Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1306 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Απόρριψη αιτήματος αναβολής μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το ΣτΕ. Πότε είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως κατά αποφάσεων για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εκτίμησης αποδείξεων. Δεν αποτελεί ορισμένο λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Απόρριψη αναιρέσεως ως αορίστου (απαραδέκτου) -.




Αριθμός 1306/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πετρόπουλο, περί αναιρέσεως της 69332/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 431/2009.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ, ή κατά το άρθρο 61 ΚΠΔ, όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, το οποίο όμως, έχει σχέση με την ποινική δίκη, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα, υπό την προϋπόθεση ότι τα αιτήματα αυτά έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 στοιχείο δ, ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ Δ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει, αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 7/3/2009 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως ο αναιρεσείων ..., ζητεί την αναίρεση της 69332/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία κρίθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ, για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρα 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 ΠΚ, 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικ. με άρθρο 23 Ν. 2523/97 και) και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, την οποία μετάτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο κατηγορούμενος, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, υπέβαλε αίτημα περί αναβολής εκδικάσεως της ως άνω εφέσεως, μέχρις εκδόσεως αποφάσεων επί αιτήσεων αναιρέσεως ενώπιον του ΣτΕ, κατά όλων των αναφερομένων στην αίτησή του αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το Τριμελές Εφετείο με την αιτιολογία ότι : ".....δεν θα συμβάλει (η αναβολή) κατά την κρίση του Δικαστηρίου στην διάγνωση της ένδικης υποθέσεως, δεδομένου ότι οι υπ' αρ. 2766, 2767, 2768, 2769, 2770, 2771, 2772, 2773, 2774 και 2775 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, περί των οποίων επικαλείται εκκρεμότητα ο κατηγορούμενος ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, λόγω ασκήσεως ισάριθμων αιτήσεων αναιρέσεως κατ' αυτών, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο τους, δεν αφορούν σε καταβολή ΦΠΑ όπως εν προκειμένω οι διωκόμενες πράξεις (κατά το μη παραγραφέν μέρος αυτών), ούτε αφορούν στην υπό κρίση χρονική περίοδο από 1/11/00 και εντεύθεν (τουλάχιστον για τις μη παραγραφείσες πράξεις), αλλά τις χρονικές περιόδους των ετών 1985, 1986, 1987, 1988, 1989 και 1990 και, επομένως, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 61 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα του. Σημειώνεται ότι η αναφορά του κατηγορουμένου σε 14 εν συνόλω αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων είναι αόριστη, καθώς δεν συνοδεύεται το αίτημα του αυτό με την προσκόμιση άλλων, πλην των παραπάνω αποφάσεων προκειμένου να διαπιστωθεί εάν αυτές αφορούν στα επίδικα χρέη".
Ο αναιρεσείων με τον 1ο και τον 2ο λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση, ότι η πιο πάνω απόφαση στερείται εμπεριστατωμένης και ειδικής αιτιολογίας, εξαιτίας των αναφερομένων στην αίτησή του αντιφάσεων και ασαφειών. Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλει ότι το πιο πάνω σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι, όπως κατά λέξη αναφέρει, "ολωσδιόλου αντιφατικό, ανυπόστατο και εσφαλμένο και τούτο διότι από την ανάγνωση των ως άνω αποφάσεων και των αντίστοιχων αιτήσεων αναιρέσεως προκύπτει ότι οι με αριθμούς 2767/2006, 2768/2006, 2770/2006 και 2771/2006 αποφάσεις του ΔΕΑ αφορούν στη μη καταβολή ΦΠΑ και των σχετικών προσθέτων φόρων και προστίμων" και ότι η αντιφατικότητα της αιτιολογίας τη προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει και "από την επί του ακροατηρίου κατάθεση της υπάλληλου της Δ.Ο.Υ., η οποία κατέθεσε ότι....". Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται, επίσης, ότι το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αναιρέσεως είναι ανακριβές, αντιφατικό και εσφαλμένο, αφού, όπως αναφέρεται, "όλα τα χρέη που αναφέρονται στις προαναφερόμενες προσβληθείσες πράξεις, συμπεριλαμβάνονται στον πίνακα χρεών που υπέβαλε ο άνω διευθυντής της ΙΣΤ Δ.Ο.Υ. Αθηνών με την προαναφερόμενη αίτηση του για την άσκηση ποινικής διώξεως" και ότι η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε στο παραπάνω ανακριβές και αυθαίρετο συμπέρασμα, χωρίς καν να ελέγξει τη βασιμότητα του, παρότι από την κατάθεση της ίδιας ως άνω μάρτυρος-υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ. προέκυψε ότι οι παραπάνω αποφάσεις του ΔΕΑ αφορούν στα ίδια χρέη που συμπεριλαμβάνονται στον παραπάνω πίνακα χρεών. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο "προσδιορίζοντας τα χρέη αυτά σύμφωνα με τον προαναφερθέντα πίνακα χρεών που είναι προσαρτημένος στην από 29/5/2001 αίτηση ποινικής διώξεως του διευθυντή της ΔΟΥ ΙΣΤ Αθηνών, δίχως δηλαδή να ληφθεί υπ' όψιν στην κατ' ουσίαν κρίση του Δικαστηρίου το γεγονός ότι ορισμένα εκ των χρεών αυτών είχαν μειωθεί με βάση τις προαναφερθείσες με αριθμούς 2766, 2767, 2768, 2770, 2771, 2772 και 2773/2006 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών", που επικαλέσθηκε και ότι, κατ'αυτόν τον τρόπο αυτό, το δίκασαν Δικαστήριο απαραδέκτως τον κήρυξε ένοχο "για όλο το ποσόν της οφειλής του (το μη παραγραφέν) εκλαμβάνοντας, εσφαλμένα και πάλι ως "δεδομένο" ότι τα χρέη που αναγράφονται στις παραπάνω αποφάσεις του ΔΕΑ και οι σχετικές μειώσεις τους δεν είναι τα ίδια με αυτά που αναφέρονται στον ως άνω πίνακα χρεών, ο οποίος συμπεριλήφθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά προγενέστερα".
Με αυτό, όμως, το περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν περιέχει σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως, αλλά, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναιρέσεως, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-3-2009 (με αρ. πρωτ. 2107/9-3-2009) αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως) του ..., για αναίρεση της 69332/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή