α1 και Α4 (τα οποία είτε τυγχάνουν ανύπαρκτα πρόσωπα είτε υπαρκτά, πλην όμως ουδέποτε ασχοληθέντα με το εμπόριο υγρών καυσίμων, ορυκτελαίων, λιπαντικών και ελαστικών) και είχε αναγράψει ως στοιχεία πελάτη τα στοιχεία του ίδιου του Χ2, κατοίκου ... και συγκεκριμένα:
Α' κατά το έτος 2000 1. την 9-6-2000 το, υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά ΜICHELIΝ, ήτοι συνολικής αξίας 620.000 δρχ. 2. την 31-7-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά , ήτοι συνολικής αξίας 1.220.000 δρχ.
3. την 23-8-2000 το υπ' αριθμ. θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά ήτοι συνολικής αξίας 1.110.000 δρχ.
4. την 15-9-2000 το υπ' αριθμ. θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 1.752.300 δρχ. 5. την 10-10-2000 το υπ' αριθμ. θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι συνολικής αξίας 1.840,000δρχ.
6. την 18-10-2000 το υπ' αριθμ. θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 930.000 δρχ.
7. την 22-10-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια αξίας 708.000 δρχ.
8. την 19-12-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι συνολικής αξίας 1.156.400 δρχ.
9. την 27-12-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 1.675.600 δρχ.
10. την 29-12-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι συνολικής αξίας 1.482.080 δρχ.
Β' κατά το έτος 2001:
11. την 18-1-2001 το υπ' αριθμ.... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι συνολικής αξίας 1.180.000 δρχ.
12. την 5-2-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 1.534.000 δρχ 13. την 16-2-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση 1φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ορυκτέλαια και ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.548.160δρχ.
14. την 15-3-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.534.000 δρχ.
15. την 22-3-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.180.000 δρχ.
16. την 2-4-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1,593.000 δρχ.
17. την 10-4-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια και ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 654.900δρχ. 18. την 4-6-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 ούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.404.200 δρχ.
19. την 13-6-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.357.000 δρχ.
20. την 28-6-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά και ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.390.040 δρχ.
21. την 13-8-2001 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.250.800 δρχ.
22. την 22-8-2001 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.062.000 δρχ.
23. την 11-9-2001 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια και ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.143.420 δρχ.
24. την 5-10-2001 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 861.400 δρχ.
25. την 7-12-2001 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4 φερόταν, ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.876.200 δρχ.
26. την 15-12-2001 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια και ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.687.400 δρχ.
Γ' κατά το έτος 2002:
27. την 28-1-2002 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, συνολικής αξίας 3.606,20 ΕΥΡΩ.
28. την 13-2-2002 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, συνολικής αξίας 2.920,50 ΕΥΡΩ.
29. την 6-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, συνολικής αξίας 4.484,00 ΕΥΡΩ.
30. την 10-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, συνολικής αξίας 4.571,08 ΕΥΡΩ.
31. την 23-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά και ανταλλακτικά, συνολικής αξίας 4.401,35 ΕΥΡΩ.
32. την 20-5-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 10.148,00 ΕΥΡΩ.
33. την 3-6-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 10.207,00 ΕΥΡΩ.
34. την 10-8-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 3.587,20 ΕΥΡΩ.
35. την 21-8-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια και ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 2.968,88 ΕΥΡΩ.
36. την 28-5-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 4.218,50. ΕΥΡΩ.
37. την 3-6-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 4.283,40 ΕΥΡΩ.
38. την 11-6-2.002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 4.348,30 ΕΥΡΩ.
Τα ανωτέρω έπραξε ο πρώτος κατηγορούμενος, αν και γνώριζε ότι άπαντα τα προρρηθέντα φορολογικά στοιχεία ήταν στο σύνολο τους εικονικά ως προς τα πραγματικά πρόσωπα των εκδοτών, που δεν ήταν οι Α2, Α1, Α4 και Α3, κατά περίπτωση, αλλά ο υποκρυπτόμενος Α5 και περαιτέρω τα υπ' αριθμ. ... ως άνω τιμολόγια, συνολικής καθαρής αξίας 5.531,10 ευρώ ήταν εικονικά και ως προς τη συναλλαγή, επειδή αφορούσαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, ότι τα υπ' αριθμ. ... ως άνω τιμολόγια, συνολικής καθαρής αξίας 10.890,00 ΕΥΡΩ ήταν πλαστά και εικονικά και ως προς τη συναλλαγή, επειδή αφορούσαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, τα λοιπά ως άνω τιμολόγια, συνολικής καθαρής αξίας 118.151,46 ΕΥΡΩ ήταν και μερικώς εικονικά ως προς τη συναλλαγή, επειδή δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστεί το ύψος των πραγματικών συναλλαγών κατά περίπτωση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε και ότι ο 2ος κατηγορούμενος στον ... κατά την διάρκεια των ετών 2000, 2001 και 2002, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, με πρόθεση προέβη στην αποδοχή εικονικών τιμολογίων και ειδικότερα στις παρακάτω ημερομηνίες, ως επαγγελματίας αυτοκινητιστής, αποδέχθηκε τα κάτωθι φορολογικά στοιχεία από τον Α5, που ο τελευταίος είχε εκδώσει στα ονόματα των Α3 Α2, Α1 και Α4 (τα οποία είτε τυγχάνουν ανύπαρκτα πρόσωπα είτε υπαρκτά, πλην όμως ουδέποτε ασχοληθέντα με το εμπόριο υγρών καυσίμων, ορυκτελαίων, λιπαντικών και ελαστικών) και είχε αναγράψει ως στοιχεία πελάτη τα στοιχεία του ίδιου του Χ, κατοίκου ... και συγκεκριμένα:
Α' κατά το έτος 2000 1. την 20-7-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 1,240.000 δρχ.
2. την 5-8-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2 φερόταν άτι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι συνολικής αξίας 890.000 δρχ.
3. την 26-8-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 1.015.000 δρχ.
4. την 10-9-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αξίας 1,534.000 δρχ.
5. την 19-9-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι συνολικής αξίας 1.168.200 δρχ.
6. την 16-10-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά, ήτοι συνολικής αξίας 1.292.000δρχ.
7. την 11-10-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά, ήτοι συνολικής αξίας 939.280 δρχ.
8. την 23-10-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 2.820.200 δρχ.
9. την 18-12-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 1.675.600 δρχ.
10. την 20-12-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με τι οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 1628.400 δρχ.
11. την 21-12-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ό,τι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά, ήτοι συνολικής αξίας 1.211.860δρχ.
12. την 28-12-2000 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι συνολικής αξίας 837.800 δρχ.
Β' κατά το έτος 2001:
13. την 8-1-2001 το υπ' αριθμ.... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.534.000 δρχ.
14. την 5-2-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1,180.000 δρχ.
15. την 16-2-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ορυκτέλαια και ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.559.960 δρχ.
16. την 10-4-2001 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α1 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ορυκτέλαια και ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.005.360 δρχ.
17. την 13-8-2001 το υπ' αριθμ. θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά-ορυκτέλαια, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1876.200 δρχ.
18. την 11-9-2001 το υπ' αριθμ, θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1557.600 δρχ.
19. την 24-9-2001 το υπ' αριθμ. θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά-ορυκτέλαια, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1392.400 δρχ.
20. την 5-10-2001 το υπ' αριθμ. θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1463.200 δρχ.
21. την 25-10-2001 το υπ' αριθμ. θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά-ορυκτέλαια, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1492.700 δρχ.
22. την 112-2001 το υπ' αριθμ. θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1557.600δρχ.
23. την 11-12-2001 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1593.000 δρχ.
24. την 18-12-2001 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1479.720 δρχ.
25. την 27-12-2001 το υπ1 αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α4, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ήτοι αντικείμενα συνολικής αξίας 1.727.520 δρχ.
Γ' κατά το έτος 2002:
26. την 29-1-2002 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, συνολικής αξίας 6.316,54 ΕΥΡΩ.
27. την 10-2-2002 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2 φερόταν, ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, συνολικής αξίας 7.009,20 ΕΥΡΩ.
28. την 28-2-2002 το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α2, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, συνολικής αξίας 4.445,65 ΕΥΡΩ.
29. την 6-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, συνολικής αξίας 5.487,00 ΕΥΡΩ.
30. την 10-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ορυκτέλαια, συνολικής αξίας 5.332,92 ΕΥΡΩ.
31. την 18-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3 φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ορυκτέλαια και ανταλλακτικά, συνολικής αξίας 4.962,07 ΕΥΡΩ.
32. την 23-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, ορυκτέλαια και ανταλλακτικά, συνολικής αξίας 5.245,52 ΕΥΡΩ.
33. την 29-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ελαστικά, συνολικής αξίας 5.264,05 ΕΥΡΩ.
34. την 20-5-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά, συνολικής αξίας 8.260,00 ΕΥΡΩ.
35. την 3-6-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο ανταλλακτικά, συνολικής αξίας 8.614,00 ΕΥΡΩ.
36. την 9-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, συνολικής αξίας 6.475,84 ΕΥΡΩ.
37. την 30-4-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, συνολικής αξίας 6.625,11 ΕΥΡΩ, 38. την 28-5-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, συνολικής αξίας 4.543,00 ΕΥΡΩ.
39. την 20-6-2002 το υπ' αριθμ. Θεώρησης ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση Α3, φερόταν ότι πώλησε στον κατηγορούμενο πετρέλαιο κίνησης, συνολικής αξίας 4.867,50 ΕΥΡΩ.
Τα ανωτέρω έπραξε ο εν λόγω κατηγορούμενος, αν και γνώριζε ότι άπαντα τα προρρηθέντα φορολογικά στοιχεία ήταν στο σύνολο τους εικονικά ως προς τα πραγματικά πρόσωπα των εκδοτών, που δεν ήταν οι Α2 ,Α1, Α4 και Α3, κατά περίπτωση, αλλά ο υποκρυπτόμενος Α5 και περαιτέρω τα υπ' αριθμ. 26, 27 και 28 ως άνω τιμολόγια, συνολικής καθαρής αξίας 15,060,50 ευρώ ήταν εικονικά και ως προς τη συναλλαγή, επειδή αφορούσαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, ότι τα υπ' αριθμ. 36, 37 και 38 και 39 ως άνω τιμολόγια, συνολικής καθαρής αξίας 19.077,50 ΕΥΡΩ ήταν πλαστά και εικονικά και ως προς τη συναλλαγή, επειδή αφορούσαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, τα λοιπά ως άνω τιμολόγια, καθαρής αξίας 125.297,54 ΕΥΡΩ ήταν και μερικώς εικονικά ως προς τη συναλλαγή, επειδή δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστεί το ύψος των πραγματικών συναλλαγών κατά περίπτωση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους (όπου αναφέρεται ο πρώτος εννοείται ο δεύτερος αναιρεσείων και δεύτερος ο πρώτος απ αυτούς) της πράξεως της κατ εξακολούθηση αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, όπως αυτά εξειδικεύονται στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριάντα (30) μηνών, στον καθένα, την οποία μετέτρεψε προς πέντε (5) Ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κειο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 1, 94, 98 ΠΚ και 19 παρ. 1, 4 και 21 Ν.2523/1997, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες. Δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εξειδικεύεται ποιοι από τους αναφερόμενους στα παρατιθέμενα αναλυτικά στο σκεπτικό Δ.Α.-τ/ια ως εκδότες αυτών επιχειρηματίες δήθεν ασχολουμένους με το εμπόριο υγρών καυσίμων, ορυκτελαίων, λιπαντικών και ελαστικών ήσαν υπαρκτά ή ανύπαρκτα πρόσωπα, αφού αυτό δεν ασκεί επιρροή στην στοιχειοθέτηση της ανωτέρω πράξεως, για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι, δεδομένου ότι, όπως δέχθηκε, ανελέγκτως, η προσβαλλομένη, τα ως άνω φορολογικά στοιχεία τα αποδέχθηκαν οι αναιρεσείοντες γνωρίζοντας ότι αφορούσαν στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος, κατά τις εξειδικεύσεις της αποφάσεως, ανύπαρκτες συναλλαγές και ότι οι φερόμενοι ως εκδότες αυτών δεν ήταν αυτοί που πραγματικά τα εξέδωσαν, αφού αυτά εκδόθηκαν από το κατονομαζόμενο άτομο, το οποίο και τους τα είχε παραδώσει, θέτοντας, στην οικεία θέση του Δ.Α.-τ/ιου, τα στοιχεία των αναφερομένων ατόμων, ως δήθεν εκδοτών τους, των κατηγορουμένων δε, ως αγοραστών. Ούτε περαιτέρω χρειαζόταν να διαλάβει η απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών (ανατρεπτικούς της κατηγορίας τους αποκαλούν), που υπέβαλε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους και οι οποίοι κατά βάση συνίσταντο στην άρνηση της εικονικότητας των ανωτέρω φορολογικών στοιχείων και των συναλλαγών, όπως αυτή ορίζεται στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997 (βλ. σελ. 4 των πρακτικών), αφού υποχρέωση ειδικής αιτιολόγησης υφίσταται, όπως λέχθηκε για τους αυτοτελείς, κατά την ανωτέρω έννοια, ισχυρισμούς των κατηγορουμένων και όχι και για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν. Ούτε περαιτέρω δημιουργείται ασάφεια της αιτιολογίας της αποφάσεως, ούτε έλλειψη αυτής, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, εκ της αναφοράς, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, και των καταθέσεων των μαρτύρων υπερασπίσεως, ενώ τέτοιοι μάρτυρες δεν εξετάσθηκαν, αφού, όπως ρητώς και κατά τρόπο που δεν δημιουργεί ασάφεια ή ερωτηματικά, περί του ποιοι μάρτυρες εξετάσθηκαν, αναφέρεται στα πρακτικά, από τους τέσσερις μάρτυρες του κατηγορητηρίου (κατηγορίας), βρέθηκαν παρόντες οι πρώτος και τρίτος (σελ. 3), οι οποίοι και εξετάσθηκαν και οι καταθέσεις τους περιέχονται στις σελ. 6 και 7 της αποφάσεως, οι δε κατηγορούμενοι δεν γνωστοποίησαν μάρτυρες υπερασπίσεως (βλ. δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του στη σελ. 3).
Συνεπώς οι τρίτος και τέταρτος από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως, αντίστοιχα, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 19 και 21 Ν. 2523/1997, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. IV. Kατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά την διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του Κ.Π.Δ., στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητώς τους παρέχεται από τον νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για το σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου να ζητήσει, σύμφωνα με τα άρθρα 333 παρ. 2 εδ. β' και 352 παρ. 3 Κ.Π.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 30 παρ. 2 Ν. 3160/2003, την αναβολή της δίκης, προκειμένου, μεταξύ των άλλων, να κλητευθεί κάποιος μάρτυρας, η κατάθεση του οποίου κρίνεται απαραίτητη για την κατ ουσία διερεύνηση της υποθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, οι κατηγορούμενοι και νυν αναιρεσείοντες, δεν υπέβαλαν προς το δικαστήριο κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας αίτημα αναβολής της δίκης, προκειμένου να κλητευθεί ο μάρτυρας ... ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς τους, ήταν αυτός που τους προμήθευε λιπαντικά, ελαστικά και καύσιμα και αυτός που τους συνέστησε να προμηθεύονται από τους φερόμενους ως πωλητές τα είδη, που φέρονται ότι αγόρασαν με τα εικονικά τιμολόγια. Απλώς ο συνήγορος τους, στη συνέχεια των ανωτέρω αρνητικών ισχυρισμών, που με αριθμό 2 πρόβαλε, κατά τα ανωτέρω, επισήμανε με αριθμό 3, την μη κλήτευση ως μάρτυρος του ανωτέρω και εντελώς αντιφατικά την μη παραπομπή του για ποινικές παραβάσεις, γι αυτό και το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να απαντήσει μόνον στον αυτοτελή ισχυρισμό του, για τον οποίο θα γίνει λόγος αμέσως κατωτέρω (βλ. σελ. 5 πρακτικών).
Συνεπώς, κατά τα προεκτεθέντα, δεν συνέτρεξε περίπτωση ελλείψεως ακροάσεως και δεν ιδρύθηκε ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως και ο δεύτερος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου για σχετική ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, γιατί το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, παρέλειψε να αποφανθεί επί του υπό των αναιρεσειόντων υποβληθέντος αιτήματος αναβολής της δίκης, για τον ανωτέρω λόγο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. V. Κατά το άρθρο 173 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171 όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1, ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να προταθεί στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, ούτε να ληφθεί υπόψη, αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο συνήγορος των αναιρεσειόντων πρόβαλε, μεταξύ των άλλων, τον ισχυρισμό, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύχθηκε προφορικά (σελ. 3, 4), ότι τα αναφερόμενα σ αυτόν φορολογικά στοιχεία, τα οποία χαρακτηρίσθηκαν ως εικονικά και απετέλεσαν, ως αναγνωστέα έγγραφα, μέρος της δικογραφίας που σχηματίσθηκε, αρχικά δεσμεύθηκαν και στη συνέχεια κατασχέθηκαν από τους υπαλλήλους του Σ.Δ.Ο.Ε. που διενήργησαν τον σχετικό έλεγχο, ο οποίος κατέληξε στην έκδοση των ανωτέρω εκθέσεων ελέγχου, κατά τρόπο μη νόμιμο και αποτελούσαν μη νομίμως κτηθέντα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη. Ο ισχυρισμός αυτός με τον οποίο προβάλλονταν απόλυτες ακυρότητες, που είχαν λάβει χώρα κατά την προδικασία και όχι κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν ανωτέρω, έπρεπε να προταθεί μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η παραπομπή των αναιρεσειόντων και να επιληφθεί αυτού το συμβούλιο πλημμελειοδικών, απαραδέκτως δε προτάθηκε το πρώτο στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου και ορθώς απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως τέτοιος. Κατ ακολουθία τούτων ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ, πρώτος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως, κατά το πρώτο τμήμα του, με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι δεν απάντησε επί του ανωτέρω αιτήματός τους, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. VΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. (ΑΠ 1235/2010). Αν δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο έγγραφο στο οικείο σημείο των πρακτικών, όπου γίνεται μνεία των αναγνωσθέντων εγγράφων, προκύπτει όμως από το σκεπτικό της αποφάσεως και από το όλο περιεχόμενό της, ότι το έγγραφο αναγνώσθηκε και έτσι ο κατηγορούμενος είχε την δυνατότητα να ασκήσει τα κατά τα άνω δικαιώματά του, πληρούται ο σκοπός των ανωτέρω διατάξεων και δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως. Τα ανωτέρω, όμως, δεν ισχύουν για τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση του εγκλήματος για το οποίο έλαβε χώρα η καταδίκη του κατηγορουμένου και στοιχείο του σε βάρος του κατηγορητηρίου, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο τελευταίος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής και κατ ακολουθία το περιεχόμενο τους και μπορούσε αν το ήθελε να ασκήσει τα κατ άρθρο 358 δικαιώματά του (ΑΠ 490/2010, ΑΠ 38/2009). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, στο οικείο τμήμα αυτών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα (σελ. 8,9), φέρονται αναγνωσθέντα 10 Δ.Α. -Τ/ια του Α3 και όχι του ..., όπως εσφαλμένα αναφέρουν οι αναιρεσείοντες, που είναι ένας από τους φερόμενους ως εκδότες των εικονικών τ/ιων που αποδέχθηκαν οι αναιρεσείοντες, όπως αυτά εξειδικεύονται στο σκεπτικό και διατακτικό της αποφάσεως, με την αναφορά των προσδιοριστικών τους στοιχείων, όπως α/α, ημερομηνία, είδος που φέρεται ότι πωλήθηκε με αυτό και συνολική αξία, για καθένα από τους αναιρεσείοντες. Οι τελευταίοι επικαλούνται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, διότι τα κριθέντα ως εικονικά Δ.Α.-Τ/ια, που παραθέτουν στους κατωτέρω λόγους των αιτήσεων τους, για την αποδοχή των οποίων και καταδικασθήκαν, λήφθηκαν υπόψη για τον σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου, χωρίς να αναγνωσθούν και χωρίς να αναφέρονται, κατά τα πλήρη προσδιοριστικά της ταυτότητάς τους στοιχεία, στην οικεία θέση των πρακτικών. Τα εν λόγω όμως Δ.Α-Τ/ια αποτελούν την βάση του εγκλήματος για το οποίο, κατά τα άνω κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες και στοιχεία του σε βάρος τους κατηγορητηρίου, με βάση το οποίο παραπέμφθηκαν ενώπιον του αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών για να δικασθούν ως υπαίτιοι της ανωτέρω πράξεως και κηρύχθηκαν ένοχοι σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, αναφέρεται δε και στο διατακτικό της πρωτόδικης και της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκ του λόγου δε αυτού ήσαν γνωστά σ αυτούς, αφού στα χέρια τους δεσμεύθηκαν και κατασχέθηκαν και συνεπώς μπορούσαν να επιφέρουν παρατηρήσεις επί του περιεχομένου τους αντικρούοντας την σε βάρος τους κατηγορία και είχαν την δυνατότητα να ασκήσουν τα κατ άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά τους, τα οποία και άσκησαν, υπερασπιζόμενοι εαυτούς, με την προβολή του ανωτέρω αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού, με τον οποίο σχολίασαν το περιεχόμενό τους, αρνηθέντες την ανυπαρξία των συναλλαγών για τις οποίες εκδόθηκαν, την εικονικότητά τους και σε κάθε περίπτωση την γνώση τους ότι τα άτομα, που φέρονται ως εκδότες τους, δεν τα είχαν εκδώσει, πραγματικά, ήταν δε, κατά το πλείστον, ανύπαρκτα πρόσωπα.
Συνεπώς, σύμφωνα με αυτά που αναφέρονται ανωτέρω, δεν παραβιάσθηκε το δικαίωμα υπεράσπισης τους (171 παρ. 1 δ'), ούτε δημιουργήθηκε ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Κατ ακολουθία τούτων ο, από τις αυτές ως άνω διατάξεις, πρώτος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως, κατά το δεύτερο τμήμα εκείνης του Χ2 και το δεύτερο και τρίτο τμήματα του Χ1, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. V
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας συνιστά κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα έλλειψη ακροάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 περ.1 στοιχ. Β'του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωσή του και το δικαστήριο δεν την επέτρεψε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος.
Στην κρινόμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν και ζήτησαν να αναγνωσθούν οι αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου, που ο καθένας αναφέρει, με τις οποίες, όπως ισχυρίζονται, ακυρώθηκαν, χωρίς να διευκρινίζεται κατ ουσία ή για τυπικό λόγο, οι πράξεις των αρμοδίων φορολογικών αρχών, με τις οποίες επιβλήθηκαν σε βάρος τους πρόστιμα σε σχέση με τις πράξεις αποδοχής των εικονικών φορολογικών στοιχείων οι οποίες τους αποδόθηκαν. Αντιθέτως αναγνώσθηκαν με α/α 29 και 30 οι προσφυγές (3 για τον καθένα) που άσκησαν ενώπιον του ανωτέρω Διοικητικού Δικαστηρίου.
Συνεπώς δεν δημιουργήθηκε έλλειψη ακροάσεως εκ της επικαλούμενης απ αυτούς μη αναγνώσεως τους και της μη λήψεως υπόψη από το Δικαστήριο των αποφάσεων αυτών, ούτε ιδρύθηκε ο κατά τις ανωτέρω διατάξεις λόγος αναιρέσεως. Πολύ δε περισσότερο δεν παραβιάσθηκε το δικαίωμα υπερασπίσεως τους εκ του λόγου αυτού, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν, κατά τα αμέσως ανωτέρω, υπό στοιχείο VI, αναφερόμενα, ούτε ιδρύθηκε ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως. Κατ ακολουθία τούτων ο πρώτος λόγος, κατά το τρίτο τμήμα του της αιτήσεως του Χ2 και κατά το τέταρτο τμήμα του εκείνης του Χ1, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω παραβιάσεως του δικαιώματος υπερασπίσεώς τους (510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 1 δ' ΚΠΔ), τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι.
VIII. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, τις: 1. από 4-1-2010 Αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ1 και 2. από 4-1-2010 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ2 για αναίρεση της 672/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κειου Γιαννιτσών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) €.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ